Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Ιωάννης Κονδυλόπουλος: «Μετά τον μύθο, τι; Σκέψεις με αφορμή τα αρχαιόθεμα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου».[1]  

 

Δύο «Μονόχορδα» (1979) του Ρίτσου, που οριοθετούν το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί η σημερινή εισήγηση:

1). 41: «Καλό προσωπείο, σε δύσκολους καιρούς, ο μύθος».

2). 286: «Τι ήσυχα γκρεμίζεται μέσα στην ποίηση ο χρόνος».[2]

Στην εισήγησή μου, αφού διατυπώσω κάποιες σκέψεις για τη σχέση μύθου, ιστορίας και ποίησης, με οδηγό τον λόγο σπουδαίων ποιητών μας, θα περάσω στα αρχαιόθεμα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου και την ανάγκη αξιοποίησης  του μύθου στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Κατ’ αρχάς, γιατί περί μύθου ο λόγος; Ποια είναι η λειτουργία του και η σχέση του με την ποίηση; Μια περιεκτική και πειστική διατύπωση για τη σχέση του μύθου με την ποίηση μάς έδωσε ο Τάσος Λειβαδίτης σε άρθρο του για τον Ρίτσο (υπογραμμίσεις δικές μου): «Η ανάγκη του μύθου βρίσκεται στις ρίζες κάθε ανθρώπινης ομάδας. Είναι μια αναγνώριση και ταξινόμηση, σε συμβολικές μορφές, όλων όσων έχουν κατακτηθεί, μαζί με τις επιδιώξεις και τους φόβους  μιας μελλοντικής πορείας. Κάτι περισσότερο: ένα κοινό σημείο, όπου συναντιούνται οι άνθρωποι έξω απ’  τις συμβατικότητες της καθημερινής ζωής. Είναι μια ανακεφαλαίωση, ένα ξόρκι και μια πυξίδα. Και φυσικά ένα όνειρο. Γι’  αυτό στην άκρη του μύθου βρίσκουμε πάντα την ποίηση».[3]

Κι αν στην άκρη του μύθου βρίσκεται πάντα η ποίηση, ποια είναι η ποιότητα της σχέσης ανάμεσα στην ιστορία και τον μύθο; Θα μου επιτρέψετε στο σημείο αυτό να καταφύγω στον «Ολισθηρό ιστό» ενός άλλου ποιητή, ο οποίος αξιοποίησε δημιουργικά στο έργο του τη λεγόμενη μυθική μέθοδο. Κάνοντας λόγο για τον μύθο με αφορμή τον μυθικών διαστάσεων αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959) στην Κύπρο, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, σημειώνει: «Πήχης της ιστορίας είναι ο μύθος. Χωρίς τη μυθική διάσταση των πραγμάτων, η ιστορία απομένει ένα κέλυφος. Ο μύθος αποτελεί τελικά μια ιστορική αναγκαιότητα. […] Η ποίηση, ως μήτρα του μύθου, κάνει την ιστορία να φαντάζει περισσότερο ιστορική.» Επιπλέον, «Η ουσία της τέχνης βρίσκεται σε τούτο: ότι μπορεί να καλύπτει ευρύτερο πεδίο από το ιστορικό της πλαίσιο».[4]

Ο μύθος, λοιπόν, χάρη και στην ομοούσιό του ποίηση, μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά –ή μάλλον παραπληρωματικά– προς την ιστορία.[5] Το γεγονός αυτό αντιλαμβάνεται και αξιοποιεί αριστοτεχνικά κάποια στιγμή, κυρίως στην ποιητική του ωριμότητα, ο Ρίτσος. Ιδίως μετά το 1959, οπότε γράφεται το «Νεκρό σπίτι», ο Ρίτσος καταφεύγει όλο και συχνότερα στον μύθο, αλλά και την αρχαία ιστορία.[6] Δεν είναι μόνο οι δώδεκα αρχαιόθεμες από τις δεκαεπτά συνθέσεις της «Τέταρτης διάστασης». Είναι και τα αρχαιόθεμα ολιγόστιχα ποιήματα συλλογών όπως οι «Μαρτυρίες»[7]  ή οι «Επαναλήψεις» -και αυτός ο τίτλος είναι εύγλωττος[8], αλλά και σποραδικά δείγματα σε μεταγενέστερες συλλογές. Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, στη μελέτη του με τίτλο «Μικρά Ομηρικά» ταξινομεί τα αρχαιόθεμα ποιήματα σε δύο κατηγορίες: α). ενόλω μυθολογικά, όταν ολόκληρο το ποίημα σκηνοθετείται με μυθολογικά στοιχεία και β). ενμέρει μυθολογικά, όταν εν είδει μεταφοράς ή παρομοίωσης σε ένα «κατά τα άλλα αμυθολόγητο ποίημα φιλοξενείται κάποιο μυθολογικό ίχνος». Ο αείμνηστος φιλόλογος διαπιστώνει ότι τα ποιήματα αυτά είτε συμμορφώνονται νοηματικά με το αρχαιοελληνικό τους πρότυπο, είτε το ανατρέπουν, είτε εμπεριέχουν κάποιες λανθάνουσες αποκλίσεις από αυτό. [9]

Στα αρχαιόθεμα ποιήματά του Ρίτσου έχουμε πάντως την ευτυχή συνάντηση ποίησης, ιστορίας και μυθολογίας –ή μάλλον την επανένωσή τους στο όλον που εξαρχής συνιστούσαν. Ποιος είναι, όμως, ο χώρος της συνάντησης αυτής;

Γράφει ο Λειβαδίτης:

«Ο Ρίτσος, όπως κάθε αληθινός ποιητής, είναι ποιητής του τόπου του. Κι αυτό είναι που του δίνει διαβατήριο για την οικουμενικότητα. Κι ο Ρίτσος είναι Έλληνας, γιατί πέρα από τα επιμέρους στοιχεία (τοπίο, χρώμα, αίσθηση) συνεχίζει και πραγματώνει το αιώνιο όνειρο που είχε και έχει κάθε συνείδηση αυτής της πατρίδας: την ενότητα χρόνου μέσα στο χώρο.» Και καταλήγει: «Ο Ρίτσος μιλάει για τα πιο αρχαία πράγματα, με μια τόσο νέα γλώσσα, για τις πιο νέες εμπειρίες, με μια τόσο αρχαία σοφία.»[10]

Ο χώρος συνέχει λοιπόν τον χρόνο κι έτσι οι διαστάσεις στον τόπο αυτόν δεν είναι πλέον μόνο τρεις. Είτε με τα προσωπεία της «Τέταρτης διάστασης» που, κατά τον Ανδρέα Παγουλάτο, θυμίζουν τους ετερωνύμους του Πεσόα[11] και, κατά τον Λειβαδίτη,  επιτρέπουν το «ταξίδι του Οδυσσέα προς τα μέσα», τη «χαρτογράφηση της εσωτερικής μας γης»,  και τον «τεταρτοδιάστατο  απολογισμό ενός βαθύτατα σύγχρονου βίου»,[12]  είτε με τη χρήση του μύθου ως ιστού για να πλεχτεί το σύγχρονο δράμα, είτε με την αξιοποίησή του σε αλληγορίες ή σε πρότυπα προς σύγκριση με το σκληρό παρόν, όπως επισημαίνει η Προκοπάκη,[13]  στα αρχαιόθεμα ποιήματά του ο Ρίτσος αντιμετωπίζει τη σκληρή ιστορική πραγματικότητα του καιρού του, που και σε αυτά τα έργα του είναι παρούσα, ασχέτως αν δε γίνεται αμέσως αντιληπτή. Κι έτσι, μέσα στην ποίησή του, ο χρόνος γκρεμίζεται ήσυχα.[14] Καθίσταται «άχρονος, ακινητοποιημένος μέσα στη διαρκή ροή του και απροσδιόριστος», όπως υποστήριξε ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου.[15]  

Έχει νομίζω ενδιαφέρον στο σημείο αυτό να θυμηθούμε ένα απόσπασμα από το δεύτερο βιβλίο-μέρος του «Εικονοστασίου Ανώνυμων Αγίων», την όψιμη αυτή εννεαλογία του Ρίτσου (1983-6),  που αποτελεί «σύντηξη κοινωνικών και ατομικών βιωμάτων, όπως και ερωτικών φαντασιώσεών του».[16]  Στο «Τι παράξενα πράγματα», λοιπόν, ο αφηγητής μιλάει για τα παιδικά του χρόνια στη Μονεμβασιά και για τη σχέση του με το μάθημα της Ιστορίας. «Δεν αγαπούσαμε, λοιπόν, την ιστορία, σαν να ‘κοβε τη διάρκεια σε μικρά τετράγωνα αριθμημένα ως το τέλος του ορίζοντα […] Κι ήταν σαν να ήθελες να χωρίσεις τη θάλασσα κομμάτι κομματάκι και να τη μάθεις απ’  έξω. Γίνεται αυτό, βρε παιδί μου; Και πώς γίνεται; Άσε τους ιστορικούς να πονοκεφαλιάζουν.» Αυτό που λαχταρούσαν ο αφηγητής με την παρέα του, στα παιδικά τους χρόνια στη Μονεμβασιά, ήταν μια οπτική ευρύτερη, όπως αυτή που τους δινόταν από το σημείο του βράχου όπου είναι χτισμένη η Αγια –Σοφιά της Μονεμβασιάς που «μοναχική, αλλά διόλου υπεροπτική … κοιτάζει ολόκληρη τη θάλασσα [το ολόκληρη υπογραμμισμένο από τον Ρίτσο] και (να) καταφεύγουν στις σκοτεινές σκιές της πύλης, άλλες σκιές, πρόσωπα, σχήματα αέρινα, αθόρυβα βήματα- σκιές αχρονολόγητες […] η Εύα, η Άρτεμις, ο Οδυσσέας, η Χρυσόθεμις, Ιουστινιανός, Μαυρίκιος, Ανδρόνικοι Κομνηνοί, Ανδρόνικοι Παλαιολόγοι… ο Δημήτριος Δανιήλ, ο εφημέριος Βώβος, … ο Λικίνιος Ανδρέας, ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Β΄, ο  Ιώβ […]».[17] Και συνεχίζει την αναπόληση που μας δείχνει ποια ήταν η αίσθηση της ιστορίας στη διαχρονία της που είχε ο ίδιος ο ποιητής: μια διαχρονία που συμπεριλαμβάνει μορφές μυθικές, βιβλικές, ιστορικές και σύγχρονες, όλες έξω τελικά από τον χώρο και τον χρόνο. ‘Ετσι έβλεπε τον χρόνο και την ιστορία ο Ρίτσος, τουλάχιστον όταν παραδιδόταν στην ποίηση και στον ομοούσιό της μύθο, επιδιώκοντας να διευρύνει την οπτική του και να συλλάβει τα πράγματα στην αιώνια διάσταση και ουσία τους.

Πιστεύω πως κάτι τέτοιο διαφαίνεται στη γνωστή επιστολή του προς τη Χρύσα Προκοπάκη τον Μάιο του 1972,[18] όπου ο Ρίτσος κάνει λόγο για την αντίθεση (και το «μοίρασμά» του, όπως χαρακτηριστικά γράφει) ανάμεσα σε δύο αναγκαιότητες, που, ουσιαστικά τού δίνουν το υλικό για τις δύο κατηγορίες της ποίησής του:

Η πρώτη αναγκαιότητα είναι «η συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα». Ως τεκμήρια της ανταπόκρισής του σε αυτήν, ο Ρίτσος παραθέτει  –επικαιρικού χαρακτήρα– ποιητικές συλλογές ή συνθέσεις που αποτελούν την αντίδρασή του σε γεγονότα από τη μεταξική δικτατορία έως την εποχή που γράφει το γράμμα. Ο Ρίτσος εκμυστηρεύεται στην παραλήπτρια της επιστολής ότι, πιστός στο «κοινωνικό χρέος» και στην «ανάγκη της άμεσης ανταπόκρισης στα ιστορικά γεγονότα της εποχής και στο κοινό αίσθημα», παραδίδεται σε αυτή την αναγκαιότητα «αγνός και άοπλος», «παρ’ όλες τ[μ]ου τις αισθητικές επιφυλάξεις και αντιστάσεις».[19]

Η δεύτερη, κατά Ρίτσο, αναγκαιότητα, είναι η «”μυθική” πραγματικότητα της ιστορίας του ανθρώπου που ξεπερνάει τα “επείγοντα πλαίσια της δοσμένης στιγμής” και προς τα εμπρός (μέλλον) και προς τα πίσω (παρελθόν)». (Ας θυμηθούμε εδώ το πρώτο απόσπασμα του Λειβαδίτη). Σημειώνω ότι σε αυτήν την κατηγορία εντάσσονται τα αρχαιόθεμα ποιήματά του. Ποια είναι  τα προτερήματα των ποιημάτων αυτής της κατηγορίας; Ο Ρίτσος τα παραθέτει μέσα στην επιστολή του με ασύνδετο: «η διάσταση του μύθου, η προϋπάρχουσα μαγεία της απόστασης, η άξαφνη μουσική των αναχρονισμών, η ελευθερία κίνησης της φαντασίας, η ευκολία της μεταμφίεσης και της ακραίας ομολογίας κάτω από την προσωπίδα του άλλου, η στοχαστική κίνηση του λόγου απ΄ το φιλτραρισμένο μέσω των εποχών αίσθημα και νόημα που δεν υπόκειται στην αναγκαιότητα της λαχανιασμένης στιγμής.» Επιπλέον, ο Ρίτσος γράφει ότι οι τρίτοι που μιλάνε, όπως συμβαίνει με τους πρωταγωνιστές των δραματικών μονολόγων της «Τέταρτης διάστασης», τον βοηθούν  να αποφύγει την ενοχλητική παγίδα να πιστέψει πως μιλά ως «εκπρόσωπος του λαού του ή της χώρας του ή του κόσμου», [20]  αλλά και ότι, σε αντίθεση με τα επικαιρικά του ποιήματα, στα ποιήματα αυτής της κατηγορίας αποφεύγεται «η ένταση του αισθήματος που αλλοιώνει το λόγο, η στιγμιαία επιταγή που περιορίζει την όραση σ’ ένα ορισμένο τμήμα του χρόνου σαν να ‘ναι όλος ο χρόνος, ο μόνος χρόνος».[21]

Θα έλεγα, ωστόσο, για να θυμηθούμε την ωραία εικόνα από το «Τι παράξενα πράγματα»,[22]  ότι για να πετύχει αυτή την ευρεία οπτική ολόκληρης της θάλασσας πάνω από το πέλαγος, για να πιάσει το νήμα από κάπου ώστε να ξεκινήσει η ποιητική διερεύνηση, ο Ρίτσος στην περίοδο της ωριμότητάς του, ευφυώς μεταχειρίστηκε τα ίδια μέσα με τους ιστορικούς του προαναφερθέντος αποσπάσματος. Εξηγούμαι: Έχει επισημανθεί ότι στην «Τέταρτη διάσταση»  η δράση υποχωρεί, οι ήρωες βρίσκονται ή μιλούν μετά τη δράση τους με κύριο οδηγό τη μνήμη, «που ζωντανεύει κορυφαίες ή ασήμαντες στιγμές, τις επικαλείται ή τις καταποντίζει».[23] Υπογραμμίζω την πρόθεση «μετά». Αυτό το «μετά» -είτε αναφέρεται ρητά είτε όχι- προσφέρει στο ποιητικό εγώ των αρχαιόθεμων ποιημάτων -τόσο στις μεγάλες συνθέσεις όσο και στα ολιγόστιχα ποιήματα- την άκρη του νήματος, την αναγκαία αφόρμηση, ώστε ο χρόνος να πάψει να κινείται γραμμικά προς το μέλλον και να επιτευχθεί η μείξη των χρονικών επιπέδων, η διαρκής κίνηση από το παρόν στο παρελθόν και πάλι πίσω στο παρόν, η υπέρβαση εν τέλει χώρου και χρόνου, σε ένα αδιάσπαστο όλον, την ποιητική μυθιστορία που εγκυμονεί τον στοχασμό.[24] Και μια που πρόκειται για τοκετό φυσιολογικό, αυτός συνοδεύεται από ωδίνες και οδύνη.

                Πολλοί τίτλοι αλλά και στίχοι αρχαιόθεμων ποιημάτων της εποχής στην οποία αναφερόμαστε, που περιέχουν εμπρόθετους προσδιορισμούς που ξεκινούν με το «μετά», είναι ενδεικτικοί: «Μετά τη νίκη» (1964-5),[25] «Μετά την ήττα» (1968),[26] «Μετά το σπάσιμο της συνθήκης Λακεδαιμονίων και Αθηναίων»[27], «Ο Αχιλλέας μετά θάνατον».[28] Οριακές στιγμές, που δίνουν αφορμή να ξεκινήσει το σύντομο ποίημα-απολογισμός όσων προηγήθηκαν (επαναλαμβάνονται και ίσως(;) επαναληφθούν).

 Ας διαβάσουμε ένα χαρακτηριστικό δείγμα όψιμου αρχαιόθεμου ποιήματος με ανάλογο τίτλο,  που βρήκε τη θέση του στη συλλογή «Αρνητικά της σιωπής» (1987), η οποία εκδόθηκε στο μεταθανάτιο τόμο «Αργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα» (1991):

 

Μετά την Τροία

Κλειστές οι πόρτες πια στη γενναιοδωρία των άστρων.

Τα παιδιά έχουν μεγαλώσει. Οι άλλοι έχουν φύγει.

Στο μικρό υπνοδωμάτιο μια κούκλα σπασμένη.

Το ξύλινο αλογάκι του Νεοπτόλεμου έχει μείνει

στο σκοτεινό διάδρομο με τ’ άσπρα και μαύρα πλα-

κάκια. Κανένας

δεν το καβαλικεύει πια. Και τ’ άλλο, το μεγάλο, το

κούφιο,

το κατοικούν κατσαρίδες κι αράχνες⸱ δεν ξεγελάει

ούτε εχθρούς ούτε φίλους. Οι αλλοτινές σημαίες στο

μπαούλο

μαζί με τ’ αποκριάτικα ρούχα, χωρίς ναφθαλίνη

θα τα ’χει φάει ο σκόρος. Τι ωραία που το ’πε

εκείνος ο τρελός φιλόσοφος μιαν άγρια νύχτα

«ανέβασα τη στάχτη μου στο βουνό» και σώπασε για πάντα.[29]

Τι συνδηλώσεις κουβαλά μαζί της η Τροία το 1987, τρία χρόνια πριν από την αναχώρηση του ποιητή και λίγο πριν από την οριστική κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού; Αλλά και πόσο προφητικά αποδείχθηκαν τα γραφόμενα του Ρίτσου, αν τα αντικρίσουμε μέσα από ό,τι επακολούθησε και το γνωρίζουμε, αλλά και μέσα στα συμφραζόμενα του 2019! Ας θυμηθούμε ότι παρωχημένα παιχνίδια όπως το ξύλινο αλογάκι αδυνατούν πλέον να συγκινήσουν παιδιά στην πλειοψηφία τους μικρομέγαλα, που γυμνάζουν καθημερινά τους αντίχειρές τους σκρολάροντας και σερφάροντας στα τάμπλετ και τα έξυπνα κινητά που εμείς, οι γονείς τους, τους αγοράσαμε. Παιδιά δήθεν υποψιασμένα για τα πάντα, όπως κι εμείς οι γονείς τους, που όλα τα έχουμε αποδομήσει και που τάχα τίποτε δεν μας ξεγελά. Παιδιά και μεγάλοι, που ολοένα απομακρυνόμαστε από τον μύθο και την ιστορία, ανεπαρκείς αναγνώστες σήμερα, μη αναγνώστες αύριο.

Ο Peter Bien, σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε το 1974,[30]  θεωρούσε πολύ τυχερούς τους Έλληνες συγγραφείς, γιατί ο ελληνικός πολιτισμός στα πρώτα του βήματα ανέπτυξε άφθονο μυθολογικό υλικό, που το διατήρησε, όπως γράφει, ολοζώντανο για όλους, μορφωμένους και αμόρφωτους. Πόσο τυχεροί όμως είναι οι συγγραφείς όταν το αναγνωστικό κοινό έχει χάσει την επαφή με τον μύθο; Ποιος είναι ο βαθμός της επαφής του σημερινού αναγνώστη με αυτόν; Αλήθεια, πώς και από πόσους προσλαμβάνεται σήμερα ένα μικρό αριστούργημα όπως το παρακάτω αρχαιόθεμο ποίημα από τις «Μαρτυρίες» (Σειρά Β΄)[31]:

 

Οι Εφτά

Τράβηξαν τους κλήρους μες απ’ το κράνος⸱ πήραν τις θέσεις τους

τις ορισμένες σχεδόν απ’ τη μοίρα. Όταν νύχτωσε,

κανείς απ’  τους εφτά δεν ήταν εκεί. Μονάχα

μια σκεπασμένη γυναίκα ήρθε και κάθισε στις πέτρες

ανάμεσα σε μια στάμνα κρασί και σε μια στάμνα λάδι.

 

Στο παραπάνω ποίημα η υπόθεση τοποθετείται χρονικά αμέσως πριν(;) από την ταφή του Πολυνείκη, ουσιαστικά όμως λειτουργεί πολλαπλά και αποκτά την τέταρτη διάστασή του μόνο αν γνωρίζουμε τι συνέβη μετά, αν έχουμε διαβάσει την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Η γνώση του μύθου μέσω της συγκεκριμένης τραγωδίας είναι το προαπαιτούμενο για να αντιληφθούμε τι θα ακολουθήσει μετά. Αλλά και εκείνο το «σχεδόν» για τις θέσεις τις ορισμένες σχεδόν από τη μοίρα προϋποθέτει την αρχαιομάθεια του αναγνώστη.  Πόσοι από τους σύγχρονους αναγνώστες –ιδιαίτερα των μικρότερων ηλικιών- μπορούν να προσλάβουν πλέον το ποίημα;  Μπορεί να λειτουργήσουν τα αρχαιόθεμα ποιήματα σε μια εποχή που έχει εγκαταλείψει προ πολλού τον μύθο ως διδακτικό αγαθό;[32]  Οι μαθητές μας συγκεκριμένα έχουν σήμερα την επαρκή ετοιμότητα, ώστε να προσεγγίσουν ένα τέτοιο ποίημα, με δεδομένο  τον περιορισμό των στίχων  που διδάσκονται από τα ομηρικά έπη και τις τραγωδίες, αλλά και την ελλιπή διδασκαλία της μυθολογίας στο Δημοτικό σχολείο; 

Αντί για τη μάλλον δυσοίωνη απάντηση, επισημαίνω τουλάχιστον ένα ενθαρρυντικό γεγονός: Στο περιβάλλον «Νόστος» των «Ψηφίδων για την Ελληνική Γλώσσα» του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας εμπεριέχονται: 512 ελληνόγλωσσα αρχαιόθεμα ποιητικά κείμενα, 132 ξενόγλωσσα, 205 ελληνόγλωσσα θεατρικά και πεζά αποσπάσματα,  103 ξενόγλωσσα και, για να έρθουμε στον ποιητή μας, 147 εκτενείς συνθέσεις ή αρχαιόθεμα ποιήματα του Ρίτσου,[33]  συνοδευόμενα από τεκμηρίωση και σύντομο υπομνηματισμό μέσω του διασυνδεδεμένου περιβάλλοντος της «Πυξίδος». Μακάρι εμείς οι εκπαιδευτικοί να τολμήσουμε να αξιοποιήσουμε το πολύτιμο αυτό υλικό στη διδασκαλία μας. Άλλωστε, σε άλλες σελίδες του περιβάλλοντος υπάρχει απάνθισμα αποσπασμάτων από μελέτες για την ποίηση του Ρίτσου, βιβλιογραφία και Συμφραστικός Πίνακας Λέξεων των ποιημάτων του.[34]

Επιπλέον προτάσεις για αξιοποίηση του μύθου στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση:

  • Η αρχαιόθεμη λογοτεχνία να αποτελέσει μία από τις ενότητες διδασκαλίας στη Λογοτεχνία Λυκείου και Γ΄ Γυμνασίου.[35]

  • Να προβλεφθεί και επίσημα αξιοποίηση των σχετικών ενοτήτων των «Ψηφίδων» στη διδασκαλία.

  • Θεσμοθέτηση Εβδομάδας Αρχαίου Μύθου κατά το πρότυπο της Θεματικής Εβδομάδας, κατά την οποία τα καίρια ερωτήματα της εποχής μας θα μπορούσαν να ιδωθούν μέσα από την αρχαιόθεμη λογοτεχνία.

  • Ίσως, πάλι, ένας Πανελλήνιος Διαγωνισμός που θα αφορούσε την αρχαιόθεμη ποίηση να αποτελούσε το έναυσμα για στενότερη επαφή κάποιων μαθητών με τον μύθο.

Ήρθε η ώρα να αντιληφθούμε τη χρησιμότητα της διδασκαλίας του μύθου στην υποχρεωτική εκπαίδευση, που μπορεί να εξάψει εκ νέου τη φαντασία των μαθητών μας.  Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ την επιστροφή στον μύθο όχι ως στείρα αρχαιολαγνεία, αλλά ως πράξη επαναστατική σε καιρούς ζοφερούς. Κι αυτό γιατί ο μύθος είναι η ιστορία που γίνεται όνειρο, άρα επανάσταση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αραγκόν, Λ. (1975). Ο μεγαλύτερος  ζων ποιητής. Στο Γιάννης Ρίτσος:  Μελέτες για το έργο του. Αθήνα: Διογένης, 17-22.
Βελουδής, Γ. (1984). Προσεγγίσεις στο έργο του Ρίτσου. Αθήνα: Κέδρος.
Bien, P. (1975). O Μύθος στα Νεοελληνικά Γράμματα και ο «Φιλοκτήτης του Γιάννη Ρίτσου» (μετ. Ν. Μακρυνικόλα & Σπ. Τσακνιάς). Στο Γιάννης Ρίτσος:  Μελέτες για το έργο του. Αθήνα: Διογένης: 63-74.
Ιλίνσκαγια, Σ. (1975). Τα σαράντα χρόνια της ποίησης του Ρίτσου. Στο Γιάννης Ρίτσος, Μελέτες για το έργο του. Αθήνα: Διογένης, 29-40.
Λειβαδίτης, Τ. (1975). Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου (Μικροί διαλογισμοί πάνω σ’  ένα μεγάλο θέμα). Στο Γιάννης Ρίτσος:  Μελέτες για το έργο του. Αθήνα: Διογένης, 241-248.
Μαρωνίτης, Δ.Ν. (2013). Γιάννης Ρίτσος, Μελετήματα. Αθήνα: Πατάκης
Μπόλλας, Θ. Γ. (1990). Τα αρχαιόθεμα ποιήματα του Γ. Ρίτσου και η παράδοση. Στο Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος. Τρεις Ομιλίες. Αθήνα: Βιβλιοθήκη της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, 18-27.
Παγουλάτος, Α. (2009). «Οι Ατρείδες στην Τέταρτη διάσταση». Περ. Οδός Πανός, τεύχος 146 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009), 14-19.
Παπαγεωργίου, Κ.  Γ. (2009). «Σημειώσεις στα περιθώρια της Τέταρτης διάστασης του Γιάννη Ρίτσου». Περ. Οδός Πανός, τεύχος 146 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009), 8-13.
Προκοπάκη, Χρ. (2014). Γιάννης Ρίτσος, Σβήνω τον ίσκιο ολόκληρο με τούτο το χρυσό μολύβι (Στη σειρά: Έλληνες ποιητές). Εισαγωγή: Χρύσα Προκοπάκη. Ανθολόγηση, Επιμέλεια: Αικ. Μακρυνικόλα, Χρύσα Προκοπάκη. Τόμος Α΄. Αθήνα: Η Καθημερινή.
Προκοπάκη, Χρ. (επιλ.) (2000). Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα: Κέδρος.
Προκοπάκη, Χρ. (επιμ.) (1991). «Γιάννη Ρίτσου, Ένα γράμμα του, για την ποίησή του». Περ. Νέα Εστία, τεύχος 1547 (Χριστούγεννα 1991), 98-10.
Προκοπάκη, Χρ. (1981). Η πορεία προς τη Γκραγκάντα ή η διάψευση του οράματος». Αθήνα: Κέδρος.
Σαντζίλιο, Κρ. (1978). Μύθος και ποίηση στον Ρίτσο. (Μετ. Θ. Ιωαννίδης). Αθήνα: Κέδρος.
Χαραλαμπίδης, Κ.  (2018). «Γιάννης Ρίτσος, Ελκόμενος και Έλκων». Περ. Νέα Ευθύνη, τεύχος 40-41 (Ιανουάριος-Ιούνιος 2018), 66-76
Χαραλαμπίδης, Κ. (2009). Ολισθηρός Ιστός. Τόμος  Α΄. Αθήνα: Άγρα.
 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ
Αργά: Ρίτσος, Γ.  (20099) [1991]. Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα. Αθήνα: Κέδρος.
Επαναλήψεις: Ρίτσος, Γ. (19982) [1989]. Ποιήματα, τόμος  Ι΄ (1963-1972). Αθήνα: Κέδρος, 7-99.
Κάποτε: Ρίτσος, Γ. (2007). Ποιήματα, τόμος ΙΔ΄ (1977-1979). Αθήνα: Κέδρος, 7-77
Μαρτυρίες:  Ρίτσος, Γ. (1989). Ποιήματα, τόμος Θ΄(1958-1967). Αθήνα: Κέδρος, 187-308.
Πηλός: Ρίτσος, Γ. (2007). Ποιήματα, τόμος  ΙΔ΄ (1977-1979. Αθήνα: Κέδρος: 79-105.
 
Προσωπίδες: Ρίτσος, Γ. (1993). Ποιήματα, τόμος  ΙΑ΄ (1977-1979). Αθήνα: Κέδρος:  117-138.
 
Τέταρτη διάσταση: Ρίτσος, Γ. (200824). Τέταρτη διάσταση. (1956-1972), τόμος Στ΄.  Αθήνα: Κέδρος.
 
Τι παράξενα πράματα:  Ρίτσος, Γ. (19864) [1983]. Τι παράξενα πράματα. (Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων, 2). Αθήνα: Κέδρος.
 
Υπερώον: Ρίτσος, Γ. (2007). Υπερώον. Αθήνα: Κέδρος.
 
 
Ο Γιάννης Κονδυλόπουλος είναι Φιλόλογος, Εκπαιδευτικός στο 4ο Γυμνάσιο Σπάρτης «Γιάννης Ρίτσος»

[1] Πρόκειται για εισήγηση που εκφωνήθηκε κατά τη δεύτερη συνεδρία του 2ου Επιστημονικού Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στο Γύθειο στις 13 και 14 Απριλίου 2019. Διατηρήθηκε ο προφορικός της χαρακτήρας.
[2] Προκοπάκη, Χρ. (επιλ.) (2000), 401 και 405 αντίστοιχα. Κατά την παρουσίαση της εισήγησης χρησιμοποιήθηκε και προβολή παρουσίασης, όπου παρέθεσα, ως motto, τον παρακάτω στίχο από ποίημα του Ρίτσου, γραμμένου το 1977: «Ακόμη δε χωρούν μέσα στο μύθο» (Βλ. Ρίτσος, Γ., Κάποτε, 44). Στην τελευταία διαφάνεια της παρουσίασης παρατέθηκε το παρακάτω ποίημα, γραμμένο το 1978: «Ίσκιος  -ο ίδιος- | πριν και μετά τη δόξα. | Τα δεκανίκια | τα ρίξαμε στη θάλασσα. |Κάποιος θα τα βρει | θα τα κρατήσει | θα μας μιμηθεί. | Θα πει την αλήθεια.» (Ρίτσος, Γ. Πηλός, 81) (Η υπογράμμιση δική μου).
[3] Λειβαδίτης, Τ. (1975), 243-4. Το άρθρο αυτό  πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφ.  Αυγή στις 18-12-1975.
[4] Χαραλαμπίδης, Κ. (2009), 265-6. Τίτλος του δοκιμίου από όπου προέρχεται το απόσπασμα: Αναστοχασμοί στα πενηντάχρονα του αγώνα της ΕΟΚΑ – 1955-1959. Ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται σε παραδοσιακό κυπριακό αγώνισμα στο οποίο οι νέοι της Κερύνειας (και άλλων περιοχών) προσπαθούσαν να φτάσουν στο τέλος ενός ιστού αλειμμένου με λίπος πάνω από τη θάλασσα. Κέρδιζε όποιος έφτανε πρώτος στην άκρη του και έπιανε μια μικρή σημαία, πριν πέσει μαζί της στη θάλασσα.
[5] Στο Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών-Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) διαβάζουμε (σ. 1027): (γεώμ.) παραπληρωματικές γωνίες, δύο γωνίες που, όταν προστεθούν, δίνουν  άθροισμα δύο ορθών (180 μοίρες).
[6] Για τις περιόδους στις οποίες μπορεί να κατανεμηθεί το ογκώδες ποιητικό έργο του Ρίτσου πρώτος έχει διατυπώσει πρόταση ο Παναγιώτης Δ. Μαστροδημήτρης. Η Προκοπάκη χαρακτηρίζει την περίοδο 1956-1966 ως την «περίοδο των υψηλών συλλήψεων και ευρηματικών μορφικών τρόπων της “Τέταρτης διάστασης”», που ξεκινά από τον μη αρχαιόθεμο δραματικό μονόλογο «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» (1956). (Προκοπάκη, Χρ. (επιλ.) (2000), 16). Η Προκοπάκη, παρακολουθώντας  τις περιπέτειες του βίου του ποιητή, ορίζει ως τομή το έτος 1967 λόγω της ιστορικών γεγονότων της δικτατορίας. Ωστόσο, οι αναζητήσεις του Ρίτσου αναφορικά με το θέμα που μας απασχολεί είναι έντονες και μετά το 1967 (βλ. σε παρένθεση το έτος συγγραφής κάθε σύνθεσης ή συλλογής «Περσεφόνη» (1965-70), «Αγαμέμνων» (1966-70), «Αίας» (1967-9), «Χρυσόθεμις» (1967-70), «Ελένη» (1970), «Η επιστροφή της Ιφιγένειας» (1971-2), «Ισμήνη» (1966-1971) «Φαίδρα» (1974-5), όλα στην «Τέταρτη διάσταση», αλλά και ο «Τειρεσίας» (1964-1971), «Ο αφανισμός της Μήλος» (1969) ή οι «Επαναλήψεις», ιδίως σειρές Β΄ και Γ΄:  1968-9). Ο  Βελουδής αναφέρεται στην περιοδολόγηση της Προκοπάκη. (Βελουδής, Γ. (1984), 19-32 και σημ. 2 της σ. 145, όπου δίνονται και οι προτάσεις του Γ. Π. Σαββίδη και του Κ. Κουλουφάκου).
[7] Μαρτυρίες, Σειρά Α΄: 1957-1963, Σειρά Β΄: 1964-5, Σειρά Γ΄  : 1961-7. Οι τρεις συλλογές συμπεριλαμβάνονται πλέον στον Θ΄ συγκεντρωτικό τόμο των Ποιημάτων του Ρίτσου.
[8] Βλ. Ιλίνσκαγια, Σ. (1975),  38:  «Στον κύκλο “Επαναλήψεις”  ο Ρίτσος επιστρέφει και πάλι στους αρχαίους μύθους (υποθέσεις) και επαναλαμβάνοντάς τους, φωτίζει αναλογίες με τη σύγχρονη εποχή». Ο Λουί Αραγκόν  (1975), 22  γράφει ότι οι «Επαναλήψεις» αποτελούν τον αντίλαλο των βημάτων του Ρίτσου «αντίκρυ στην άλλη Ελλάδα, την αρχαία, όπου τα πάντα ζωγραφίζουνε πικρά το σήμερα»,  κατά τη μακρά ανηφορική του πορεία σε μια περίοδο διώξεων. Οι τρεις σειρές των «Επαναλήψεων» (Α΄: 1963-5, Β΄: 1968, Γ΄: 1969) συμπεριλαμβάνονται πλέον στον  Ι΄ τόμο των Ποιημάτων του Ρίτσου. 
[9] Μαρωνίτης, Δ.Ν. (2013), 46-8. Ο Μαρωνίτης, γράφοντας για τα «Μικρά Ομηρικά» επισημαίνει: «από το ‘70 δηλαδή και μετά, […] προοδευτικώς υποχωρούν, δίχως όμως να εξαφανίζονται»,  φτάνοντας μέχρι τη συλλογή «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα», ό.π., 49.
[10] Λειβαδίτης, Τ. (1975), 244-5. Με αφορμή την αναφορά του Λ. στην οικουμενικότητα της ποίησης του Ρίτσου, αξίζει να τονιστεί ότι και ο μύθος είναι ένα διαβατήριο για την οικουμενικότητα.  Βλ. σχετικά με το τελευταίο την Εισαγωγή, αλλά και τα Επιλογικά Ερωτήματα της συναδέλφου Δήμητρας Μήττα στο ψηφιακό περιβάλλον «Αριάδνη, Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας», που συμπεριλαμβάνεται  στις «Ψηφίδες για την Ελληνική Γλώσσα». http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/mythology/lexicon/introduction/page_001.html?prev=true και
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/mythology/lexicon/introduction/page_008.html  (τελευταία επίσκεψη στις 10-4-2019).
[11] Παγουλάτος,  Α. (2009),  14-5.
[12] Λειβαδίτης,  Τ. (1975), 244.
[13] Προκοπάκη, Χρ. (2014), 33-4.  Όπως σημειώνει σε άλλο σημείο η Π., με συνθέσεις όπως αυτές της «Τέταρτης διάστασης», «επιτυγχάνεται η διάσταση του χρόνου, αλλά και των εξακτινώσεων του πραγματικού, όπως τις συλλαμβάνει η οξυμμένη ποιητική όραση». (ό.π., 32). Βλ. επίσης, για το θέμα της αξιοποίησης του μύθου τις απόψεις του Βελουδή: «Εδώ [=στην «Τέταρτη διάσταση»], η συστηματική εκμετάλλευση του μύθου συναπαρτίζει μιαν εξαιρετικά πολύπλοκη σύνθεση, στην οποία ο μύθος αποτελεί το βασικό ποιητικό φορείο, το δοχείο στο οποίο θα χυθούν και θ’ αναμιχτούν δυο ακόμα στοιχεία, το αυτοβιογραφικό και το ιστορικό.  (Βελουδής, Γ. (1984), 70-71). Για το θέμα του χρόνου, ειδικά σε αυτήν την ποιητική περίοδο του Ρίτσου, βλ. και Σαντζίλιο, Κρ. (1978), 105-108, όπου υπάρχουν χαρακτηριστικές αναφορές στο θέμα του χρόνου, αντλημένες από συνθέσεις της «Τέταρτης διάστασης».
[14]  Βλ. παραπάνω, σημ. 1.
[15]  Παπαγεωργίου, Κ. Γ. (2009), ιδίως σ. 10. Ο Χαραλαμπίδης έγραψε ότι με τον συγκεκριμένο τίτλο [= «Τέταρτη διάσταση»] ο Ρίτσος «προφανώς επιχειρεί να διασπάσει τον χρόνο και τον χώρο», βλ. Χαραλαμπίδης, Κ.  (2018), 74.
[16] Προκοπάκη, Χρ. (2000), 23.
[17] Ρίτσος, Γ. Τι παράξενα πράματα, 75-77.
[18] Προκοπάκη, Χρ. (επιμ.). (1991), 98-101. Μετά την  παράθεση  της επιστολής του Ρίτσου, η Προκοπάκη γράφει «Ένα σχόλιο στο γράμμα» (σ. 101-2).
[19] Προκοπάκη, Χρ. (επιμ.) (1991), 99.  Ο Ρίτσος σε αυτήν την επιστολή παραθέτει συλλογές και συνθέσεις αυτής της κατηγορίας (σε παρένθεση το έτος συγγραφής): Επιτάφιος (1936), Τρία  χορικά (1944-7), Ρωμιοσύνη (1945-7), Η Κυρά των αμπελιών (1945-7), Καπνισμένο τσουκάλι  (1949), Οι γειτονιές του κόσμου (1949-51), Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί (1950),  Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο. Νίκος Μπελογιάννης  (1952), Αποχαιρετισμός  (1957),  Δώδεκα κεφάλαια απ’ τη Ντοφτάνα (Ι-ΧΙΙ) (1958), Ο τελευταίος και ο πρώτος του Λίντιτσε (1960), Ο μαύρος Άγιος. Πάτρις Λουμούμπα  (1961), Μαντατοφόρες (1967-9), Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη  (1967-71), Πέτρες (1968), Δίχτυ (1970), Κωδωνοστάσιο (1972).
[20]  Για να το πετύχει αυτό, ο Ρίτσος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι: «(…) αρκετά νωρίς απόχτησα την “καλλιτεχνική πονηρία”  να βάζω τους τρίτους να μιλάνε», Βλ. Προκοπάκη Χρ. (επιμ).  (1991), 99. Για το θέμα αυτό πβλ. τους στίχους του Ρ. «Μ’  όλη την πανουργία του απελπισμένου συνεχίζει να μιλάει |  Μεταβιβάζοντας σε τρίτους τα λόγια του, τις σιωπές του, τη σιωπή μας…» από το ποίημα «Ηθοποιία», που αξίζει να διαβαστεί ολόκληρο (Ρίτσος, Γ. Προσωπίδες, 119 ). Σημειώνεται το έτος συγγραφής της συλλογής: 1972-3 και του συγκεκριμένου ποιήματος: 28-11-1972. Η επιστολή προς την Προκοπάκη, για την οποία γίνεται λόγος, είναι λίγο προγενέστερη: 15-5-1972.
[21] Προκοπάκη Χρ. (επιμ).  (1991), 98-9. Ο ίδιος ο Ρίτσος στην επιστολή παραθέτει ως δείγματα αυτής της κατηγορίας, αντιδιαστέλλοντάς τα προς τα επικαιρικά ποιήματα της πρώτης,  τον Αφανισμό της Μήλος (1969) και τις Επαναλήψεις. Βλ. και για άλλα ποιήματα αυτής της κατηγορίας παραπάνω,  τη σημ. 5.
[22] Έχει ίσως ενδιαφέρον ότι την εικόνα της θάλασσας είχε χρησιμοποιήσει ήδη από το 1973, ο Πάνος Θασίτης σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η Συνέχεια (τεύχος 1, Ιανουάριος 1973) και αναδημοσιεύτηκε το 1975 στο Γιάννης Ρίτσος, Μελέτες για το έργο του, Αθήνα: Διογένης, 151-160. Ο Θασίτης κατατάσσει την ποίηση του Ρίτσου στην κατηγορία της εκτατικής, που εκφράζει τον κόσμο στο πλάτος του, αντιδιαστέλλοντάς την από την κρατούσα στη σύγχρονη ποίηση εντατική ποίηση, που ασχολείται επιλεκτικά με στιγμές στις οποίες εμβαθύνει, ασχολούμενη με «ένα κομμάτι θάλασσας στη θέση της θάλασσας» (ό.π., 154). Ο Θασίτης προκρίνει την πρώτη κατηγορία. Θα μπορούσαμε ίσως  να υποστηρίξουμε ότι με το σύνολο της αρχαιόθεμης ποίησής του (πολύστιχες συνθέσεις και ολιγόστιχα ποιήματα) ο Ρίτσος κατορθώνει να συζεύξει τις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες.
[23] Προκοπάκη, Χρ. (1981), 54.
[24] Αξίζει να προσεχθούν οι ακροτελεύτιες σκέψεις του Μαρωνίτη για τη λειτουργία των αρχαιόμυθων ποιημάτων , χάρη στα οποία «ο πολιτικός κύκλος του Γ.Ρ. (που μπορεί κάποτε και να μεταβάλλεται σε πολιτικό κλοιό) ανοίγει και ο ποιητής απελευθερώνεται», αφού μυθοποιώντας «κατά κάποιον τρόπο τον επίκαιρο λόγο του» εξασφαλίζει «στο ποιητικό του έργο διαστάσεις μεγαλύτερου εύρους και βάθους» και «την ανάσα της πολυσημίας.» (Μαρωνίτης, Δ.Ν. (2013), 57-8).
[25] Ρίτσος, Γ. Μαρτυρίες, 271.
[26] Ρίτσος, Γ. Επαναλήψεις, 41.
[27] Ρίτσος, Γ. Επαναλήψεις,  53.
[28] Ρίτσος, Γ. Επαναλήψεις, 68. Στην πρώτη σειρά των Επαναλήψεων , 21 ενδιαφέρον έχει το ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Συνέπειες», όπου, από ένα προχωρημένο χρονικά σημείο, μετά τη σύντομη αναδρομική αφήγηση,  αποτιμώνται οι συνέπειες του ακρωτηριασμού των ερμαϊκών στηλών από τον Αλκιβιάδη. Πβλ., επίσης, τον τίτλο ενός άλλου ποιήματος, που όμως θέτει διαφορετικά προβλήματα: «Μετά την τελετή»:  Ρίτσος, Γ. Μαρτυρίες, 264. Βλ. επίσης ένα  μη αρχαιόθεμο ποίημα με τίτλο «Στο υπερώον», που ξεκινά με τον στίχο: «Μετά την παράσταση» (Ρίτσος, Γ. Υπερώον, 22). Παρεμπιπτόντως, ας αναφερθεί ότι στη συλλογή αυτή παρεισφρέουν αναφορές σε πρόσωπα με μυθικά ή ιστορικά ονόματα. Ενδεικτικά παραδείγματα, συνοδευόμενα από τον αριθμό της σελίδας που βρίσκεται κάθε αναφορά: Αλκιβιάδης (36), Αχιλλέας (50), Πάτροκλος (52), Νικίας (αλλά και Βαγγέλης, στο ίδιο ποίημα) (59), Περσεφόνη (70), Άρτεμη (71). Θα άξιζε ίσως να μελετηθεί αν έχουν κάποια σημασία για το θέμα μας και με ποιον τρόπο αξιοποιούνται οι αναφορές αυτές στην όψιμη αυτή συλλογή, γραμμένη το 1985 και εκδομένη το 2013. Τελικά, για να θυμηθούμε τον στίχο «Ακόμη δε χωρούν μέσα στο μύθο», ποιοι, πόσοι και πώς  χωρούν μέσα στον μύθο; Πβλ. και το απόσπασμα από τη συλλογή «Κάποτε», σελ. 49 «Μεγάλη δυσκολία | το πλάσιμο | θετικών ηρώων -| όταν αφήσουν χάμου | τις σημαίες | δεν ξέρουν πια | τι να κάνουν τα χέρια τους | ούτε και εμείς… ). Ας σημειωθεί, επίσης, ότι η συλλογή με τον τίτλο «Πριν και μετά» (1976), που συμπεριλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο Ποιήματα ΙΓ΄ (1976-7), 107-134, δεν περιέχει αρχαιόθεμα ποιήματα ούτε ποιήματα που σχετίζονται με ό,τι συζητούμε εδώ. Επισημαίνεται ως μόνο στοιχείο επαφής με ό,τι προαναφέρθηκε η αφηγηματική διάσταση των ποιημάτων της εν λόγω συλλογής. Αναφέρω τέλος ότι ο τίτλος της εισήγησης αυτής αφορμήθηκε από τη χρήση του συγκεκριμένου προθετικού συνόλου.
[29] Ρίτσος, Γ. Αργά, 44. Από την ίδια συλλογή ερανίζομαι στίχο που σχετίζεται με το θέμα μας «Κανένας, μα κανένας δεν ήξερε τότε | πως το παροδικό περνά στο μύθο.»,  ό.π., 67, στο ποίημα με τίτλο «Γηρατειά».
[30]  Βien, P. (1975), 74. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο αμερικανικό περιοδικό Books Abroad, τόμος 48, τεύχος 1 (Χειμώνας 1974).
[31] Ρίτσος Γ. Μαρτυρίες, 270.
[32]  Ας μνημονευθεί και ένα άλλο παράδειγμα, μέσω του οποίου είναι πολύ πιθανό να αναδειχθεί η ανεπάρκεια του μελλοντικού αναγνώστη, αυτό του Ελπήνορα, ο οποίος δεν κατονομάζεται στο ποίημα Μη-ήρωας από τις Μαρτυρίες, 276. Στο σχολικό εγχειρίδιο της Οδύσσειας Α΄ Γυμνασίου (συγγρ. ομάδα: Μαρία Σαμαρά και Κώστας Τοπούζης. Έκδοση: ΙΤΥΕ-Διόφαντος), το όνομα του Ελπήνορα αναφέρεται στα εξής αποσπάσματα που δίνονται από μετάφραση και είναι ελάχιστα διαφωτιστικά (με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους μαθητές ως μελλοντικούς αναγνώστες) για έναν από τους διασημότερους αντιήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας: «Kατά την αναχώρηση, ο σύντροφος Eλπήνορας –“μήτε […] πολύ γενναίος, μήτε […] τόσο γνωστικός”– ζαλισμένος από το πολύ κρασί, έπεσε από το δώμα και σκοτώθηκε, πάνω δε στη βιασύνη μας τον αφήσαμε άταφο». (σ. 100) «Πρώτη είδα την ψυχή του άταφου Eλπήνορα, που μου ζήτησε να κάψω το σώμα του και να του υψώσω τύμβο με καρφωμένο επάνω το κουπί του, για να μην ξεχαστεί από τους ανθρώπους.» (σ. 101). Ο υπομνηματισμός τέτοιων ποιημάτων με τη χρήση των δυνατοτήτων του υπερκειμένου, θα πρόσφερε βέβαια λύση στο πρόβλημα, αρκεί οι χρήστες του διαδικτύου να έχουν ασκηθεί στην αξιοποίησή του και να έχουν αντιληφθεί τη χρησιμότητά του.
[33] Οι αριθμοί των ανθολογούμενων κειμένων ίσχυαν κατά την πρόσβαση στον ιστοχώρο στις 10-4-2019 και ενδέχεται να αλλάξουν στο μέλλον.
[34] Ένα παράδειγμα για τις πολλαπλές δυνατότητες που παρέχει το περιβάλλον. Το προαναφερθέν  ποίημα «Μετά την Τροία» είναι προσβάσιμο μέσω της ενότητας του «Νόστου»: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/mythology/browse.html?text_id=528.
 Σύντομος υπομνηματισμός του και τεκμηρίωση στην «Πυξίδα»:  http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/navigator/browse.html?object_id=20533.
Σχετικά με τον «τρελό φιλόσοφο» του ποιήματος μεταβαίνουμε στους  «Σελιδοδείκτες»: http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1752/1695.
Βιογραφικά στοιχεία του ποιητή, βιβλιογραφία  και ανθολογία μελετών για τον Ρίτσο στο «Πρόσωπα και Θέματα της ΝΕ Λογοτεχνίας» και στα «Σύμμεικτα»: http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/education/literature_history/search.html?details=70  και
http://georgakas.lit.auth.gr/simikta/index.php/anazitisi/simple-search?chronoform=simpleSearch&search=%CE%A1%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%82+&input=1&event=submit. Μάλιστα στην πρώτη από τις δύο ενότητες παρατίθενται αποσπάσματα που αφορούν τη μυθική μέθοδο και τα αρχαιόθεμα ποιήματα του Ρίτσου (βλ. ιδίως τα αποσπάσματα από κείμενα του Χρίστου Αλεξίου και της Αλεξάνδρας Ζερβού, που σχετίζονται με το θέμα μας).
Συμφραστικός Πίνακας Λέξεων του Ρίτσου στην «Ανεμόσκαλα»: http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/index.html?cnd_id=14
       Βλ. επίσης την πολύ ενδιαφέρουσα Εισαγωγή  της συναδέλφου Μαρίας Ακριτίδου Για τη συγκρότηση της αρχαιόθεμης ανθολογίας ποιημάτων του Γ. Ρίτσου στο περιβάλλον των «Ψηφίδων» (http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/mythology/annex/page_002.html ), όπου παρατίθενται στοιχεία για τα ποιήματα που συγκρότησαν τη συγκεκριμένη ανθολογία και δίνεται εκτενής βιβλιογραφία, μέχρι την πλέον πρόσφατη.
       Στη συγκεκριμένη ανθολόγηση βρήκαν τη θέση τους εκτός από αρχαιόθεμα μυθογενήαρχαιόμυθα) και αρχαιόθεμα ιστοριογενή ποιήματα και ποιήματα που χαρακτηρίζονται ως «αρχαιολογικά»,  με την έννοια ότι αναφέρονται σε «συνθέσεις με άξονα τον ποιητικό στοχασμό πάνω σε ερείπια ή τεχνουργήματα» ή «όσα ποιήματα συνομιλούν με το αρχαίο δράμα ως παράσταση, στην υλική επιτελεστικότητά του, αλλά και ποιήματα που θεματοποιούν μια άλλη μορφή επιτελεστικότητας, τις αρχαίες τελετουργίες». 
[35] Σημειώνω ότι πρόταση για αξιοποίηση των αρχαιόθεμων ποιημάτων της «Τέταρτης διάστασης» είχε διατυπώσει ο συνάδελφος Θεόδωρος Μπόλλας το 1990 σε εκδήλωση αφιερωμένη στον Γ. Ρίτσο. Είχε τότε εκθέσει αναλυτικά τα οφέλη από τη διδασκαλία αυτή. Δυστυχώς, η πρόταση δεν εισακούσθηκε. Βλ. σχετικά Μπόλλας, Θ. Γ. (1990), ιδίως σ. 25 για τα οφέλη από τη διδασκαλία των αρχαιόθεμων συνθέσεων της «Τέταρτης  διάστασης».
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.