Loading...
ΘέατροΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κωνσταντίνος Μπούρας: Ένας θεατρικός απολογισμός τού καλοκαιριού 2022.

Δεκατρείς παραστάσεις διάλεξα από αυτό το πολύπαθο, αντιφατικό, άνισο, προκλητικό, ψευτομεταμοντέρνο, δήθεν διανοουμενίστικο και διόλου πρωτοποριακό επίσημο φεστιβαλικό καλοκαίρι. Όμως αυτές οι περιφερειακές και “main stream” παραστάσεις ξεχώρισαν για το ύφος και το ήθος δημιουργών, ερμηνευτών και συντελεστών τους. Δεν είναι και λίγες μέσα στο χάος τής μετανεωτερικότητας και με την εντροπία να έχει χτυπήσει «υπέρυθρο»!!! Έχουμε και λέμε λοιπόν:

 

  1. Μια φεστιβαλική “Ιφιγένεια εν Αυλίδι” υποδειγματική. Τόπο στην ιδιωτική πρωτοβουλία!!!

Επιτέλους, είδαμε στο αργολικό θέατρο τού Πολυκλείτου σύγχρονη παράσταση αρχαίου δράματος  με σεβασμό στο λόγο, στο γράμμα και στο πνεύμα τού πρωτοτύπου, παρακολουθήσαμε τα νοήματα, τις φιλοσοφικές, κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές και μυθολογικές αναφορές σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή, παρόμοια με την δική μας ως προς την πολιτισμική παρακμή…

Ο Ευριπίδης είναι διαχρονικός γιατί κατέγραψε, σαν ευαίσθητος σεισμογράφος την μετάβαση από μία εποχή σε μία άλλη. Μια παλαιά κινέζικη παροιμία λέει: «είναι ευχή και κατάρα να γεννηθείς σε μεταιχμιακούς καιρούς», για τους διανοούμενους όμως είναι δελεαστική πρώτη ύλη για αιθερική μεταστοιχείωση και βαθύνοα στοχασμό.

Η μετρική ποικιλία τού πρωτοτύπου, το έντονο ειρωνικό και τραγικωμικό στοιχείο, το γεγονός ότι μαζί με τις «Βάκχες» είναι τα τελευταία δράματα που έγραψε ο «τραγικότερος των τραγικών» αυτοεξόριστος στην Μακεδονία, στην Πέλλα, στην αυλή τού Αρχέλαου, του παππού τού Μεγαλέξανδρου, η έκλυση των ηθών, η παρακμή, η χρεοκοπία των πατροπαράδοτων ιδανικών, η ενατένιση τού Κενού, το Χάος, η αυξανόμενη Εντροπία, δημιουργούν ένα άκρως ενδιαφέρον, πρωτότυπο, «εκρηκτικό» θα έλεγα αμάλγαμα που δεν μπορεί να μην μας αφορά σήμερα όταν σκύψουμε πάνω του με σεβασμό κι ενδιαφέρον, με την προσοχή και την ακρίβεια που οφείλει να επιδείξει ένας νευροχειρουργός. Γιατί εδώ συμπλέκονται ευαίσθητα πολυπολιτισμικά νήματα που χρήζουν ιδιαιτέρας επιμελείας.

Ευτυχώς, η παράσταση τού Μουμουλίδη, βασισμένη σε μια μάλλον εύστοχη αν και όχι ποιητική μετάφραση [κακά τα ψέματα, μόνον μεγάλοι, σημαντικοί σύγχρονοι λογοτέχνες μπορούν να μεταφράσουν αυτά τα αριστουργήματα], δημιούργησε το απαραίτητο εκείνο κλίμα που βοηθά τον επαρκή θεατή να καταδυθεί στα βαθιά νερά τού Συλλογικού Ασυνείδητου και να ανασύρει θησαυρούς ανάλογα με τα δίχτυα και τις αλιευτικές νοητικές του ικανότητες και δυνατότητες.

Το μεταλλικό σκηνικό φωτισμένο σωστά, ανέδειξε την πλαστικότητα τής κίνησης τού χορού, τα δραματικά πρόσωπα ζωντάνεψαν χάρη στα προσεκτικά εκσυγχρονισμένα κοστούμια τους, οι φωνές ήταν σωστές, οι κραυγές εσωτερικές, η μεταδιδόμενη συγκίνηση διαρκώς κορυφουμένη.

Το μελοδραματικό στοιχείο είναι ευπρόσδεκτο σε μεγάλα θεάματα που λαμβάνουν χώρα σε πολυάνθρωπους χώρους.

Μπορεί να μην συμβαδίζει με την διανοουμενίστικη ψυχρότητα των μετανεωτερικών διανοούμενων, όμως η Επίδαυρος είναι ιερός χώρος λαϊκού προσκυνήματος, λειτουργεί θεραπευτικά εδώ κι αιώνες, δεν προορίζεται και δεν απευθύνεται σε ειδήμονες (θεατρολόγους και θεατρολογούντες).

Η σοφία και η αρχιτεκτονική τού οικοδομήματος, εναρμονισμένου στον περιβάλλοντα χώρο, το ηλιοβασίλεμα πάνω στο βουνό των Μυκηνών, τα απολιθωμένα πετρώματα με τους αμμωνίτες των 100 εκατομμυρίων ετών (μπορεί να τα θαυμάσει κανείς στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας τού Λιγουριού), όλ’ αυτά κι άλλα πολλά, άρρητα και αδιόρατα, δημιουργούν ένα ενεργειακό πεδίο υψηλού δυναμικού, που μόνον η βιαστική αλαζονεία και η επιπόλαια αγραμματοσύνη μας μπορεί να βεβηλώσει.

Κάτι που ευτυχώς δεν συνέβη αυτή τη φορά.

Η καλύτερη παράσταση αυτού του φεστιβαλικού καλοκαιριού, που θα περιοδεύσει σε όλη την Ελλάδα προκειμένου να την απολαύσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι.

Τέλεια διανομή. Εκλεκτοί όλοι οι συντελεστές.

Θα ξεχωρίσω την Ιωάννα Παππά για την σωστή ορθοφωνία και για την εσωτερικότητα τού θρήνου της. Μου θύμιζε την Κατίνα Παξινού στον θρήνο τής Μάννας στην καταληκτική σκηνή από τον «Ματωμένο Γάμο» τού Λόρκα.

 

  1. Μια τηλεοπτική «Αντιγόνη» από τον Λιθουανό σκηνοθέτη Cezaris Graužinis στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου με λαογραφικές προεκτάσεις και ενδυματολογική αισθητική τής δεκαετίας τού 1950.

Όταν τα κριτήρια είναι εμπορικά και όχι δήθεν πρωτοποριακά, τα πράγματα συναρμόζουν καλύτερα με την Κοινή Γνώμη, πατούν πάνω στην παράδοση και δεν προσβάλλεται η όποια κατεστημένη αισθητική των συνήθων θεατών.

Αυτό δεν σημαίνει πως αγγίζεται η τελειότητα, απλώς αποφεύγονται (σε μεγάλο βαθμό) σκηνοθετικές ακρότητες διανοουμένων κι εν πολλοίς θρασυτάτων παρωχημένων «πρωτοπόρων», οι οποίοι θέλουν (ή ματαιοδοξούν) να αφήσουν ανεξίτηλη την όποια κουτσουλιά τους στην ορχήστρα τής Επιδαύρου.

Γιατί περί αυτού πρόκειται. Ο όποιος (επιχορηγούμενος) και καταχειροκροτούμενος (από την ανταποδοτική κλάκα-συμμορία) σκηνοθετισμός οδηγεί σε ακρότητες και προκλήσεις που δεν έχουν κανέναν αποχρώντα λόγο ύπαρξης και δεν συνάδουν με την φεστιβαλική παράδοση τού περίφημου (και για την ακουστική) αργολικού θεάτρου που έχτισε ο Πολύκλειτος.

Όταν όμως δεν βασίζονται στον κρατικό κορβανά και στα λεφτουδάκια τού συνεπούς, συνετού και τίμιου Έλληνα φορολογούμενου πολίτη, όταν πρέπει να πείσουν το κοινό ότι το προσφερόμενο θέαμα αξίζει το αντίτιμο τού εισιτηρίου, όταν κανείς δεν καλύπτει τα λεγόμενα «θεωρικά», τότε τα πράγματα γίνονται πιο μετρημένα, οι όποιες ακρότητες αποφεύγονται ή λειαίνονται κι όλα βαίνουν καλώς. Νοικοκυρεμένα πράγματα δηλαδή.

Έτσι λοιπόν είδαμε στην Επίδαυρο μια τηλεοπτική, νεορεαλιστική θα έλεγα, εκδοχή τής πασίγνωστης Αντιγόνης, που δεν μας έπληξε μήτε μας ξάφνιασε, οδήγησε όμως τον αμύητο θεατή σε μια γραμμική ανάγνωση τής πλοκής μεταφερμένης στα καθ’ ημάς.

Κοστούμια που παρέπεμπαν στον «Θίασο» του Αγγελόπουλου.

Σκηνικά αφαιρετικά, μπρεχτικά, λειτουργικά, μεταχειρίσιμα και μετακομίσιμα.

Φωτισμοί θρίλερ.

Μουσική άστοχη, ανεπίκαιρη, αταίριαστη, μη μελωδική.

Χορικά εξαφανισμένα χάριν του ζεϋμπέκικου.

Απόηχοι Τσιτσάνη, Χριστιανόπουλου, Τσαρούχη, αλλά όχι και Χατζιδάκι. Μήτε βεβαίως Θεοδωράκη ή Ξαρχάκου. Αλήθεια, γιατί δεν αναθέτουν οι ευφυείς νεοσσοί στον Μεγάλο επιβιώσαντα Ξαρχάκο να συνθέσει σύγχρονη μουσική για το αρχαίο δράμα πατώντας στους δοκιμασμένους δρόμους τής παράδοσης;

Στο ηχητικό τοπίο το καλό ήταν ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν ψείρες για τους ηθοποιούς, το κακό ήταν ότι τα γιγαντιαία ηχεία μας πυροβολούσαν με τελείως περιττές ηχογραφήσεις, λες και ήσουνα σε θερινό κινηματογράφο τής δεκαετίας του 1960.

Καλοί οι ηθοποιοί, άριστοι επαγγελματίες, πασίγνωστοι όλοι και δημοφιλείς, γέμισαν το πανέμορφο θέατρο.

Επιτέλους, αφήσαμε πίσω μας τις «επίσημες», βαρύγδουπες, προσβλητικές, απαράδεκτες, δήθεν διανοουμενίστικες φεστιβαλικές παραστάσεις; Μήπως θα πρέπει να το καταργήσουμε ως θεσμό και να ξαναγυρίσουμε στην δημοκρατία τού ταμείου; Εκεί, τουλάχιστον, τα πράγματα θα είναι αμέσως μετρήσιμα. Instant karma, που λένε.

Αλλιώς θα βουλιάζουμε όλο και πιο βαθιά σε αναιτιολόγητα πορνογραφικά και κακοποιητικά έλη. Ας σταματήσουμε να ανεχόμαστε τον βιασμό των αρχαίων κειμένων. Είναι η αισχίστου είδους πολιτισμική κακοποίηση, που (ακόμη) δεν τιμωρείται.

Μήπως θα έπρεπε να ξεκινήσουμε (ως επαρκείς θεατές) ένα Me Too για τις Τέχνες και τα Γράμματα;

Αυτή η «Αντιγόνη» πάντως, παρά τις όποιες επιμέρους αντιρρήσεις μου, ήταν περισσότερο αποδεκτή και σεβαστική απόπειρα επανερμηνείας τού αρχαίου δράματος. Κι αυτό πιστώνεται στα θετικά αυτής της παραγωγής.

 

  1. Αντιγόνη του Σοφοκλή ΚΑΙ τού σκηνοθέτη Αλέξανδρου Ραπτοτάσιου στην Πειραιώς 260 στο πλαίσιο τού Φεστιβάλ Αθηνών

ΟΙ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΔΙΚΕΣ ΕΠΕΧΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΘΕΣΙΝ ΧΟΡΟΥ ΑΡΧΑΙΑΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ!!!

Καταπληκτικό το εύρημα και η εκτέλεσή τού πέρα για πέρα αποτελεσματική, λειτουργική, τραγελαφική, σατιρική (αν και όχι σατυρική – με ύψιλον – εξάλλου ο Σοφοκλής έγραψε τραγωδία).

Παράστασις λυσιτελής και τελεσφόρος. Επιτέλους, μια άποψη που μπορεί να στηριχθεί και σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, ενδυματολογικά, ηχητικά, κινησιολογικά κ.λπ.

Σπανίως τα τετριμμένα κείμενα ευρίσκουν δεύτερες ευκαιρίες. Κι ειδικά όταν δοξάστηκαν στον καιρό τους τα όποια μεταφράσματα (ρηχά, ρηχότερα, δόκιμα ή αδόκιμα, ποιητικά ή ψευδοποιητικά)… ειδικά τότε είναι ακόμα πιο δύσκολη η αναβίωσή τους.

Να όμως που υπάρχουν κι εξαιρέσεις, φωτεινές πλην όμως σπάνιες.

Ο Χορός, το μοίρασμα των χορικών, η συνεκφώνηση… είναι πάντα πρόβλημα για τους σύγχρονους σκηνοθέτες, γιατί έχουν αλλάξει δραματικά οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Η «πόλις» δεν είναι πια το στενό χωροταξικό περιβάλλον τού άστεος αλλά μια διευρυνθείσα παγκοσμιοποιημένη οντότητα που συνδέεται μέσα από οθόνες χάρη στο Διαδίκτυο.

Τα λαϊκά δικαστήρια που στήνονται σε τακτική βάση στην τηλεόραση είναι μια πραγματικότητα, μια άλλου τύπου Πέμπτη – θα έλεγα – νεοδικαστική Εξουσία, η οποία αποφαίνεται πριν η άλλη – η Κανονική – προλάβει να εκδώσει το πόρισμά της.

Τα πράγματα μπλέκονται όταν σε ένα έργο εγκαλούνται οι δράστες (και) σε ένα άλλο (Αόρατο) Δικαστήριο, όπου συμμετέχουν θεοί και θεότητες με νομικό πλαίσιο διευρυμένο τόσο που να καθίσταται συμπαντικό.

Το άγραφο (εθιμικό) Δίκαιο είναι ισχυρός στις Δηνοκρατίες, αφού «φωνή λαού οργή θεού» και όλα τα ξύλα καίγονται στην ίδια πυρά. «Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά». Οι ανθρωποβόρες φωτιές τού Μεσαίωνα είχανε μια λαϊκή βάση (όπως και η ρωμαϊκή αρένα): ΤΟ ΚΟΙΝΟ, ΠΟΥ ΕΠΙΚΡΟΤΟΥΣΕ ΚΑΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΕ ΜΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΤΗΝΗ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ.

Το ίδιο συμβαίνει σήμερα και στην τηλεόραση. Η ποσοτική καταμέτρηση τής συμμετοχής απομακρύνει την πιθανότητα (αμέσου) εκτιμήσεως της ποιότητας. Και η Αντιγόνη (η όποια Αντιγόνη), ο «άτυχος» αυτοκτονικός/αυτοθυσιαστικός αποδιοπομπαίος φαρμακός προλαβαίνει να ηρωοποιηθεί και να πεθάνει πριν την επέμβαση τού Αρείου Πάγου (που επηρεάζεται, όπως βλέπουμε στις «Ευμενίδες» τού Αισχύλου, από γήινες, χθόνιες, υποχθόνιες, καταχθόνιες, αλλά και ουράνιες δυνάμεις).

Η Αντιγόνη είναι τραγωδία χωρίς αίσιο τέλος, γιατί η μία καταστροφή φέρνει την άλλη, ο τύραννος απογυμνώνεται και η Δημοκρατία επικρατεί.

Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει όμως στην συγκεκριμένη παράσταση τού σκηνοθέτη Αλέξανδρου Ραπτοτάσιου: το ειρωνικό τέλος είναι δυσοίωνο και ακυρωτικό τής όποιας δύναμης έχει η όποια πλειοψηφία. Ο Μακιαβέλλι θα χειροκροτούσε αυτόν τον τηλεοπτικό αστέρα, πολιτικάντη, χαμαιλέοντα Κρέοντα, που ξέρει να κάνει το άσπρο μαύρο και να διαστρέφει την ίδια την ουσία τής Λογικής.

Απογοητευτικό, αν και λειτουργεί – ίσως – με ομοιοπαθητικό/δραματοθεραπευτικό τρόπο στον ψυχισμό τού κοινού.

Ο θεατής βγαίνει αναπτερωμένος αλλά δια του γέλωτος.

Ο έλεος και ο φόβος δεν μένει πια εδώ.

Καλή παράσταση με κάποια κενά. Η ερμηνεία των αρχαίων κειμένων συνεχίζεται χωρίς να τους αφαιρεί κάτι η μακραίωνη ζύμωση. Αντιθέτως, τα εμπλουτίζει!!!

 

  1. Λειτουργικοί οι χοροθεατρικοί ΑΞΟΝΕΣ / AXES τού Αντώνη Φωνιαδάκη

Θα προτείνω αυτή τη δουλειά για βραβείο, για τον απλούστατο λόγο πως επιτέλους είδαμε χοροθεατρική αφήγηση με αρχή-μέση-τέλος, ξεκάθαρη δραματουργική στόχευση, καθαρότητα οράματος και διαύγεια στην εκτέλεσή του. Απόλυτος συντονισμός, αρμονία και συνεργατικότητα. Καλαισθησία και συνδημιουργικότητα. Το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες «νους υγιής εν σώματι υγιές» επανέρχεται με την πλήρη αξιοποίηση κινησιολογικών κωδίκων, όπως ακροβατικά των πανάρχαιων μίμων και μιμάδων βεβαίως, παραπομπές στο χιπ-χοπ, νιάτα και ξεγνοιασιά, χαρά της ζωής, μακριά από το έρεβος των συνήθων ψυχοβγαλτικών δυστοπιών. Αισιοδοξία εν τοις πράγμασιν. Υλοποιημένη πνευματικότητα στην πράξη, σωματοποιημένη. Γιατί δεν υπάρχει υλοποίηση ενεργειών χωρίς την ψυχοσωματική δομή ενός εκάστου και μίας εκάστης ξεχωριστά, καθώς και όλων μαζί, ως σύνολο, ως ομάδα.

Και το βασικό: υπήρχε ΔΟΜΗ. Φαίνεται πως αφήσαμε πια πίσω μας τις μετανεωτερικές φληναφηματολογίες και τώρα πλέουμε πλησίστιοι προς το αναγεννησιακό όραμα τής πυθαγόρειας αρμονίας, όπως αναβιώνει πάντα μέσα από τις στάχτες κάθε Μεσαίωνα. Στην περίπτωσή μας: του Τεχνολογικού Μεσαίωνα χωρίς ταυτόχρονη και ισόχρονη εξέλιξη τού πνευματικού πολιτισμού μας.

Έτσι, χειροκρότησα κι εγώ, μαζί με το αλαλάζον ενθουσιασμένο κοινό αυτά τα εκστασιασμένα παιδιά που μας χάρισαν για μία ώρα την μέθεξη των ουρανίων πεδίων έτσι όπως περνάνε κι εκφράζονται μέσα από το ανθρώπινο σώμα!!!

Μεγάλος άθλος. Αξιοσημείωτο κατόρθωμα.

Το Φεστιβάλ Αθηνών δικαιώνει την ύπαρξή του στην Πειραιώς 260 κι εκεί πρέπει να επικεντρωθεί στο μέλλον (όλο το χρόνο, ενδεχομένως).

Οι συνδημιουργικοί θεατές κατακλύζουν τις αίθουσες όταν ανεβαίνουν κάποια ψυχωφελή θεάματα και γυρνάνε την πλάτη σε κάποια άλλα.

Ας είναι αυτός ο δείκτης στο μέλλον, σε συνδυασμό με την αδέσμευτη και ανεξάρτητη δι-υποκειμενική κριτική.

 

  1. “Newtopia / BODHI PROJECT – Patricia Apergi”, Πειραιώς 260 – Χώρος Δ στις 26/06/22 21:00

Η στρέβλωση του ανθρωπίνου σώματος αποκτά σχεδόν φιλοσοφικάς προεκτάσεις. Η υπέρβαση των ορίων δείχνει την νεοπλατωνική ασφυξία αυτού που λέμε «ψυχή» ή «Υλοενέργεια» στα περιορισμένα κυβικά εκατοστά που καταλαμβάνουμε κάθε φορά στον χώρο, ενώ ο χρόνος μάς διαφεύγει, παρά την κβαντική διεμπλοκή και την ολοένα αυξανομένη δυνατότητα διαμεσολαβημένης εμπειρίας δια της Τέχνης.

Χορογραφία για βραβείο. Κραυγές πιθήκου σε κεφάλι αγγέλου. Η σχιζοειδής πολικότητα τού ανθρωποειδούς που δεν εξελίσσεται τόσο γρήγορα όσο η Τεχνολογία και η διάνοιά του τρέχει ασθμαίνουσα να προλάβει την Τεχνητή Νοημοσύνη της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης.

Ομαδοποιήσεις που βασίζονται στο μιμητισμό και ο εξέχων νεορομαντικός ήρωας σε μιας δικής της (της χορογράφου Πατρίτσια Απέργη) κοπής και ανάκαμψης τιμωρείται για την αλαζονεία του να ξεχωρίζει και η όποια Ύβρις του σβήνει στον μυκηθμό τής αγέλης που ασφυκτιά μεν, δεν αποδέχεται αποσυνάγωγους κι αντιρρησίες δε.

Ιδιοφυής σύλληψη και εκτέλεση, απολύτως σύγχρονη, μετά το μεταμοντέρνο, αφού η δομή τής αφηγούμενης «ιστορίας» είναι διακριτή και ράθυμη, όπως υλοποιείται από το ευάριθμο πλήθος των επτά χορευτών / χορευτριών.

Η α-φυλοποίηση τού ανθρώπινου είδους είναι μια πραγματικότητα ευπρόσδεκτη εν τέλει, στον βαθμό που μειώνει την επιθετικότητα των πιθηκοειδών προγόνων μας και προάγει την ειρήνη.

Όμως ο Πόλεμος, αν και δεν θεωρείται πλέον «Πατήρ Πάντων», όπως το διατύπωνε ο Ηράκλειτος, εμφιλοχωρεί όμως σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις και οι όποιες συγκρούσεις είναι το αδήριτο δραματικό υπόβαθρο τής ανθρώπινης συνθήκης, ίσως έτσι για να μην πλήττει, ίσως έτσι διασκεδάζει την υπαρξιακή αγωνία της για τον επαπειλούντα θάνατο και την υποφώσκουσα κατάθλιψη.

Τα αδιέξοδα της σημερινής νεολαίας δοσμένα δυναμικά.

Στρεβλή η κίνηση τού ανθρώπινου σώματος, παραμορφωμένη, τραβηγμένη σαν από αόρατα νήματα, μαριονέττα τραγική κι άλλοτε κωμική.

Πολιτικό σχόλιο πάνω στον νεοφιλελευθερισμό, στην δημιουργικότητα, στην πρωτοβουλία, στην αυτονομία, στην αυτοδυναμία, στην ανεξαρτησία, στην Ελευθερία εν τέλει… γιατί αυτό είναι το ζητούμενο τού Ανθρώπου από την Αρχαιότητα στην Αναγέννηση, στον Διαφωτισμό και μετά.

Προτείνω την Πατρίτσια Απέργη για βραβείο πρωτότυπης, ρηξικέλευθης, πρωτοποριακής χορογραφίας, γιατί εικονογραφεί υψηλά και περίπλοκα φιλοσοφικά νοήματα με απολύτως σχηματικό, σωματικό τρόπο. Κι αυτό συνιστά υπέρβαση, σύμμειξη, υβριδογένεση των υπαρχόντων κωδίκων.

  1. Μια Γιούλα Μπούνταλη δεν φέρνει την «Άνοιξη» στην οδός Πειραιώς 260.

Σπάνιον άνθος, τροπικόν, κλαυθμηρισμός αγάπανθου, επί των τύπων των ήλων, κατακρήμνισις εις το φαράγγι της Μνημοσύνης όλων των νεοελληνικών «κακώς κειμένων» από το τέλος του Εμφυλίου και μετά… μέχρι σήμερα στις δήθεν απελευθερωμένες ημέρες μας με τις απελευθερωτικές ιδέες να λειτουργούν ως «προφάσεις εν αμαρτίαις» ως βερνίκι πάνω σε σκουριασμένο υπόστρωμα.

Η διαφθορά τής νεοελληνικής κοινωνίας από την απότομη αστικοποίηση, την άναρχη εκβιομηχάνιση, την άτακτη εσωτερική οικονομική μετανάστευση και το χωροταξικό χάος που επικρατεί έκτοτε βλάπτοντας σοβαρά τις αισθητικές και τις καρδιές μας…

ΌΛΑ ΑΥΤΑ ΚΑΙ ΆΛΛΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΝΤΑΙ ΕΥΘΑΡΣΩΣ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΤΙΜΙΑ (τόσον ως προς τις προθέσεις όσον και ως προς τα αποτελέσματά της) ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ.

Μόνον που «ένας κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη».

Είναι τόσος ο μισελληνισμός και η ξενολατρεία που αποκτά διαστάσεις πολιτισμικής δουλείας, έτσι που κάθε τίμια καταγγελία δεν συμβάλει πρωτίστως στην αυτογνωσία αλλά στην επιδείνωση της εικόνας που προβάλλουμε για εσωτερική και εξωτερική κατανάλωση.

Ένα διεθνές φεστιβάλ με υπέρτιτλους στα αγγλικά είναι ένας διαπολιτισμικός τόπος συνάντησης, μια διεθνής πολιτισμική «αρχαία αγορά» που συμβάλλει στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και των ανθρώπων.

Η υπεράσπιση τού διαφορετικού ήταν αυτονόητη στην Αρχαία Ελλάδα και η Δημοκρατία χτίζεται με άνισους λίθους που κατεργάζονται έτσι ώστε να είναι συμβατοί, λειτουργικοί και αποτελεσματικοί.

Η μετανεωτερική συνθήκη αφού επιχείρησε να αποδομήσει και να ομοιογενοποιήσει τα εθνικά σχήματα επέτυχε εν τέλει ακριβώς το αντίθετο: να διψάμε για το αυθεντικό, το ριζωμένο βαθιά μέσα στα χρόνια.

Αυτό φαίνεται καθαρά σε αυτή την εκπληκτική παράσταση, κόσμημα για την φεστιβαλική «Πειραιώς 260» (που θα έπρεπε να ανοίγει τις πύλες της όλον τον χρόνο φιλοξενώντας νεανικά, πρωτοποριακά σχήματα με την διαρκή ενίσχυση του κράτους).

Τέλειες ερμηνείες, υπέροχο κείμενο, χορογραφίες/κινησιολογία άψογη, κινηματογραφικά σκηνικά, άριστοι φωτισμοί, καταπληκτικά κοστούμια που παρέπεμπαν σαφέστατα στο συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο…

Μα πάνω απ’ όλα, μια νότα αισιοδοξίας μέσα σε τόση σκοτεινιά: ΌΤΙ Ο ΆΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΕΙ ΚΑΛΟΣ Κ’ ΑΓΑΘΟΣ, όπως φαίνεται σε όλα μα όλα τα δραματικά πρόσωπα των αυστηρών διδασκάλων/διδασκαλισσών.

ΕΥΓΕ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΥΓΕ!!!

Για κάτι τέτοιες παραστάσεις αξίζει η διαιώνιση του θεσμού τού Φεστιβάλ Αθηνών.

 

 6 «Μικρασία μου, ψυχή μου. Επέτειος μνήμης…»

Την Τετάρτη 13/7 και ώρα 21:15 παρουσιάστηκε στον Δήμο Καλλιθέας για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό ένα πρωτότυπο μουσικό έργο σε μουσική Θάνου Γεωργουλά και στίχους Κώστα Τερζάκη που αφορά στην επέτειο μνήμης των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Βασικός ερμηνευτής Κώστας Μακεδόνας.

Ερμήνευσαν επίσης η Μαριάννα Παπαμακαρίου και ο Σταύρος Βαϊνάς με την συμμετοχή 7 μέλους μικτής ορχήστρας.

Η εκδήλωση ήταν επιχορηγούμενη από την Περιφέρεια Αττικής.

Οι μνήμες αναβιώνουν, οι πληγές ανοίγουν και το Αιγαίο συνεχίζει να «ανθεί» νεκρούς, σύμφωνα με τον Αισχύλο (στον «Αγαμέμνονα» από την τριλογία «Ορέστεια»).

«Πατήρ πάντων πόλεμος» έλεγε ο «σκοτεινός» Ηράκλειτος.

«Μήτηρ απάντων ειρήνη», λέγω ο ταπεινός εγώ.

Η κυκλικότητα τού Χρόνου, το επαναλαμβανόμενο τής Ιστορίας, η χαρακτηριστική καθυστέρηση εξέλιξης τού ανθρώπινου είδους σε σχέση με την ραγδαία ανάπτυξη τής Τεχνολογίας δημιουργούν δυσοίωνους στοχασμός, αν όχι και φοβίες.

Ο μόνος τρόπος για να θεραπεύσουμε το συλλογικό ασυνείδητο είναι η Τέχνη και η σωστή διδασκαλία των ιστορικών γεγονότων.

«Η επινόηση του παρελθόντος» είναι ο καίριος τίτλος ενός μνημειώδους έργου τού Ακαδημαϊκού Καθηγητή Αντώνη Ρεγκάκου, που κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Gutenberg.

Αναφέρεται βεβαίως στη «γέννηση και ακμή τής ιστοριογραφικής αφήγησης στην Κλασική Αρχαιότητα», όμως, όπως και σε κάθε αφήγηση το μυθοπλαστικό στοιχείο παραμένει αναπόσπαστο.

Έτσι λοιπόν και απέναντι στα τραυματικά γεγονότα τού προηγούμενου αιώνα η Τέχνη, η υψηλή Ποίηση, η μελωδία, ειδικά όταν τείνει προς τη Συμπαντική Αρμονία και συμβαδίζει με τα κοσμικά ρεύματα διαδραματίζει ρόλο εκπαιδευτικό/παιδαγωγικό και θεραπευτικό.

Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο ήταν ενθουσιώδης η υποδοχή των καλλιτεχνών από το πολυάριθμο κοινό που κατέκλυσε τον ειδικά διαμορφωμένο προαύλιο χώρο τού 4ου Λυκείου Καλλιθέας (εκεί, στον ίδιο χώρο που ήταν κάποτε φυλακές).

Καθοριστική η πολιτιστική παρέμβαση τής Περιφέρειας Αττικής στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τα συγχαρητήρια ανήκουν φυσικά στον ίδιο τον Περιφερειάρχη Γιώργο Πατούλη και την πάντα δραστήρια, αεικίνητη, αποτελεσματική, λειτουργική, ευαίσθητη και καλαίσθητη Εντεταλμένη Σύμβουλο Μαίρη Βιδάλη, που έχει χαρακτηριστεί «σύγχρονη Καρυάτιδα».

Ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε στον πολυτάλαντο και σεμνό καλλιτέχνη Κώστα Τερζάκη, τον ποιητή, τον ηθοποιό, τον υπέροχο εκφωνητή, τον περιποιητή/καλλιεργητή τής λαγαρής ελληνικής γλώσσας, από τον οποίο – μετά την χθεσινή ευωχία – περιμένουμε τα βέλτιστα, τα κάλλιστα, τα άριστα.

Το μουσικό μέρος κρατήθηκε σωστά και ταπεινά και διανθίστηκε από το υψηλό ήθος των τριών καλλιτεχνών: Κώστα Μακεδόνα, Μαριάννας Παπαμακαρίου, Σταύρου Βαϊνά.

Κάτι καλό γίνεται φέτος στην Αττική. Εκτός από τον ήπιο καιρό και το δροσερό καλοκαίρι, όλοι οι πρώην επιφυλαγμένοι κατακλύζουν τους χώρους πολιτισμού απαιτώντας έναν άλλον λόγο, σύγχρονο, ελληνικό, καίριο…

 

  1. «Το Αίνιγμα του Χαμένου Θεού» του Χριστόφορου Χριστοφή. Από τις σελίδες τού εξαιρετικού βιβλίου των εκδόσεων Νίκας στην ατμοσφαιρική σκηνή τού ανοικτού θέατρου «Κατίνα Παξινού» στο Αττικόν Άλσος.

Στην άνυδρη μεταμοντέρνα εποχή μας, όπου η εικόνα (χαοτική, ακαταλόγιστη, δυσαρμονική) κυριαρχεί και παραγάγει «ηχοτοπία» ασυνηθίστου εκκωφαντικής δυστοκίας, ο εύρυθμος, έναρθρος και ορθώς διδαχθείς δραματικός λόγος στην εύστοχη σκηνική πραγμάτωση αποτελεί το «άλας τής γης», τη μαγιά για την μεγάλη δραματουργία τού μέλλοντος, την ανάσα καθαρού και ξάστερου λευκόχρυσου αιθέρα από τον «Πρωταρχικό Ωκεανό», όπως γράφει ο σύγχρονος αρχαίος ποιητής Χριστόφορος Χριστοφής, που επιστρέφει με όλο και αυξανόμενη επιτυχία από την μεγάλη οθόνη στο αρχετυπικό θεατρικό «αλώνι», στο ευήκοον κοχύλι παλαιών και τωρινών θεάτρων.

Κουραστήκαμε από τις αδόκιμες προσπάθειες πολιτισμικής πολτοποίησης. Όλες οι γλώσσες είναι πλούσιοι κώδικες και πρέπει να διαπιδύουν, να επικοινωνούν, να διαχέουν τα όριά τους, να συζεύγνυνται σε διονυσιακή ένωση με το Όλον. Με αμοιβαίο σεβασμό, διδασκόμαστε από τις πειραματικές απόπειρες αναβιώσεως τού αρχαίου δράματος από λαούς με άλλες παραδόσεις.

Η Αρχαία Μυθολογία όμως, ως βάσις του ελληνορωμαϊκού και αργότερα τού χριστιανικού κόσμου, είναι το συνδετικό στοιχείο, ο καταλύτης για την αποκρυστάλλωση τού όποιου παγκοσμιοποιημένου (και κοσμοποιητικού) αμαλγάματος.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουμε παρακολουθήσει στην Επίδαυρο και στους άλλους επίσημους φεστιβαλικούς χώρους μία συντονισμένη προσπάθεια απαξιώσεως, απεμπολήσεως, απαλλοτριώσεως τής αρχαίας μας γλωσσικής και πολιτισμικής κληρονομιάς.

Το αρχαίο δράμα δεν κινδυνεύει από τέτοιες οργανωμένες ή τυχαίες απόπειρες, δεδομένου ότι δύο δεκαετίες δεν μπορούν να απαλείψουν 2.500 χιλιάδες χρόνια Φωτός.

Γι’ αυτό και προτείνω να είμαστε – ως κριτικοί – νηφάλιοι σε κάθε μετανεωτερική απόπειρα σκυλεύσεως τού αρχαίου δράματος. Μόδα είναι θα περάσει. Απομένει όμως η υγιής δίψα τής Συλλογικής Ψυχής που διψάει για Λόγο, Αλήθεια, Αρμονία, Γαλήνη, Ειρήνη, Ευδοκία, Ομόνοια, Θεραπεία, συν-Δημιουργία [όλα με κεφαλαίο και στον υπερθετικό βαθμό].

Αυτό διαπιστώσαμε για άλλη μια φορά στο «Θέατρο Κατίνα Παξινού» στο ευάερον, ευήλιον και ανά-ψυκτικόν Αττικόν Άλσος με την υπέροχη ακουστική τού πέτρινου κοίλου κατόπτρου, που μεγεθύνει τον ήχο αντί να τον παραμορφώνει.

Εκπληκτική η κραυγή που εντέχνως άφησε να διαχυθεί στον περιβάλλοντα χώρο η πρωταγωνίστρια. Καιρό είχαμε να ακούσουμε τόσον γιγαντιαίο στεναγμό που να ραγίζει την καρδιά τών θεατών.

Μετά από είκοσι πρόβες οι εξαίρετοι ηθοποιοί, διδαγμένοι από τον Ποιητή και σκηνοθέτη-δραματουργό Χριστόφορο Χριστοφή, απέδωσαν τα μέγιστα, τα βέλτιστα, τα κάλλιστα, σε ένα θέαμα ακροαματικών αξιώσεων (που άγγιζαν το κλασικό).

Θα αναφέρω τα ονόματά τους σε αλφαβητική σειρά εις ένδειξιν σεβασμού, γιατί σχημάτισαν μια τόσο λειτουργική και σφιχτοδεμένη ομάδα που λειτουργούν πλέον συμπληρωματικά και παραπληρωματικά, παραβολικά-προστατευτικά, αλλά ουδέποτε υπερβολικά.

Είχα διαβάσει και προλογίσει το κείμενο που κυκλοφορεί μαζί με άλλα νεότευκτα θεατρικά έργα σε ενιαίο τόμο, από τις εκδόσεις Νίκας. Ήταν όμως σαν να άκουγα για πρώτη φορά αυτές τις μαγικές φράσεις, η κάθε μία σαν ξόρκι ενάντια σε παν τι Κακόν.

Συλλαβή τη συλλαβή, ήχο τον ήχο, πόνημα το πόνημα, στιγμή την (Κβαντική) στιγμή απαλλάχθηκα από τις καθημερινές μου σκοτούρες, απαγκιστρώθηκα από την πηχτή και μαύρη Υλοενέργεια, απογειώθηκα και κολύμπησα μέσα στο ενεργοπληροφοριακό πεδίο (γνωστό και ως «ακασικά αρχεία»).

Οι πληροφορίες που μεταδόθησαν, δια στόματος των επαγγελματιών ηθοποιών, στον «επαρκή» θεατή, δεν κάλυπταν απλώς ιστορικά, μυθολογικά ή θρησκειολογικά κενά, αλλά ανάγονται εις την μετά την Φυσικήν διάστασιν του πλατωνικού κόσμου των Ιδεών.

Ο Ποιητής Χριστόφορος Χριστοφής μεγαλουργεί καταβυθιζόμενος στην Συλλογική Συνειδητότητα, χωρίς να αποφεύγει τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες τού Συλλογικού Ασυνείδητου.

Είναι ομηρικός. Διαφέρει από όλους τους άλλους σύγχρονους θεατρικούς συν-ραφείς ως προς την πνευματικότητα και το έμφυτο δέος τού λογικού όντος απέναντι στο Άγνωστο που αποκαλούμε «θεό».

Είναι ευριπίδειος, γιατί έτσι θα έγραφε ο Ευριπίδης αν ζούσε σήμερα.

Είναι παγκόσμιος και οικουμενικός, υπερβαίνει τα όποια όρια των εθνικών μας αγκυλώσεων και δεν διανθίζει τον έρρυθμο λόγο του με το τουριστικώς αξιοποιήσιμο “couleur locale”.

Τι σώμα είναι ναός τής ψυχής και ο Έρωτας Ιερός [όλα με κεφαλαίο – οι πεζοί ας πεζολογούν]. Ακόμα και οι καβαφικοί «ελαφροί» όμως στέκουν ενεοί απέναντι σε μια πρωτότυπη, πρωτογενή, δραματική ποιητική δημιουργία, δίχως ίχνος υποψίας λογοκλοπής. Άλλωστε ποιος μπορεί να γράψει έτσι σε έναν βαθιά υλιστικό και αντιπνευματικό μετά-προ-πολιτισμό μεσούσης τής 4ης Βιομηχανικής Επαναστάσεως και ανθούσης της Ρομποτικής Τεχνολογίας, η  οποία – πιστεύω ακράδαντα – πως θα μας απελευθερώσει από τα δεσμά των δεισιδαιμονιών και των προκαταλήψεων.

Οι θεοί είναι προσωποποιημένες φιλοσοφικές έννοιες για καθημερινή (ανθρώπινη) βιοποριστική χρήση. Στο έργο όμως τού Χριστόφορου Χριστοφή αγγίζουν μεταφυσικά συμπαντικά ύψη και πλάτη. Ο Διόνυσος κι η Νέμεσις κυριαρχούν, μεγαλουργούν, τιμωρούν.

Ο τραγικός ήρως Μέγας Αλέξανδρος πληρώνει την Ύβριν τής αλαζονείας του.

Διδακτικόν, άκρως διδακτικόν. Και τραγικό, σύμφωνα με τον ορισμό του Αριστοτέλη.

Θα ήθελα να βλέπω παρόμοιες παραστάσεις κάθε βράδυ κι όχι κακουργηματικούς βιασμούς και ανασκολοπίσεις «αθάνατων» κειμένων που λιθοβολούνται σήμερα συστηματικά και απροκάλυπτα.

Ο Χριστόφορος Χριστοφής (βραβευμένος από την Ένωση Κριτικών Θεάτρου, Μουσικής και Χορού) είναι μια σταθερώς ανελισσόμενηι αξία στα πολιτιστικά πράγματα τού καιρού μας κι επηρεάζει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα με έναν τρόπο σχεδόν υποδόρειο.

Περιμένω να τον δω να σκηνοθετεί τα δικά του έργα στο θέατρο τής Παλαιάς Επιδαύρου και όλα – μα όλα – τα έργα του Ευριπίδη στο αρχαίο αργολικό θέατρο. Του αξίζει και το οφείλουμε στον εαυτό μας, εάν δεν θέλουμε να σερνόμαστε όλο και χαμηλότερα κάθε χρόνο στο έρεβος τής αυτολύπησης. Γιατί τότε κανείς δεν θα σκύψει να μας ελεήσει και τότε κανείς «από μηχανής θεός» δεν θα βρεθεί να μας σώσει.

Εξαιρετική η μουσική που συνέθεσε ο Νίκος Ξανθούλης. Δεν ήταν μια απλή υπόκρουση. Ο επί σκηνής αρπίστας Θοδωρής Ματούλας συνδημιούργησε ένα ηχητικό τοπίο που κατοικήθηκε από τις φωνές και τα σώματα των ηθοποιών (με αλφαβητική σειρά): Βασίλης Αθανασόπουλος  /Βερόνικα Αργέντζη / Γιάννης Λασπιάς / Δημήτρης Μαύρος / Γιώργος Μπένος.

 

 

  1. Οι αρχαϊκότερες ευριπίδειες «Ικέτιδες» που έχω δει στη ζωή μου στο θέατρο «Κατίνα Παξινού» σε σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη.

Στη εποχή τής κατακλυσμιαίας εικόνας και της μανιακής υπερκινητικότητας, ο βραβευμένος από την ΈΝΩΣΗ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΟΡΟΥ διακεκριμένος και καταξιωμένος σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης έδωσε για άλλα μια φορά μια υποδειγματική πρόταση ερμηνείας τού αρχαίου δράματος βασισμένη στον λόγο και στην εμβληματική (σχεδόν αρχαϊκή) στατικότητα των τριών υποκριτών που εναλλάσσονται σε όλους τους ρόλους, αναλαμβάνοντας ενίοτε (επιγραμματικά) το μέρος των κορυφαίων τού Χορού.

Ο ενδεδειγμένος φωτισμός τού περιβάλλοντος χώρου τού θεάτρου «Κατίνα Παξινού» στο Αττικόν Άλσος, με την προβολή τού επί σκηνής αγάλματος τής θεάς Δήμητρας πάνω σε ένα γιγαντιαίο κυπαρίσσι τού βάθους, σε συνδυασμό με το επίσης επί σκηνής συνθεσάιζερ που έβγαζε ήχους υποδηλωτικούς της αρχαίας προσωδίας (με ιδιαίτερη έμφαση στον τονισμό μακρών και βραχέων συλλαβών) έδωσαν μια υποβλητικότητα στο όλον θέαμα, όσο κι αν δεν ήμασταν απολύτως σίγουροι ποιος/ποια μιλάει κάθε στιγμή, αν και οι προβεβλημένοι υπέρτιτλοι (παρά-τιτλοι, στην συγκεκριμένη περίπτωση) βοηθούσαν κάπως.

Είτε το θέλουμε είτε όχι, έχουμε εθιστεί στους κινηματογραφικούς ρυθμούς ταινιών δράσης και στον οχετό εικόνων που εκβάλλουν οι διαφημίσεις σε κάθε φωτεινή οθόνη γύρω μας, έτσι που χάσαμε την μαγεία της ακουστικής αφήγησης με κλειστά μάτια (ενίοτε).

Η αριστοτελική «όψις» ισοπεδώνει πλέον το «ηχοτοπίο» κι είμαστε πλέον όλοι κωφοί, κωφάλαλοι, ακόμα κι απέναντι στο συντελούμενο θαύμα (όταν αυτό – σπανίως, σπανιότατα – συμβαίνει).

Στην συγκεκριμένη μαγική βραδιά υπνωτιστήκαμε από την στατικότητα. Η απουσία κίνησης όξυνε την ακοή μας, οι εναλλαγές φωτισμών ξεγέλασαν την διεφθαρμένη όραση και όλα κύλισα αγνά και ομαλά, όπως στην εποχή του Θέσπι, όπου αρκούσε ένα κάρο και μερικοί υποκριτές, διονυσιακοί τεχνίτες για να επιτευχθεί η χωροχρονική παραμόρφωση τής παραλλαγμένης συνείδησης, όταν το δεξί ημισφαίριο τού (δεξιόχειρα) εγκεφάλου αφυπνίζεται και συμπράττει με το αριστερό τής λογιστικής (παρά-)φρόνησης.

Δεν μιλάμε για έγερση-αφύπνιση-ανά(σ)ταση τής kundalini, αφού εδώ όλα ήταν νοικοκυρεμένα και πεζά στην σιωπηλή τους εκκωφαντικότητα.

Για άλλη μια φορά, ο καλός σκηνοθέτης ΔΗΜΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ μάς εξέπληξε.

Ανυπομονώ να τον δω και σε ένα επιδαύριο «κατέβασμά» του. Αλλά κυρίως ανυπομονώ να δω τις αντιδράσεις και την υποδοχή που θα του επιφυλάξουν οι θεατές οι κορεσμένοι από την μετανεωτερική ελευθεριότητα.

Τουλάχιστον αυτός ξέρει αρχαία ελληνικά για να μπορεί να μεταφράζει απευθείας από το πρωτότυπο…

Η διαφορά οξύνει την κριτική ικανότητα και η ετερότητα τροφοδοτεί την δημοκρατία.

 

  1. «Φιλοκτήτης» στο Βεάκειο υπό βροχήν. Η πιο μαγική στιγμή όταν ακούγεται η φωνή τού ισοθέου Ηρακλή, που εμφανίζεται ως «από μηχανής» και δίνει την λύση στο δράμα τού πείσματος και της εκδίκησης, όταν τελικά το «εγώ» υποτάσσεται στο «εμείς» για το Κοινό Καλό.

Το μήνυμα εδώ είναι σαφές: για να ξεφύγεις από τα ανθρώπινα και να γίνεις σοφός, για να θεραπευθείς από την πανούκλα τού φθόνου κι από το έρεβος τής Εκδίκησης, πρέπει να δεις την εικόνα από ψηλά (θεός-θεώμαι-θέα-θεά) και να τρέξεις (θέω) να θυσιαστείς για το Κοινό Καλό (Ιφιγένεια).

Ο Σοφοκλής στην ωριμότητά του έχει πετύχει το τέλειο για τους αρχαίους Έλληνες: το μέτρο. Οι υπερβολές κάθε είδους (ακόμα και στην ασκητική αρετή, στην μοναστική ζωή, στο καθεστώς τού αποσυνάγωγου στυλίτη) είναι νοσηρά και απευκταία κοινωνικά φαινόμενα.

Οι όποιες πληγές μόνο μέσα στην ομάδα μπορούν να θεραπευθούν, να απαλυνθεί ο πόνος, να επιλυθούν οι όποιες διαφορές, να καταλαγιάσουν οι παντοειδείς συγκρούσεις.

Ο ήρωας, και δη ο τραγικός ήρωας, είναι ένα όν τραγικό. Μπορεί να κάνει πράγματα που δεν μπορούν οι άλλοι. Όπως το να τεντώσει το τόξο ενός ημιθέου (και αργότερα, κατόπιν επωδύνων άθλων, ισοθέου).

Ο Σοφοκλής στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» οδηγεί τον πατροκτόνο και αιμομίκτη στην θέωση, στην ανάληψη, στην μεταλαμπάδευση της σοφίας μέσω της πρωτογενούς εμπειρίας («τω πάθει μάθος»).

Εκπληκτική παράσταση παρακολούθησα στο Βεάκειο την περασμένη Κυριακή 10 Ιουλίου 2022 υπό βροχήν. Ηρωικοί ηθοποιοί και θεατές (με ομπρέλες εκείνοι οι τυχεροί), όχι μόνον δεν διέκοψαν την μυσταγωγία, αλλά ενέταξαν το καιρικό σκηνικό στο όλον θέαμα.

Έτσι το σκηνικό οικοδόμημα διαπλατύνθηκε έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει το Άπαν.

Αυτή η ένωση με το Όλον προσέδωσε κάποιες στιγμές μεγαλείου στο λεγόμενο «ωκεάνιο συναίσθημα» που μόνον οι μύστες βιώνουν για ένα κβαντικό κλάσμα τού δευτερολέπτου.

Το τελικό χειροκρότημα δεν ήταν αμοιβή αλλά προσγείωση.

Εξαιρετική η μετάφραση, φιλοτεχνημένη από τον καταξιωμένο και βραβευμένο ποιητή Γιώργο Μπλάνα.

Η σκηνοθεσία όμως ήταν εκπληκτική κι ο θηλυκός Οδυσσέας απολύτως αληθοφανής.

Εξαιρετικό το «ανοικτό» σκηνικό και τα αρχαιοπρεπή κοστούμια. Επιτέλους, δεν είδαμε δυσάρεστους αναχρονισμούς ως προς την αριστοτελικήν «όψιν».

Το ηχητικό τοπίο απολύτως ταιριαστό.

Όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα. Και πίσω η όχθη της παραλιακής σαν μαργαριταρένιο κολιέ παλιάς αρχόντισσας, της Αττικής μας.

Κι όποιος πει πως παρόμοια θαύματα συμβαίνουν κι αλλού, ας μας τα δείξει.

Ιδού η Ρόδος ιδού το …οίδημα!!!

 

Εξαιρετικοί απαξάπαντες οι συντελεστές, αξίζουν τα ολόθερμα συγχαρητήριά μας:

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Σκηνοθεσία: Μαρλέν Καμίνσκυ

Σκηνογράφος: Γιώργος Γεωργίου

Ενδυματολόγος: Γιάννης Μετζικώφ
Πρωτότυπη μουσική χορικών και διδασκαλία: Ευαγγελία Βελλή-Κοσμά

Πρωτότυπη μουσική: Constantine Skourlis

Φωτισμοί: Αλίκη Δανέζη-Knutsen

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Πετροπούλου

 

Πρωταγωνιστούν: Τάσος Νούσιας (Φιλοκτήτης), Μαρία Πρωτόπαππα (Οδυσσέας), Γιώργος Αμούτζας (Νεοπτόλεμος)

 

ΧΟΡΟΣ:      

Αλέξανδρος Φιλιππόπουλος (Κορυφαίος του Χορού)      

Παντελής Αρουσαλίδης

Μάρκος Γέττος

Βαγγέλης Κρανιώτης

Βαγγέλης Μάγειρος

Τάσος Θεοφιλάτος (Έμπορος)

 

 

  1. Passport – Στην προκυμαία της Σμύρνης, στην πάντα ατμοσφαιρική και κατοικημένη από πτηνά Ρεματιά Χαλανδρίου, σε σκηνοθεσία τού αείποτε ανήσυχου Μάνου Καρατζογιάννη.

Ο πόνος τού ξεριζωμού δεν αφορά μόνον τον ελληνισμό αλλά όλες τις μειονότητες (εθνικές, γλωσσικές, θρησκευτικές) που κυνηγήθηκαν από τα αιμοβόρα θηρία που υπακούνε σε έναν και μόνον νόμο τής ζούγκλας, στο δίκαιο του ισχυροτέρου.

Έλληνες, Εβραίοι, Αρμένιοι, Σύριοι, Κούρδοι… κι άλλοι λαοί, ων ουκ έστιν αριθμός, πολλοί από τους οποίους χάθηκαν από τα αρχεία στο διάβα τής Ιστορίας.

Ο όρος «γενοκτονία» συνιστά ένα από τα συνηθέστερα εγκλήματα και ακυρώνει αυτή ταύτη την έννοια «ανθρώπινος πολιτισμός».

Είμαστε υποχρεωμένοι, όλοι εμείς οι πνευματικοί άνθρωποι, να αντισταθούμε σε κάθε βαρβαρότητα, πολεμική ή κρυπτοπολεμική, να υπεραμυνθούμε των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να υπερασπίσουμε τους αδυνάμους, να σχηματίσουμε μια ανθρώπινη αλυσίδα αλληλεγγύης.

Το κοντινό, το κοντινότερό μας πρόβλημα είναι οι Τούρκοι, δεν είναι όμως το μοναδικό. Σε Αφρική και Λατινική Αμερική, σε Ασία και Ωκεανία, σε κάθε ήπειρο κι ένας εμφύλιος σπαραγμός, ένα διαρκές ερωτηματικό αναπάντητο «γιατί;».

Σαν τις έξι ιστορίες που αφηγούνται γυναίκες από τα πέντε σημάδια των ιστορικών πληγών που χάσκουν ανεπούλωτες αιμάσσοντας: Ουκρανία, Πόντος, Αρμενία, Συρία, Κύπρος, Σμύρνη…

Οι απλοί άνθρωποι συμπονούν, οι ομάδες επιτίθενται σαν αφηνιασμένοι λύκοι.

Το τραγούδι, η Τέχνη, η Ποίηση είναι ένας τρόπος να θυμόμαστε, χωρίς να τρελαινόμαστε, χωρίς να ορμάμε στα τυφλά και όποιον πάρει ο Χάρος.

Η υψηλή Τέχνη, στην υψηλότερή της μορφή, στην Ποίηση, αίρει την όποια ατομικότητα-τοπικότητα-χωροχρονική στασιμότητα και καθιστά την αναγκαστική προσφυγιά διαχρονική. Από τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη (που διόλου δεν άρεσαν στους Αθηναίους και οδήγησαν στην αυτοεξορία τού μεγίστου Ποιητή στην Πέλλα, στην αυλή τού παππού τού Μεγαλέξανδρου) μέχρι τα σύγχρονα καραβάνια μεταναστών, κυνηγημένων από τον πόλεμο και την ανέχεια, εμφορουμένων από το όραμα μιας καλύτερης, ειρηνικότερης ζωής, το αίτημα του Ανθρώπου για Ισότητα, Ελευθερία, Αδελφοσύνη παραμένει αδιασάλευτο και συνώνυμο τής Δημοκρατίας.

Ας δείξουμε ενεργά το πνευματικό, πολιτικό και αγαθοεργό μας στίγμα θέτοντας σε προτεραιότητα τον Άνθρωπο και τις Ελευθερίες του.

Υπέροχη παράσταση, μοναδική, ανεπανάληπτη. Μακάρι να περιοδεύσει παντού και να μεταφερθεί τον χειμώνα στο φιλόξενο θέατρο «Σταθμός» στο Μεταξουργείο.

 

  1. Θέατρο «Στοά». Μεγαλώσαμε μαζί τους. Μισός αιώνας αστική σάτιρα.

Η αστυφιλία και απότομη, άναρχη τσιμεντοποίηση τού πάλαι ποτέ «κλεινού άστεος» δεν οφείλονται απλώς στην εσωτερική οικονομική μετανάστευση αλλά στην αείποτε υπολανθάνουσα τάση του αγροτροκτηνοτρόφου (και λιγότερο τού ψαρά) να εξαστικοποιηθεί, να μορφωθεί, να αναβαθμιστεί κοινωνικά. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τις δεκαετίες 1950, 1960 και ειδικά την δεκαετία τού 1970, κάθε μικρογαιοκτήμονας ονειρεύεται να δει την κόρη του Δασκάλα ή Καθηγήτρια Φιλόλογο με τα πτυχία «δαχτυλίδια στα χέρια».

Ο Μποστ, ιδιοφυής ων έπλασε μία ιδιόλεκτο βασισμένη στον «Αρχοντοχωριάτη» του Μολιέρου κι αποτυπώνει γλωσσικά αυτές τις κοινωνικές, αισθητικές, ιδεολογικές και πολιτικές – βεβαίως – ανακατατάξεις, αποτέλεσμα μακραίωνων ζυμώσεων, με ρίζες σε πάμπολλες, προπατορικές θα έλεγα, παθολογίες.

Αυτό το μείγμα καθαρεύουσας και δημοτικής, λέξεων και φράσεων ατάκτως ερριμμένων και πολλάκις παρεξηγημένων, όπως φαίνεται και στις ασπρόμαυρες ταινίες τού πάντα επίκαιρου νεοελληνική κινηματογράφου, ηχοποιούν το θολό πολιτισμικό τοπίο με τον πλέον ευτράπελο και παραστατικό τρόπο.

Μαζί όμως με την εισροή γαιοκτημόνων, κτηνοτρόφων και ψαράδων από τον πρωτογενή τομέα τής οικονομίας, στον δευτερογενή (μεταπράττες) ή και στον τριτογενή (παροχή υπηρεσιών) αλλάζει και η κοινωνική, οικονομική, πολιτική/ταξική διαστρωμάτωση τού θεατρόφιλου κοινού.

Η καινούργια διευρυμένη εργατική τάξη, το στρώμα των «μικρομεσαίων» («Οι μικροαστοί» του Γκόρκι, αλλά και οι δικοί μας) αρχίζει να διεκδικεί το δικαίωμά της στο θεατρίζεσθαι.

Και τότε αναφύονται θέατρα, σχήματα, σχολές προκειμένου να καλύψουν αυτή τη ζήτηση.

Η προσφορά είναι στην αρχή περιορισμένη, αργότερα καταιγιστική.

Το μικρο-μεσο-αστικό κοινό αναζητεί διασκέδαση μακριά από τα συνήθηκε «OnBroadway» θέατρα τού κέντρου όπου συχνάζουν οι μεγαλοαστοί.

Έτσι τα λεγόμενα «OffBroadway» θέατρα (από τη δεκαετία τού 1980 και μετά) αρχίζουν να στεγάζονται σε εγκαταλελειμμένες ξυλαποθήκες, σε υπόγεια και ανώγεια, ακόμα και σε παρηκμασμένους κινηματογράφους (ακόμα και για λούμπεν κοινό).

Το θέατρο «Στοά» μια ιδιαίτερη προοδευτική και πρωτοπόρος ομάδα (για την εποχή τους) εικονοποίησε και έδωσε διέξοδο σε αυτή την τάση τού καινοφανούς κοινού προς θεάματα «αριστερά». Ο ουμανισμός τού Διαφωτισμού περνάει ετεροχρονισμένος από θέατρα και θεατράκια, σκηνές και σκηνούλες δωματίου (ή και δώματος ακόμα), σε ταράτσες και αυλές, σε πλατείες κι αγορές, ανά τας οδούς και τα ρύμας.

Έτσι διαμορφώνεται μια καινούργια τάξη «μορφωμένων» που θα διεκδικήσουν σύντομα ένα μεγάλο μερίδιο στην κεντρική και στην αποκεντρωμένη εξουσία. Φεστιβάλ αναδύονται παντού, καθίστανται θεσμοί. Κάθε στάνη και αγρός υποδέχεται αστέρες της τηλεοράσεως ή του κινηματογράφου σε ένδοξες, πολυαναμενόμενες, κραυγαλέες, πολυδιαφημιζόμενες, αμφιβόλου αισθητικής, πλην όμως νόμιμες περιοδείες (άλλοτε «αρπαχτές», όπως έπρατταν τα μπουλούκια τού δέκατου ένατου και των αρχών τού εικοστού αιώνα).

Οι πρωτεργάτες τού ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΤΟΑ, η Λήδα Πρωτοψάλτη και ο Θανάσης Παπαγεωργίου κράτησαν ψηλά τον πήχυ και την αισθητική τους αδιαπραγμάτευτη.

Βλέποντάς τους τώρα στο Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη» φέρουν σαφώς την πατίνα τού χρόνου, συνοψίζουν όμως μισόν αιώνα πολιτιστικής και κάτι τέτοιο είναι απλώς σεβαστό.

Δεν ξέρω κατά πόσο μπορούν να παρακολουθήσουν τον εξεζητημένο «μειξο-καθαρευουσιάνικο» λόγο οι νέες και νέοι κάτω των είκοσι ετών, αζίζει όμως το εγχείρημα και πρέπει να υποστηριχτεί με καλή διάθεση.

Με το χέρι στην καρδιά, δεν εκστασιάστηκα παρακολουθώντας αυτό το θέαμα, βρήκα όμως την μουσική σύμπραξη τού Διονύση Τσακνή άκρως συμπαθητική, τα σκηνικά και τα κοστούμια ιδιαίτερα γραφικά, τους ήχους νοσταλγικούς και την όλη προσπάθεια αξιομνημόνευτη.

Ένα σχολείο πολιτισμού, ήθους και σκηνικής επάρκειας. Οι απόγονοι των αρχαίων διονυσιακών τεχνιτών επί το έργον.

Κι αν σας φαίνονται κάπως παλιομοδίτικοι, δεν είναι όμως και «εκτός εποχής», αφού τα ίδια προβλήματα χρονίζουν και λύση δεν βρίσκουν. Κακά τα ψέματα, οι παθογένειες της νεοελληνικής κοινωνίας έχουν μεσαιωνικές και ρωμαϊκές ρίζες. «Άρτον και θεάματα». Μόνο που εδώ γίνεται και σάτιρα. Είναι σαφές το σχόλιο στα κακώς κείμενα μέσα από την πάντα ευπρόσδεκτη βιτριολική ειρωνεία.

Συγχαρητήρια σε όλες και όλους τους καλλιτέχνες που συμπράττουν σε αυτό το ελαφρολαϊκό θαύμα, σε αυτό το τηλεοπτικής εμπνεύσεως και παλαιο-κινηματογραφικής κοπής θέαμα/ακρόαμα.

Δείτε το και δεν θα πλήξετε. Αντιθέτως, θα διασκεδάσετε και θα τραγουδήσετε με την καρδιά σας (ακόμα κι αν δεν κατέχετε όλα τα άσματα).

Ο Μπόστ ήταν ιδιοφυής, γλωσσολόγος στην πράξη, δημιούργησε «σχολή» αν και ήταν αμίμητος.

Το «θέατρο Στοά» εορτάζει και περιοδεύει. Αξίζει να το δείτε και «εκτός έδρας».

Μετά νοσταλγικής μελαγχολίας για τη νιότη μας που παρήλθεν ανεπιστρεπτί…

 

  1. «Μήδεια» αναδομημένη από τον Αιμίλιο Χειλάκη στο άκρως επιβλητικό «Θέατρο Πέτρας» στην ονειρική (για την απογευματινή-δειλινή της θέα στην Ακρόπολη) Πετρούπολη.

Σπανίως βλέπεις τόσο προσεγμένες ερμηνευτικές προσεγγίσεις στο καταταλαιπωρημένο από τους συγχρόνους μας αρχαίο δράμα.

Ξεκινώντας από την μετάφραση τού επαρκούς και διακεκριμένου, βραβευμένου ποιητή ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ, παρεκάμφθησαν επιτυχώς τα πολιτισμικά χάσματα που μας χωρίζουν από την εποχή συγγραφής τής περίφημης πια «Μήδειας» του Ευριπίδη. Το θρησκειολογικό και μεταφυσικό-μυθολογικό κενό δεν γεφυρώνεται εύκολα και ο σύγχρονος διασκευαστής πρέπει (με τη βοήθεια έμπειρου δραματουργού) να φιλοτεχνήσει μια «λειτουργική μετάφραση», όπως λέμε στη σύγχρονη Μεταφρασεολογία και να επιμείνει πρωτίστως στη μεταφορά των πρωταρχικών νοημάτων-ιδεολογημάτων στο γλωσσικό-αισθητικό-ιδεολογικό-κοινωνικό-πολιτικό-ιστορικό πλαίσιο τού «εδώ και τώρα». Ακόμα και η διαφορά της «γλώσσας πηγής» από την «γλώσσα στόχο» είναι καθοριστική σε πολλές λεπτές αποχρώσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε κρίσιμες παρανοήσεις.

Εδώ όμως (προς τιμήν της γενναιόδωρης παραγωγής) απασχολήθηκε επιτυχώς και η εκπληκτική για τις γνώσεις και δεξιότητές της Καθηγήτρια τού Τμήματος Θεατρικών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Αθηνών ΚΑΙΤΗ ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ που δίδαξε την ρυθμολογία τού πρωτοτύπου κειμένου!!! Επιτέλους!!! Σοβαρότητα που δεν συναντάμε στην τρανή πλειοψηφία των επισήμων φεστιβαλικών παραστάσεων.

Ξεκινώντας από το «εν αρχή ην ο ποιητικός λόγος» στήθηκε ένα ηχητικό τοπίο με ζωντανές παρεμβάσεις-παραμορφώσεις-εφιαλτικές αλλοιώσεις με την βοήθεια της Τεχνολογίας, ιδιαίτερα επίκαιρο, επιτυχημένο και καθηλωτικό.

Η «όψις» της παραστάσεως (για να θυμηθούμε τον παππού Αριστοτέλη) ήταν τέλεια. Οι σκάλες που αναδομούνταν διαρκώς σχηματίζοντας γέφυρες και πυραμίδες, λειτουργώντας ενίοτε ως όρια-σύνορα-πλαίσια-διαχωριστικά ήταν μια πολύ ωραία ιδέα, ιδιοφυώς υλοποιημένη και λιτή. «Φιλοσοφούμε μετ’ ευτελείας και φιλοκαλούμε άνευ…» προχειρότητος.

Ερμηνείες σωματικές, φωνητικές, αδόμενες, ερμηνείες τωρινές, ερμηνείες που πατούν σε παραδοσιακούς ρυθμολογικούς και οπτικούς κώδικες. Διπολικά κοστούμια (σακάκια φορεμένα ανάποδα για τους σκλάβους-δούλους-υποδούλους και σακάκια φορεμένα κανονικά για τους εξουσιαστές-εξουσιάζοντες, για εκείνους που νομίζουν πως έχουν προσωρινά «το πάνω χέρι»).

Η Γιώτα Νέγκα με την πλούσια σε ηχοχρώματα και αποχρώσεις φωνή της γεφύρωσε το λαϊκό τραγούδι με το λαϊκότατο είδος που ήταν η τραγωδία στην εποχή της. Πολύ έξυπνη ιδέα! Συγχαρητήρια.

Μέτρο και καλαισθησία, σεβασμός στον θεατή, σεβασμός στο πρωτότυπο κείμενο, άδολη, αδιαμεσολάβητη, γνήσια συγκίνηση, «έλεος και φόβος» (κατά Αριστοτέλη, πάλι)… Αυτά και άλλα πολλά είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της παραστάσεως που δεν πρέπει να χάσετε στην καλοκαιρινή της περιοδεία. Και γιατί όχι; Ας ευχηθούμε ότι θα μεταφερθεί το χειμώνα σε ένα μεγάλο κλειστό θέατρο.

Γιατί το Καλό πρέπει να λέγεται. Κι αυτή είναι η κύρια δουλειά ενός κριτικού που σέβεται το λειτούργημά του.

Η εργασία πάντοτε αποδίδει όταν είναι συλλογική, συνδημιουργική, διαδραστική, ανοικτή σε πρωτοβουλίες και αυτοσχεδιασμούς, φτάνει να υπάρχει ένα (τουλάχιστον) αρχικό σκηνοθετικό όραμα. Και να βασιζόμαστε στο κείμενο. Από εκεί ξεκινούν και τελειώνουν όλα.

Από πλευράς βραβείων, η ευριπίδεια «Μήδεια» δεν ήταν τυχερή στον καιρό της. Σήμερα όμως σαρώνει το ενδιαφέρον σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Έμμεση υπόδειξη προς τους γράφοντες, τους βραβεύοντες και τους βραβευομένους, τους κρατούντες γενικώς…

 

 

Μετά Λόγου Γνώσεως,

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας

https://konstantinosbouras.gr

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.