ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Κωνσταντίνος Γεωργίου: Αλέξανδρος Μαράκης Μπούρκας, Από αίμα σε αίμα. Εκδόσεις Ιωλκός, 2021

Επί της σκηνής του αίματος

 

      Η αυλαία άνοιξε, τα φώτα της ράμπας άναψαν, οι θεατές εσιώπησαν, ο πρωταγωνιστής γυμνός μπροστά στα μάτια τους, έτοιμος στην σκηνή να ερμηνεύσει τον ρόλο. Αυτή την φορά, όμως, δεν θα υποκριθεί, δεν θα υποδυθεί τον χαρακτήρα ενός άλλου προσώπου παρά μόνο τον δικό του, έτσι όπως του τον επεφύλαξε η μοίρα. Είναι ο Αλέξανδρος Μαράκης Μπούρκας, ηθοποιός, νέος και ταλαντούχος, και σε αυτήν την πρώτη του ποιητική παράσταση μάς αιφνιδιάζει ευχάριστα, γιατί επιβεβαιώνει ότι η καλλιέργεια της τέχνης και η έκφρασή της ούτε μονοσήμαντη είναι ούτε στεγανά έχει. Ο ποιητής του ήθους είναι και ποιητής του λόγου.

ΣΕ ΘΥΜΑΜΑΙ…

Σε θυμάμαι σαν φως που αγγίζει τον ουρανό.

Όλες οι ηλιαχτίδες σου κινούνται αναλλοίωτες στο σύμπαν.

Ένα χαμόγελο που αγγίζει όλο τον κόσμο.

Μια ενέργεια που καταπίνει όλη την κίνηση του γαλαξία.

Τα μαλλιά σου ανεμίζονται πελώρια γύρω από τα μάτια μου.

Είσαι γυναίκα, είσαι όνειρο, είσαι μάνα.

Ένας χαμένος έρωτας, ένα ταξίδι στην ανάμνησή σου.

Μια αγκαλιά που χαράχθηκε.

Μη φεύγεις μακριά μου, σε αγαπάω.

Απλά δεν είχα λόγια να το πω.

Δεν είχα σώμα.

Όλα αναλώνονται γύρω μου, όλα γερνάνε απότομα.

Πάρε με από τη μοναξιά.

Είσαι εδώ και ταξιδεύεις…

Έρχομαι σε λίγο.

 

      Σε τούτο το έργο, λοιπόν, με τίτλο Από αίμα σε αίμα, προορισμένο για έναν ρόλο, ο πρωταγωνιστής αποκαλύπτει τον λόγο και το ήθος του, έτσι όπως διαμορφώθηκε βιωματικά και δραματικά σε μια πολύ ευαίσθητη για τον ίδιο περίοδο, αυτήν της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, μέσα από την απώλεια των πολυαγαπημένων γονιών του. Πρώτα η μητέρα, αργότερα ο πατέρας… Η ιδιότυπη αυτή ποιητική συλλογή μοιάζει με ένα συμβόλαιο τιμής, εκτίμησης και αναγνώρισης της προσφοράς τους στον ίδιο που τον έθρεψαν και τον ανέθρεψαν με το γάλα του ήλιου και με το στάχυ του φεγγαριού. Είναι ένα κληροδότημα περιούσιον, μια παρακαθήκη ιερή, που δίδεται ως σκυτάλη στον ποιητή, για να συνεχίσει τον αγώνα της ζωής με αυτοπεποίθηση, να συνεχίσει σταθερά και αταλάντευτα στον στίβο του χρόνου τον δρόμο που όρισε το προγονικό αίμα στην διαγράμμιση των άφθορων αξιών του ανθρωπισμού και του πολιτισμού. Γι’ αυτό και προτάσσονται στην αρχή δύο ποιήματα του πατέρα του. Η δική του γραφή είναι η προγραφή μιας πορείας εξελικτικής της φυσικής του συνέχειας στο πρόσωπο του γιού του, του Αλέξανδρου Μαράκη Μπούρκα, και η υπογραφή του ποιητή, γραμμένη με αίμα, δεμένη με όρκο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η απογραφή της αποδοχής του ιερού χρέους και της ανάληψης του απαραβίαστου καθήκοντος με την μεταγραφή τους σε λόγο ποιητικό.

ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΜΟΥ

Έγραφες για μένα,

Ποιητή των ονείρων μου, εσύ.

Πάντα έψαχνες τον τρόπο να ηρεμήσει η ψυχή μου.

Αναζητούσες στο Θεό, στην προσευχή τον τρόπο…

Μου μίλαγες σαν φίλος, σαν αδερφός, σαν πατέρας,

σαν τον ίδιο το Χριστό.

Η ψυχή αγριεμένη τότε δεν μπορούσε να δει,

ν’ ακούσει πραγματικά τα σοφά σου λόγια.

Ορφανό μου σώμα, ξεσηκώσου από τις στάχτες σου,

από τους φαύλους κύκλους που σε κυνηγάνε.

Νιώσε τις προσευχές των προγόνων σου.

Την τελειότητα που υπάρχει γύρω σου.

Συγχώρεσε, δεν ήξερες…

Δεν ήξερα ότι η ευτυχία ήταν στα μάτια σου,

στο χαμόγελό σου.

Πατέρα μου εσύ, αιώνιε φίλε…

Ένας παράδεισος στη μορφή ενός ανθρώπου…

που δεν κρίνει, δεν αναζητά,

που έχει ένα θεό μέσα του.

Ψυχή ουράνια καθαρή, θάλασσα γαλήνια το βλέμμα σου.

Δεν ήξερα ότι ευτυχία μπορεί να είναι να είσαι απλά εκεί,

προστάτης οδηγός μου.

Πόσο προσπάθησες να είμαι ευτυχισμένος;

Πόσα γράμματα και προσευχές και συζητήσεις;

Δεν ήξερε η αγριεμένη ψυχή ότι ευτυχία μπορεί να είναι

η ζεστασιά ενός ανθρώπου που σε αγαπάει.

Η αποδοχή του.

Ότι η ευτυχία είναι απόφαση, να ξεπερνάς τον εαυτό σου.

Χωρίς αυτό είσαι μισός.

Για όλα σου τα γράμματα, τις προσευχές, το φως σου.

Για όλο σου τον κόπο και την έγνοια,

την ανιδιοτέλεια, το ρομαντισμό, την ποίησή σου όλη·

θα προσπαθήσω πιο πολύ.

Θα βγω από τις στάχτες μου, από τους φαύλους κύκλους.

Κι αν ψάξω να δω τι είναι γαλήνη,

θα κλείσω τα μάτια και θα σε δω μπροστά μου.

Μην αγωνιάς άλλο·

δεν είμαι μακριά από το δρόμο που ονειρεύτηκες.

Μόνο μέσ’ από τις στάχτες μπορείς να αναγεννηθείς.

Αναγεννιέμαι για σένα, για μένα, για όλους μας.

Αναγενηθείτε μαζί μου.

Σήμερα.

 

      Κι ο ποιητής, ευλαβούμενος των σεπτών δώρων, ανάβει στην μνήμη τους ένα μικρό καντήλι, που η φλόγα του άγρυπνη σιγοκαίει στα τρίσβαθα της ψυχής του τον πόθο της ανυστερόβουλης αγάπης φωτίζοντας πλέρια την πίστη του ότι τίποτα δεν χάνεται, τίποτα δεν οξειδώνεται, τίποτα δεν αναλίσκεται και τίποτα δεν ματαιώνεται. Κι ο ποιητής τούς απαθανατίζει με τον λόγο του και τους χαρίζει μια δεύτερη ζωή κοντά του, μια ζωή που τόσο πολύ του έλειψε, μια ζωή που τόσο πολύ στερήθηκε, βρίσκοντας διέξοδο στην ποίηση με την δημιουργία ενός χώρου οικείου, ενός σπιτιού, που οι λευκοί του τοίχοι δεν είναι άλλο από τις σελίδες του βιβλίου του Από αίμα σε αίμα. Σε τούτο το σπίτι το απλόχωρο και φωτεινό ζουν για πάντα οι άνθρωποι μέσα στις λέξεις τους, οι λέξεις παίρνουν την μορφή τους, ακούμε την ανασαιμιά τους, συνομιλούν μαζί μας για τον ξενιτεμό των ψυχών και τον ξεριζωμό των ανθρώπων.

Ο ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΣ

Ξερίζωσα τα χρόνια που κρέμονταν στην πλάτη μου,

ξέχασα τη μορφή, το χαμόγελό σου κι ό,τι ζήσαμε μαζί…

Επέλεξα να ξεχάσω, για να μπορέσω να ζήσω.

Ποιο ήταν, άραγε, εκείνο το παιδί που πέταξε από πάνω μου;

Ποιος αυτός ο καλοσυνάτος κύριος

που πάντα περίμενε να φανώ στην πόρτα,

που μόνο εγώ θα διάβαινα γι’ αυτόν – άντε κι άλλος ένας…

Σε ποιον ορίζοντα πετάς, άγγελέ μου όμορφε;

Ουράνιο πλάσμα χαμένων διαστάσεων.

Πατέρα, αλησμόνητε,

εδώ που με άφησες δεν μπορώ να επικοινωνήσω εύκολα,

αλλά θα προσπαθώ, σ’ το υπόσχομαι.

Πιάνω εκείνο το παιδί και τον κυριούλη από το χέρι

και χορεύουμε μαζί.

Δε νιώθω μόνος πια μαζί τους.

Είναι δίπλα μου, είναι μέσα μου.

Είναι οι φύλακες των ονείρων μου.

 

      Η δεσπόζουσα αγγελική πατρική φιγούρα μοιάζει να παραστέκεται στις δυσκολίες και στα εμπόδια που ορθώνονται κάθε φορά, και με τρόπο καθοδηγητικό, παραινετικό, καλοσυνάτο και στοργικό ανοίγει τα φτερά της να διαφυλάξει από κάθε κίνδυνο το αίμα της επί της γης.  Συντροφεύει τον ποιητή αίροντας την μοναξιά του, εμπνέει τον ποιητή αναθερμαίνοντας την αθωότητα του παιδικού του προσώπου, θρέφοντάς το με την σπορά του πυρωμένου στίχου   και ποτίζοντάς το με την δροσιά του αμόλευτου ονείρου.

 

ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ΞΥΠΝΙΟΣ

 

Ονειρεύομαι ξύπνιος παραμυθένιους κόσμους.

Οι άνθρωποι είναι πιο δοτικοί από ποτέ,

δε σκέφτονται άλλο, δεν αναλύουν, δεν προσπαθούν.

Απλά υπάρχουν με όλη τη σημασία της λέξης.

Ονειρεύομαι ξύπνιος το μεγαλείο του σύμπαντος,

το μεγαλείο μιας ολότητας

που αιωρείται σε ένα συμπαντικό αριστούργημα.

Ονειρεύομαι μόνος μου, ονειρεύομαι μαζί σου.

Ονειρευόμαστε όλοι, ο καθένας με το δικό του τρόπο.

Αλλάζουν τα σχήματα, η φύση,

τα πρόσωπα δεν είναι ίδια γύρω σου,

οι ανάσες είναι πιο μεγάλες, πιο βαθιές…

Ονειρεύομαι ξύπνιος τα όνειρά μου,

τα όνειρά σου,

τα όνειρά μας

και αφήνομαι στη θεία αυτή αρμονία…

Ονειρεύομαι ξύπνιος για ό,τι δε λέγεται.

Μπορείς να το κάνεις μαζί μου;

Μπορείτε να το κάνετε όλοι;

 

      Η ποιητική γραφή του Αλέξανδρου Μαράκη Μπούρκα διαπνέεται από γνήσιο αυθορμητισμό, πηγαίο συναίσθημα και σφύζουσα νεανική αισιοδοξία, που άλλοτε στηλιτεύει τα κακώς κείμενα της εποχής μας, όπως την υποκρισία, την μόνωση, τον ανταγωνισμό, την ιδιοτέλεια, και άλλοτε ανασχηματίζει με τα άφθαρτα δομικά υλικά της κόσμους ονειρικούς, παραμυθένιους, καθώς καθελκύεται στις θάλασσες των ευγενών προσδοκιών και των μεγάλων ελπίδων. Στις φλέβες των στίχων του η ανησύχαστη ορμή και το ανεξάντλητο πάθος συνεγείρουν και αιμοδοτούν τις προπλασματικές κυτταρικές επισυνάψεις της βιταλιστικής αιτιοκρατίας που αναπαράγεται αυτοφυώς στις εύφορες πεδιάδες του σφρίγους της ακμάζουσας νεότητάς του.

 

ΜΙΚΡΟΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

 

Ένας μικρός ταξιδιώτης είσαι και συ με χαλασμένη βάρκα.

Βάρκα είναι το παρελθόν που σε γυρνάει πίσω.

Φωνές, κραυγές και κλάματα, εικόνες δίχως μνήμη.

Θες να πετάς, θες να μεθάς, μα τα πανιά μεθύσαν.

 

Ένας μικρός ταξιδιώτης είσαι και συ που η καρδιά του πλέει.

Πλέει μέσα στα χώματα, πλέει μέσα στη μοίρα.

Κοιτάς, ζητάς, ρωτάς να βρεις μιαν άγνωστη πατρίδα.

Πατρίδα δίχως όνομα, πατρίδα δίχως λύπη,

πατρίδα που ο θάνατος δεν ξέρει να αγαπά.  

 

Πάρε τα κύματα αγκαλιά, πάρε κι ένα δοξάρι,

παίξε με μια θάλασσα, κάνε την έναν ήχο,

γίνε ένας ακατάλυτος, αιώνιος ταξιδιώτης,

άσε τη βάρκα να πονά και δώσε σου γαλήνη.

 

      Πρόκειται για μια ποίηση βαθιά υπαρξιακή που οι μεταφυσικές της απολήξεις ισορροπούν διαλεκτικά με τις υφιστάμενες κοινωνικές αναφορές προοικονομώντας συνάμα την υπονόμευσή τους στην ιδεολογική βάση της προσωπικής ανασυγκρότησης και της κοινωνικής ανακατεύθυνσης. Λόγος καταγγελτικός, έντονα επικριτικός, χωρίς όμως σε καμιά περίπτωση να χάνει την εσωτερική του ευγένεια, η ποίηση του Μαράκη Μπούρκα εξεγείρεται, καταφέρεται ενάντια σε όλες εκείνες τις υποκριτικές κοινωνικές συμβάσεις, ενάντια σε όλες εκείνες τις υποχρεωτικές εσωτερικές δεσμεύσεις που αλλοτριώνουν την ανθρώπινη φύση και την καθιστούν ανελαστική, ανέραστη και πρώιμα γηρασμένη. Στην δική του ποιητική μυθολογία οι μάσκες καταπίπτουν θορυβωδώς, για να αποκαλυφθεί ξανά το αγέραστο παιδικό χαμόγελο των ανθρώπων, για να φεγγοβολήσει ξανά η απολεσθείσα αθωότητα των ονείρων, για να επιβεβαιωθεί ξανά η πίστη του σε έναν κόσμο όπου θα πρωταγωνιστεί η λατρεία της ομορφιάς και η απεραντοσύνη της αγάπης.

  

ΟΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ

 

Κουρτίνες πολύχρωμες στο παράθυρό μου.

Περιμένω να ξεπροβάλλουν άνθρωποι περαστικοί,

που νόμιζα ότι ήταν κάτι δυνατό

-πάντα επιμένω ότι ήρθαν για να μείνουν.

Περιμένω ένα άγγιγμα, κάποια σημασία, μια στιγμιαία ματιά.

Περιμένω πολλά από αυτούς τους περαστικούς ανθρώπους.

Περαστικοί άνθρωποι που δεν μπορούν να δουν,

ν’ αγαπήσουν, να πονέσουν.

Γιατί, εαυτέ μου, περιμένεις να σου δώσουν σημασία;

Οι πιο αδέξιοι άνθρωποι να σε ακουμπήσουν στον ώμο,

να κλάψουν μαζί σου;

Εαυτέ μου γλυκέ, δώσε μου λίγη από την αγάπη σου

να μην τη ζητάω από άλλους.

Οι περαστικοί δε θα μου τη δώσουν ποτέ…

 

Μέσ’ από το παράθυρο του δωματίου μου,

πίσω από τις πολύχρωμες κουρτίνες

τους χαιρετάω για πάντα με ένα χέρι που τρέμει ακόμα

στην αλήθεια αυτού του «αντίο».

 

ΑΟΡΑΤΑ ΧΕΡΙΑ

 

Αόρατα χέρια είναι αυτά που το κάνουν.

Που κάνουν την ανάσα κρύα και σκοτεινή.

Που κάνουν την αγάπη κινούμενη φλόγα.

Δε μας αφήνουν να ζήσουμε στο άπειρο.

Δε μας αφήνουν να πετάξουμε σε μακρινά αστέρια.

Αστέρια που μόνο η αγάπη ανάμεσα σε δυο πρόσωπα μπορεί.

Μπορεί να μας κάνει όνειρο.

Όμως, τα αόρατα αυτά χέρια εμποδίζουν την επαφή.

Την επαφή με το άπειρο.

Αόρατα χέρια κάνουν τη σκέψη να μιλάει σκοτεινά.

Να λέει κάποτε η αγάπη, όνειρο θα τελειώσει.

Αόρατα χέρια εμποδίζουν την ομορφιά του πάντα.

Αόρατα χέρια κάνουν τη ζωή να γελάει μαζί μας.

Να γελάει με το στιγμιαίο.

Με την ευτυχία της μιας στιγμής.

Με την ανέφικτη ευτυχία του πάντα.

Αόρατα χέρια κάνουν ένα πάντα μια στιγμή.

 

      Οι καταβολές της ποιητικής του σκέψης ανάγονται στην πλατωνική και επικούρεια φιλοσοφία. Πρώτα απ’ όλα, είναι σαφής στους στίχους του η εδραιωμένη πίστη σε έναν άλλον κόσμο ιδεατό, αρχετυπικό του αιώνιου κάλλους, της απόλυτης και μοναδικής αλήθειας και όλων των ζωογόνων πνευματικών αξιών, έναν κόσμο, στον οποίο ενδημούν οι ψυχές αθάνατες, έναν κόσμο μη ορατό, αλλά υπάρχων, που μόνον διαισθητικά μπορεί κάποιος να προσεγγίσει, αφού πρώτα ασκήσει κατάλληλα τις αισθητηριακές υποφύσεις της νοήσεώς του στην ενορατική σύλληψη και πρόσληψη των θαυμασίων και των θαυμαστών. Αυτός ο κόσμος, ο υπερουράνιος και φωτεινός, ισοδύναμος της απόλυτης αταραξίας και ελευθερίας, έρχεται σε αντίστιξη με τον σκοτεινό κόσμο της δικής μας πραγματικότητας, στην οποία ο άνθρωπος, υποτελής των μικρόψυχων παθών του, της άγνοιας και της απαιδευσίας του, αδυνατεί να εκπληρώσει την εντελέχειά του στην πορεία του φωτός και να επιβεβαιώσει την θεία του φύση. Έτσι, οι σκιές μεγεθύνονται γύρω του, τον περικυκλώνουν απειλητικά, γίνονται δαίμονες που τον κατακυριεύουν μέχρι την πλήρη αφομοίωσή του από το σκοτάδι.

 

ΕΝΑ ΑΡΧΑΙΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

 

Ένα αρχαίο σκοτάδι ξεπροβάλλει τις νύχτες που χαμογελάς.

Ένα σκοτάδι προερχόμενο από παλιές ζωές,

από βασανισμένες ψυχές που ακολουθούν τη μοίρα σου.

Δεν ξέρεις από πού προέρχεται η σκιά

που χτυπάει επίμονα το παράθυρο της ανάπαυσής σου.

Είναι οι δαίμονές σου, τα αιώνια γιατί, η απουσία…

 

Ένα αρχαίο σκοτάδι ξεπροβάλλει τις νύχτες

που αναζητάς μια διαφυγή,

τις στιγμές που η λύτρωσή σου είναι κοντά.

Παραμονεύει εκεί.

Στις πιο κρυφές στοές σου.

 

Αν έρχεται ακόμα κρυφά τις νύχτες που κοιμάσαι,

άκουσε αυτά τα λόγια:

«Κανείς θεός, ούτε αδερφός ούτε η μάνα η ίδια

δε θα σε απαλλάξει παρά μόνο η ίδια σου η ψυχή,

που έμεινε ατόφια».

Ατόφια από την αρρώστια μιας εποχής,

από ό,τι μαύρο είδε.

Μόνο αυτή είναι η σωτηρία σου.

Η αιώνια γαλήνη.

 

      Ο ποιητής, λοιπόν, με τους φωτεινούς του στίχους ασπίδα και με πλήρη συνείδηση της ενότητας του κόσμου, ορατού και αόρατου, αντιμάχεται τον ζόφο, αντιπροσφέροντας σε όλους μας το μήνυμα της ελπίδας, της αγάπης και της κοινωνικής ευαισθησίας. Τότε και μόνο τότε, ο άνθρωπος θα κατακτήσει ως ατομικό και συλλογικό υποκείμενο την γαλήνη και την αταραξία οικειώνοντας την ευδαιμονία του στην εσωτερική αρμονία και στην αταλάντευτη ισορροπία του είναι και του φαίνεσθαι. Τότε και μόνο τότε, ο ρόλος του δεν θα λογίζεται απλώς αναπαραστατικός, αλλά καθ’ όλα παραστατικός και πρωταγωνιστικός της πιο μεγάλης αλήθειας, της επί της σκηνής της εν κύκλω ορχουμένης του αίματός του.

 

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΕΙΔΑΝ

 

Τα μάτια μου είδαν έναν άγγελο να χάνει το φως του.

Ένα αστέρι να μην μπορεί να λάμψει.

Χαμόγελα που χάνονται σε στιγμές αλησμόνητες.

Ανθρώπους που δεν μπορούν

να βαδίσουν στο δρόμο που επιθυμούν.

 

Τα μάτια μου είδαν έναν κόσμο

που θα ήθελα να με τύφλωναν να μην μπορώ.

Έναν κόσμο που θα ήθελα να είχα τη δύναμη

να τον κάνει να δει.

 

Τα μάτια μου είδαν το σκοτάδι της κόλασης

να χορεύει γύρω από το σώμα μου.

 

Τα μάτια μου μέσ’ από όλο αυτό το σκοτάδι της πλάνης μου

είδαν την ελπίδα να μου χαμογελάει.

 

      Να όμως που οι ώρες πέρασαν, οι στιγμές έμειναν… Η παράσταση τελείωσε, τα φώτα της ράμπας έσβησαν κι άναψε το χαμόγελο της ελπίδας στα μάτια μας. Από κάπου μακριά ακούγονται τα λόγια του πατέρα:

 

Εκείνες τις ώρες που σε έχω μαζί μου και συ με κοιτάς,

μάθε πως τότε κολυμπάω σε κίτρινα σύννεφα

κι όταν πάλι σου λείπω γιατί με ζητάς, γιατί δεν ξεχνάς,

εγώ σου γράφω λόγια που θυμίζουνε ποιήματα.

 

 

 

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.