Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Κωνσταντίνος Μπούρας: Θεόδωρος Παπαγιάννης, Μύθοι και Σύμβολα, εκδόσεις Νίκας, Αθήνα Ιανουάριος 2022.

Ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Φιγούρες σαν γλυπτά, Χορός αρχαίων τραγωδιών χαμένων ακόμη, αλλά καταγεγραμμένων στο Συλλογικό Ασυνείδητο τού Πόθου για έναν κόσμο άλλο, όπου οι λέξεις φτώχεια, άστεγος, πείνα δεν θα υπάρχουν. Αυτό δεν είναι το νόημα και της κάθε Τέχνης; Αλλιώς, αν είναι αποκομμένη από τον οικουμενικό πόνο καλύτερα να μην υπάρχει. Αυτή όμως δεν είναι η περίπτωση τού μεγάλου, διεθνούς καλλιτέχνη Θεόδωρου Παπαγιάννη που παντρεύει την πρωτοπορία με την παράδοση, το αρχετυπικό με το πρωτότυπο, το κοινότυπο με το κοινότοπο και το καινό-τοπο, έτσι όπως αγκαλιάζουν οι εγκαταστάσεις του τον χώρο και τον αναδεικνύουν μετατρέποντάς τον σε μουσείο Συλλογικής Μνήμης.

Κι ο λόγους του κρουστός, λακωνικός, λιτός, χαραγμένος και ταραχώδης, σαν τα ψηλά βουνά, σαν τα Μετέωρα που αναδύθηκαν πάνω από τα ύδατα.

Ο λεπταίσθητος Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών τού ΕΚΠΑ Μάνος Στεφανίδης, που διευθύνει αυτή την καλλιεπή και καλαίσθητη σειρά των πάντα ανήσυχων εκδόσεων Νίκας, οργάνωσε αυτόν τον τόμο με μεθοδικό, επιστημονικό τρόπο. Κείμενα των άλλων, κείμενο δικό του, λέξεις και εικόνες σε μια αγαστή συν-πνοή, συν-πλοκή θα έλεγα, όπως το μέταλλο με το πανί, που συμβολίζουν το άτρωτο με το υφιστάμενο την φθορά.

Είναι φορές που σταματάς σε αυτές τις τυπωμένες εικόνες, είδωλα των πραγματικών καλλιτεχνημάτων, εξαϋλωμένες ονειροφαντασιές στο μάτι ενός απελπισμένου, και σκέφτεσαι πως αυτό είναι ποίηση, εκείνο που συγγενεύει με τα devas, με τους «γίγαντες του βουνού» του Πιραντέλλο, με τα θηριόμορφα γατιά τής στερνής περιόδου τού Γκόγια (στο Μουσείο Πράδο).

Είναι μηχανικός ο καλλιτέχνης Θεόδωρος Παπαγιάννης, γιατί στερεώνει με ανθεκτικό τρόπο τα υλικά του μέσα σε χώρο και χρόνο αδιαίρερα. Το υλοποιημένο όραμά του δεν πρόκειται να γείρει, να μπατάρει, να εξουθενώσει τον ακροατή/θεατή. Και λέω «ακροατή» γιατί συνηχεί μετά των ανέμων, δημιουργεί ένα δικό του ηχητικό τοπίο, βουβό και λάλον, όπως τα οράματα ενός κωφού, όπως τα μετεικάσματα ενός τυφλού. Ο συνδημιουργικός θεατής προβάλλει επάνω του ό,τι μπορεί να εκβράσει το Συλλογικό Ασυνείδητο, το βαθύ. Βία, πόθος, πάθος, στέρηση.

Δεν μπορώ να βγάλω από την μνήμη των ματιών μου τον σπαρακτικό άστεγο, που είναι λες τυλιγμένες με εφημερίδα, μεταλλική, αδιατάρακτη, αντισκωριακή, μα παρ’ όλα αυτά τσαλακωμένη από την πίκρα του.

Και το ψωμί, είναι θαρρείς πραγματικό, έτοιμο να το γευτείς. Πιο πραγματικό κι από το πραγματικό. Σαν τα όρθια ψωμιά που ζωγράφιζε ο Θεόφιλος και δεν έπεφταν. Ποτέ. Έτσι είναι κι ετούτο το γλυπτό ψωμί: βρώσιμο κι αναλλοίωτο, πολλαπλασιάζεται αφ’ εαυτού ως ιερός άρτος, αγγιχθείς υπό Του Διδασκάλου.

Η θρησκευτικότητα είναι εγγενές κι αναπόσπαστο στοιχείο τής τραγωδίας. Κι η τραγωδία είναι στα κύτταρά μας, από τότε που εγκαταλείψαμε την αθώα Λεμουρία και καταλήξαμε στην τεχνολογική Ατλαντίδα που χάθηκε στο βάθος των ωκεανών από το βάρος των ανομιών μας, την κατάχρηση των ευκολιών μας, από την απληστία για Γνώση… Προμηθέα, πόσα συκώτια έχεις ακόμα να κάψεις;

Αυθεντικώς ονειρικά αυτά τα ντυμένα όρθια ξόανα, μας θυμίζουν πως πάντα πίσω από την ψηφιακή μας τεχνολογία είναι ο τρόμος τού πρωτόγονου ανθρώπου που αγωνιά σε κάθε δύση μήπως ο ήλιος δεν ανατείλει ξανά.

Μεγάλο θαύμα, μεγίστη Τέχνη, διαχρονική, υπερκόσμια κι εγκόσμια.

Εκδοτικός άθλος, χάρμα οφθαλμών.

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας, Επισκέπτης Καθηγητής Θεατρικής Κριτικής στο ΕΚΠΑ

https://konstantinosbouras.gr

 

info:
Παρουσίαση
Πέρασαν ήδη 18 χρόνια από το κάψιμο του Πολυτεχνείου. Από τότε που μάζεψα, με πόνο ψυχής, τα αποκαΐδια και όρθωσα σκιάχτρα να ξορκίσω το κακό που πλήθαινε γύρω μου. Το κείμενο διαμαρτυρίας που έγραψα τότε κρατά ακόμη την επικαιρότητά του, γι’ αυτό και το παραθέτω ξανά.
Με τα υλικά αυτό σαν βάση και άλλα ανακυκλώσιμα υλικά πεταμένα, δεύτερης χρήσης, φορτισμένα με μνήμες και ιστορία, που μάζεψα έκτισα σιγά σιγά τις μορφές που βλέπετε.
Ήταν η δική μου αντίδραση σε μία πράξη που με συγκλόνισε. Αυτός ήταν ο λόγος που ξεφύτρωσαν από μέσα μου αυτά τα “φαντάσματα”. Τα γέννησε η ανάγκη να εκφράσω την αγανάκτησή μου και την πίκρα μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως ένα τόσο λαμπρό κτίριο με ιστορία, έργο Ηπειρωτών Ευεργετών, σύμβολο της μάθησης δεν το προστατέψαμε, 18 χρόνια τώρα δημιουργώ κάτω από μία καθημερινότητα που με τρομάζει.
Δεν ξέρω από πόσο μακριά μου έρχονται οι μορφές αυτές. Δεν ξέρω να πω τι ακριβώς εκφράζουν, αν είναι θεοί ή δαίμονες, αν είναι μυθικές μορφές ή ήρωες της ιστορίας, λαϊκοί αγωνιστές ή πνευματικοί άνθρωποι, εθνικοί ευεργέτες ή διδάσκαλοι του γένους, φαντάσματα του νου ή εφιάλτες, Πιθανόν να είναι κάτι από όλα αυτά. Ή μήπως είναι οι προπάτορές μας αυτοί που έστησαν αυτό το έθνος όρθιο που προβάλλουν εν χορώ, απειλητικοί, εξοργισμένοι, ταπεινωμένοι, πυρπολημένοι και μας γυρεύουν εξηγήσεις για την κατάντια αυτού του τόπου; Δεν ξέρω να σας πω πατριώτες. Αλλά σε τελευταία ανάλυση τι σημασία έχει να το εξηγήσει κανείς.
Από αυτό το θέαμα ας εισπράξει ο καθένας ότι θέλει. (Από τον πρόλογο του Θεόδωρου Παπαγιάννη)

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.