Loading...
Βιβλιοπαρουσιάσεις

Κλεονίκη Δρούγκα: Μια κριτική ματιά στην ποίηση των: Κώστα Α. Κρεμμύδα και Τριαντάφυλλου Η. Κωτόπουλου στο συλλογικό ποιητικό έργο  4×4

 

 Ίσως να μπορείς να ξεφύγεις από τις αμαρτίες σου
με εκούσιο εγκλη/εισμό –
 για λίγο
Κλεονίκη Δρούγκα

 

 

1.

 Ίσως να μπορείς να ξεφύγεις από τις αμαρτίες σου
με εκούσιο εγκλη/εισμό –
 για λίγο
Κλεονίκη Δρούγκα
 

 

1.Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τις αμαρτίες σου

Κ. Α. Κρεμμύδας

 

Τελεολογικός είναι ο τίτλος του Κώστα Κρεμμύδα «Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τις αμαρτίες σου» στην ποιητική υπο-συλλογή μέσα στην ευρύτερη ομάδα ποιημάτων, στο πόνημα 4×4.[1] Ο ποιητής καταθέτει τις σκέψεις του εν είδη εξομολόγησης. Προτάσσει το ρήμα «εξομολογούμαι» και μιλά σε α΄ πρόσωπο, χαμηλόφωνα και -μαζί- επιβλητικά- υπονοώντας μια βαθύτερη δύναμη, για να καταθέσει την ψυχή του -δεν είναι εύκολη η όποια εξομολόγηση ούτε δεδομένη. Ανησυχεί για την κριτική που θα του γίνει όχι μόνο από αυτούς που τυπικά έχουν την δικαιοδοσία να την επιβάλουν -ότε αν χρειαστεί- αλλά από όλους, αδιακρίτως, και μάλιστα αυτούς που γρήγορα κρίνουν και πιο εύκολα καταδικάζουν. Ο ποιητής δεν επιλέγει τη σιωπή ως μια κάποια λύση για τη διατήρηση της δικής του ηρεμίας· επιλέγει την έκθεση, την έκφραση, την καταγγελία  «για να ΄χω ήσυχη συνείδηση στην γκιλοτίνα……φροντίζω πάντα να διατηρώ καλές τις σχέσεις μου με δήμιους».

Με νοσταλγική διάθεση επικεντρώνει την σκέψη του στο ωραιότερο απόκτημα της ζωής του, τον γιο του, με λόγο πεζολογικό. Ο ποιητής φέρνει στη μνήμη κι ενώνει μέσα του θραύσματα του παρόντος και του παρελθόντος «…την ίδια κασέτα…στο παλιό φορντ…», θύμησες γεγονότων που βίωσε, που μπορεί να μην είχαν τότε την ίδια σημασία στη ζωή του, αλλά, με το πέρασμα του χρόνου έγιναν αγαπημένα φορτικές, γιγαντώθηκαν, τον κατέκλυσαν, τον στοίχειωσαν, τον ανέστησαν «αργότερα η μνήμη στιγμές ιερές». Οι μνήμες δικαιολογούν την ύπαρξή του, την επιβεβαιώνουν και την ενθαρρύνουν «στα δύσκολα περάσματα γεμίζει η ανάσα σου.. Το χέρι στο τιμόνι». Το ταξίδι με τον γιο, που κάποτε ήταν καθοδηγούμενο από τον πατέρα, τώρα γίνεται με δυο καπετάνιους, πατέρα και γιο πλάι πλάι με την πίστη ότι οι θάλασσες θα είναι ήρεμες· σύντομα, μάλιστα, το ταξίδι θα γίνεται με δυο καράβια, που καθένα έχει τον δικό του καπετάνιο, -αλλά δεν θα σταματήσουν να πλέουν δίπλα δίπλα- με την αγωνία της κλεψύδρας του χρόνου.

Αλλά δεν είναι μόνο η αγωνία της φθοράς που κάνει κατάληψη στη σκέψη του· είναι και οι καιροί αλλόκοτα διαφορετικοί, αδιέξοδοι και σκοτεινοί που τον καθηλώνουν σε λαβύρινθους χαοτικούς «…πως να βρεις το escape», κάνοντάς τον αλληλέγγυο «στα δεινά του κόσμου» που είναι και δικά του δεινά και προστίθενται στις έγνοιες, τις σκέψεις που τριβελίζουν το μυαλό του για κάτι που θα μπορούσε να κάνει αλλιώς, τυχόν παραλείψεις ή συγκρούσεις. Η πάλη με τον εαυτό γίνεται τότε δυσβάστακτη για τον ποιητή και η πράξη αυτοκριτικής επώδυνη – μερικές φορές τον τρομάζει «θαρρώ θανάσιμα τα αμαρτήματα μ΄ ελάχιστους διαιρέτες (εγώ κι ο εαυτός μου)» μαζί και η γραφή, που, όμως είναι ανάγκη. Την αδυναμία του την αποδίδει σε μια αφαίμαξη της ζωντάνιας, απότοκο της δυσκολίας των καιρών «…να αφαιρέσουμε ζωή χωρίς σπιρτάδα δεν απομένει δύναμη καμιά…».

Σε κάθε του ποίημα ο ποιητής Κώστας Κρεμμύδας μιλά για την ποίηση «πρέπει να φωνάζει το ποίημα». Την γράφει, κατεξοχήν, στην ησυχία της νύχτας «Τα καλύτερα στιχάκια τα συνθέτω στον ύπνο μου», δοκιμάζοντας τεχνικές και γραφές, προσθέσεις κι αφαιρέσεις, σβησίματα, βάσανο και ρυθμό στο ποιητικό κείμενο και όλα αυτά τα επαναπροσδιορίζει, ενώ η ζωή φυραίνει κι ο χρόνος αδυσώπητος κλείνει τους κύκλους «πρέπει να αφαιρεθώ σε ένα μηδέν γινόμενο Το ημικύκλιο της ζωής να κλείσει» και γίνεται εχθρός «…λασπώνει μέσα στην τόση σκόνη τα γυαλιά σας…». Ο ποιητής ανοίγει μια παρένθεση για τους σύγχρονους καιρούς, νοσταλγική πάλι των εποχών που πέρασαν και τον καθόρισαν ως ποιητή, αφήνοντας έναν υπαινιγμό για την σύγχρονη ευκολία «(η αγωνία του λευκού χαρτιού) κι εσύ να γράφεις ακόμη σε υπολογιστή».

Πάντα, όμως, στο νου του είναι η σημασία της ποίησης που γίνεται ζωή και η ζωή που γίνεται ποίηση και ειρμός και συνειρμός και αγωνία και επανάσταση και κλάμα και γέλιο και ζωή και θάνατος «δίνουν στη ζωή θάνατο για να την χάσουν πάλι». Χάρη σ΄ αυτήν γίνεται αισθητή η παρουσία και η απουσία του άλλου και του ίδιου και «δίνουν απάντηση στο διαρκές ερώτημα του ανθρώπου». Η ποίηση έτσι μεταβάλλεται σε ζωή που μπλέκει, ξεμπλέκει, «…ξαφνιάζει…», «…συμπονά…», γίνεται έκρηξη και προκαλεί κι άλλες «…μια κάνουλα ανοιχτή σ΄ αέριο», αντιδιαστέλλεται με την πολιτική, την πόζα, την φλυαρία, την κίβδηλη ατάκα, τους κίβδηλους ανθρώπους «…ένας πολιτικός μπορεί να γίνει ποιητής…; Γι΄ αυτό και φωτογράφιζα άδειες καρέκλες πάντοτε…».

Ο ποιητής με έναν ειρμό που δεν ξεφεύγει καθόλου από τον αρχικό του σκοπό κρίνει θεσμούς «…ντρεπόμουν να τους μιλήσω Το απαγόρευε η δασκάλα στην ώρα του Μαθήματος…», «…Ήξερα ότι χαμένα θα πήγαιναν τα χρόνια μου…»,«…ο προϊστάμενος μας επέβλεπε να δουλεύουμε αμίλητοι…», «…ο γιατρός μου συνέστησε να σιωπήσω…», «…οι λέξεις χάθηκαν από τα κράτη Το ίδιο και οι άνθρωποι» που μικραίνουν τον άνθρωπο, λιγοστεύουν τη χαρά, φυραίνουν την επικοινωνία, το δόσιμο, κονιορτοποιούν τη μοναδικότητά του ανθρώπου που μαθαίνει να υπακούει, να δέχεται, να σιωπά. Και τότε μεγαλώνει η απόσταση του εγώ με το εγώ και του εγώ με το εσύ κι οι άνθρωποι χάνονται. Γι΄ αυτό και καταλήγει στη διαπίστωση ότι ο άνθρωπος είναι μόνος «Με επιτραπέζια Έπαιζα πάντα Μόνος» και φοβισμένος «…με φόβο και με πόνο μεγαλώνει ο άνθρωπος…»· πόσο μάλιστα σε καιρούς που η μόνωση είναι επιβαλλόμενη, γίνεται τρόπος σκέψης, «προστασία» και πνίγει τον άνθρωπο ή καλύτερα τον οδηγεί σε αυτοχειρία πνιγμού «ο χρόνος μοιάζει πεθαμένος…αρρωστημένα επαναλαμβανόμενος…», «…Απόλυτα: μόλις αυτοκτόνησα».

Προτείνει να αδειάσουμε την μνήμη από το δύσκολο παρόν «…Ας τα ξεχάσουμε όλα…», γιατί η ζωή είναι «…ένα παιχνίδι…», δύσκολη «…μας πετσοκόβουν εν ζωή συνέχεια…», αβέβαιη, να δούμε την ζωή όπως είναι, για να αντέξουμε «…τα πάντα ένα αστείο είναι…».

Χαμηλόφωνα, πεζολογικά, χωρίς συναισθηματικές εκρήξεις η ποίηση του κ. Κρεμμύδα αφήνει τα ίχνη της στη σκέψη και την ψυχή μας, συνομιλεί με τις αδυναμίες μας, σκάβει μέσα μας, γίνεται χέρι στον ώμο. Ο Κώστας Κρεμμύδας με τον εικονοπλαστικό του λόγο εντείνει την ανάγκη για ζωή, καθορίζει το παιχνίδι της και προτρέπει να το ζήσουμε. Ο ίδιος το έχει ανάγκη και το εξομολογείται. Εκτίθεται και εκθέτει αφοπλιστικά, σπουδαία και λιτά, τόσο λιτά και γι΄ αυτό σπουδαία, επιτρέποντάς μας να συνεχίσουμε και να προεκτείνουμε τη σκέψη του, όπως εμείς θέλουμε, παρηγορητικά.

 

 2.Εγκλησμός

Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος

 

Για τον Τριαντάφυλλο Κωτόπουλο η ποίηση είναι πράξη «action», όπως ο ίδιος γράφει στον τίτλο του πρώτου ποιήματος της υπο-συλλογής ποιημάτων στο Συλλογικό ποιητικό πόνημα 4*4. Η πράξη, μετά, γίνεται ποίηση, εκθέτει τα κακώς κείμενα, τα ανατρέπει, τα γιατρεύει. Ο ποιητής πάλλεται «…ούτε εγώ δεν μπορώ να ζήσω εδώ, έτσι, για πάντα…», αισθάνεται την απώλεια του αγγίγματος «…το άγγιγμα που μας έλειψε…», παρά την επιμελή εφευρετικότητα του ανθρώπου για άλλα εργαλεία επικοινωνίας «…Είχα απ΄ όλα στο μεταξύ, χειρονομίες, μορφασμούς, κινήσεις, φωνή με ελάχιστα αγκομαχητά, σύνεργα και άλλα…», την απώλεια της επαφής με τους δικούς του ανθρώπους, τους γιους του, την έλλειψη της θάλασσας που άλλοτε γίνεται σύμβολο νοσταλγίας της γνήσιας επαφής και καταγγέλλει τα μέσα «προστασίας» που διώκουν τις βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες «…διώκεται ο περίπατος εκτός αυτών…» κι άλλοτε γίνεται χώρος απώλειας «τετράδιο με δράκαινες…Ένα κεφάλαιο γεμάτο γαλάζιους σταυρούς».

Ο εγκλη/εισμός τον στενοχωρεί και μαζί οι «νέες» διαδικτυακές συνήθειες που φαντάζουν ως μια κάποια λύση, αλλά επιτείνουν την αδιέξοδη πραγματικότητα και την ανάγκη για πραγματική ζωή. Τότε ο ποιητής γράφει με ειρωνικό υπαινιγμό που ξεκινά από την ηλικία «…όλη μου η Τρίτη ηλικία…» και καταλήγει στις εξωανθρώπινες συνθήκες ζωής· γράφει για να ζήσει, να αναπνεύσει· γράφει με τρόπο χειμαρρώδη, αβίαστο «…κι άλλαξα το ρυάκι στο ποίημά μου, το έκανα ποταμό να ξεχειλίζει…» καταγγελτικό, άμεσο, αφειδώλευτα δηλωτικό και -όπου χρειάζεται- συνυποδηλωτικό για την στασιμότητα, τον βάλτο που βρωμίζει τα παπούτσια όσων έχουν ακινητοποιηθεί μέσα του πειθήνια, την αδυναμία αλλαγής, το μονωτικό κι αφιλόξενο αστικό περιβάλλον «…δασυνόμενη η πλήξη της ηρακλείτειας ζωής στα σπιρτόκουτα του τσιμέντου…».

Δεν τον αφήνει να ησυχάσει κάθε είδους εγλει/ησμός: η αυταρέσκεια που δονεί τις χορδές της υπεροψίας «μωροφιλοδοξίες ανάμεσα σε δυο πόδια», που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να σκέφτεται καθαρά, η αδυναμία ισότιμης αντιμετώπισης του ατόμου «εγκλεισμός σε ανάπηρο σώμα, αβάσταχτος», ο ιδρυματισμός «εγκλεισμός σε ίδρυμα με φωνές τρομακτικές», οι εμμονές «εγκλησμός σε μικροεγωισμούς, αδύναμος», το κλείσιμο στους τέσσερις τοίχους «εγκλησμός της ανθρώπινης ύπαρξης, ηττημένος». Και θέτει τα ερωτήματά του με αφοπλιστική ειλικρίνεια· την ίδια ειλικρίνεια χρειάζεται ο ποιητής και στις απαντήσεις των άλλων «κι ας απαντήσει όποιος μπορεί και σε όλα».

Η μνήμη του ματώνει, γυρνώντας πίσω σε βιώματα και εποχές -όχι πολύ παλιότερες- με φίλους, με συντροφιές με παρέες, πράγματα απλά, καθημερινά, που όποιος τα ζει τα περνά ως δεδομένα -αλλά δεν είναι- «…η κρυμμένη στη χούφτα της Βενιζέλου πασχαλίτσα οι ασυναίρετες χασμωδίες κι οι αρετσίνωτες, οι αδιαπραγμάτευτες τεμπελιές μου…» και ζητά εναγώνια τη διαβεβαίωση της επαφής «…Να μου υποσχεθείτε πως θα μιλάμε και θα αγκαλιαζόμαστε», γιατί η εποχή ύπουλα σχηματίζει εφιαλτικές εικόνες και τρώει τα σωθικά της λογικής με μια επίγνωση εκδίκησης «…Το βαφτίσανε κατάθλιψη και ψυχολογική γρίπη, Σοφία…».

Την ίδια πικρία του προκαλεί η κινηματογραφική ταχύτητα του χρόνου, που περνά και συνθλίβει όσους τον χάνουν. Αναζητά τα καλοκαίρια του «…φεύγουν γλιστράν μέσα απ΄ τα χέρια μου…», τα μεσημέρια των Κυριακών «…και να φροντίσεις τα μεσημέρια μας, τις Κυριακές…» κι ερωτικά απευθύνεται στην αγαπημένη του· πιάνεται από το γέλιο της «…καθώς θολώνω σε αντικρύζω να μου γελάς…», το αεράκι που της υποτάσσεται «…και προσκυνάει και υποτάσσεται κάθε νοτιάς…» και προχωρά. Κι ας είναι η εποχή δύσκολη, μονωτική και δυσβάστακτη «…Η εποχή θυμίζει μαύρη καλημέρα…τώρα στα διπλανά μπαλκόνια έχει φως Και οι πλατείες είναι άδειες θυγατέρες…». Ο ποιητής γράφει στίχους, οι στίχοι γίνονται ήχοι, οι ήχοι φωνές ρυθμικές, τραγούδια και συγκινούν βαθύτερες εσοχές της ψυχής. Η Τέχνη της ποίησης συναντά την Τέχνη της μουσικής και γεννά Τέχνη.

Ο ποιητής είναι ταγμένος στην ποίηση και στον άνθρωπο «…Γράφω χωρίς συμβόλαια…». Έχει πάρει τις αποφάσεις του· ναι, του λείπουν κάποιες ανέμελες νυχτερινές παρέες, η ζωή, όπως την είχε διαμορφώσει παλιά αλλά πλέον κάθε κύτταρο του εαυτού του ποθεί να γράψει, να γοητεύσει τις λέξεις, να τις κατακτήσει. Είναι άλλες οι εποχές «…Επιδιώκω την απουσία μου…Δεν στέκομαι, έχω να δουλέψω, τους γνέφω πως θα περάσω μετά…»· είναι εποχές που η επαφή με την ποίηση μεταβάλλεται σε ερωτική συνεύρεση και βάζει μπουρλότο με λίγους στίχους περιγραφής μιας παθιασμένης ερωτικής πράξης στο συνειδητό κι ασυνείδητό μας «…Ασελγούσαμε κι αποτελειώναμε στις μελανιασμένες δαγκωματιές του λαιμού…». Κι έτσι ο Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος βρίσκει τη θέση του στη χορεία των ποιητών «…Ανυπότακτος κι εγώ Βρήκα τη θέση μου».

Ανταποδίδει με ειλικρίνεια στα λόγια του «χωρίς αποστάσεις 1.5 και 2 μέτρων, χωρίς μάσκες…αλλιώς δεν γίνεται στην επαφή» για κάθε τι που τον πονά, για τον ανήλικο που ξεβράζεται στο ταξίδι για ένα καλύτερο αύριο, για τον ενήλικα που σωριάζεται μετά από πάλη με την αγριεμένη θάλασσα -«λανθασμένη θάλασσα Υπάρχει». Και εναγώνια ελπίζει «προσδοκώ ανάσταση κριτικών και γραμματολογίες ορθές του μέλλοντος ιστορικού του στίχου Αμήν» για την ποίηση. Την αποστρέφεται την κενή κριτικολογία, τις εύκολες γενικεύσεις, τις κωδικοποιήσεις και τα άτεχνα σχήματα στα ποιήματα.

Ο Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος εικονοποιεί τη σκέψη του, που συνειρμικά αποδομένη αγγίζει τον εαυτό του, τον χρόνο, τις αλήθειες, τη ζωή του, τη ζωή των άλλων, την Ποίηση. Ρεαλιστικά και υπερρεαλιστικά περιγράφει την εποχή του, άλλοτε υπαινικτικά άλλοτε με ξεκάθαρα λόγια, και καταγγέλλει με δηκτικό τρόπο ό,τι τον βασανίζει, κάνοντας ένα απολογισμό προσωπικό. Υπερασπίζεται ό,τι αγαπά σε πρώτο ενικό, καθηλώνοντας τα βλέμματα στην πένα του, στις λέξεις του με την αυθεντικότητα του ποιητικού του λόγου. Τελικά καταφέρνει να πυροδοτήσει -όπως λέει κι ο Αναγνωστάκης- «φωλιές νερού μέσα στη φωτιά».

[1] Πρόκειται για την Ποιητική Συλλογή με υπέρτιτλο «Συναντήσεις παντός καιρού» τεσσάρων δημιουργών: Κώστα Α. Κρεμμύδα, Τριαντάφυλλου Η. Κωτόπουλου, Γιάννη Πανούση και Νίκου Φωτόπουλου, 2021, εκδόσεις Πικραμένου.

Η Συλλογή δημοσιεύτηκε την χρονική περίοδο της καραντίνας και σε αρκετά σημεία της την αντανακλά, καθώς αποτυπώνει ποικίλες εσωτερικές συγκρούσεις των ποιητικών υποκειμένων, τη μόνωση του ανθρώπου και την απομάκρυνσή του από την κοινότητα, μέσα στην οποία νοείται αποκλειστικά η ύπαρξή του.

Στην παρούσα κριτική τοποθέτηση ασχολούμαι με την ποιητική των πρώτων δύο ποιητών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.