Loading...
Πορτραίτα στο λάδιΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κώστας Γιαννόπουλος: Μαξ Μπέκμαν – Χορστ Μπίνεκ – Φωνές και σκιές στο σκοτάδι

Ο εξπρεσιονισμός είναι η τέχνη της ανησυχίας, η τέχνη των αναζητήσεων αλλά και η τέχνη των εμμονών. Ο Μαξ Μπέκμαν (1884-1950) είχε και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, σε έντονο μάλιστα βαθμό, αλλά δε θα ‘λεγε κανείς πως ήταν αποκλειστικά εξπρεσιονιστής αν και πέρασε από το κίνημα αυτό όπως άλλωστε και από την Νέα Αντικειμενικότητα που παρουσιάστηκε αμέσως μετά τη δύση του εξπρεσιονισμού. Τι ήταν όμως τελικά; Αφού ήταν και λίγο κυβιστής, (έκλεψε και κάποιες από τις γραμμές του Πικάσο) αλλά σε καθεμιά απ’ αυτές τις διαδρομές όσο βαρύ κι αν ήταν το πέρασμά του κατάφερνε να δημιουργεί ένα εντελώς προσωπικό ύφος, με αποτέλεσμα να παραμείνει ακατάτακτος:

Ούτε ακριβώς ρεαλιστής, ούτε εντελώς μοντερνιστής, αλλά με αρκετά μεταφυσικά στοιχεία γύρω από τη μοίρα και την κατάσταση του ανθρώπου η οποία τον ενδιέφερε εξαιρετικά και τον εξωθούσε κάποτε και στον αναχρονισμό φτιάχνοντας έργα που θύμιζαν έντονα τον Μεσαίωνα, έχοντας γοτθικό περιεχόμενο. Πάντως παρότι απουσιάζει από ορισμένες ιστορίες και λεξικά, αναίτια σίγουρα, το έγκυρο λεξικό του Χέρμπερτ Ριντ, τον αναφέρει σαν ”έναν από τους σημαντικότερους εικονιστικούς ζωγράφους του 20ου αιώνα”.

       Από το 1915 δίδαξε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φρανκφούρτης αλλά η καριέρα του τελείωσε άδοξα όταν οι ναζί κατέλαβαν την εξουσία το 1933 και φυσικά τον απέλυσαν  θεωρώντας τον κι αυτόν  έναν από τους εκπρόσωπους της λεγόμενης εκφυλισμένης τέχνης και πολλά από τα έργα του εξαφανίστηκαν από τα μουσεία στα οποία ήταν τοποθετημένα. Γίνεται λόγος ότι μέχρι το 1937 είχαν απομακρυνθεί 500 πίνακές του.

Ο Μπέκμαν ενδιαφερόταν για τα σύγχρονά μ’ αυτόν θέματα και έτσι είχε ζωγραφίσει τον Τιτανικό, συγκλονισμένος απ’ το γεγονός ή τον σεισμό της Μεσσήνης και ο ίδιος λόγος τον οδήγησε να καταταγεί εθελοντής στον γερμανικό στρατό στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ώστε να συγκεντρώσει εμπειρίες που θα του έδιναν ισχυρό έναυσμα για τους πίνακές του. Αλλά αυτό τελικά στάθηκε  μοιραίο, επειδή αντί να βγει αλώβητος απ’ αυτήν την περιπέτεια (πώς άλλωστε θα ήταν δυνατό κάτι τέτοιο;) έπαθε έναν πολύ ισχυρό νευρικό κλονισμό από τον οποίο άργησε να συνέλθει. Τα ανοιγμένα από τα σοβαρά τραύματά τους, σώματα των τραυματισμένων στρατιωτών είχαν φρικώδη όψη και κινητοποιούσαν οποιαδήποτε φαντασία και οποιοδήποτε πινέλο ζωγράφου. Αλλά όχι μόνο του Μπέκμαν:

”Όταν η άβυσσος έκλεισε πάλι, οι άλλοι καθόντουσαν γύρω του, και ο Ρόμπερτ τους άκουγε να μιλάνε. Μιλούσαν σιγά. Έκλαιγαν για την Κυριακή και το τι έκαναν αυτή τη μέρα – όταν ακόμα βρισκόντουσαν έξω, στην ελευθερία μιας λιόλουστης μέρας. Ο Ρόμπερτ άκουγε τις φωνές τους να σηκώνονται, σαν καπνός από σιωπηλά σπίτια αιωρούνταν οι λέξεις και ζωγράφιζαν φανταστικές εικόνες. Πήγε στη στρωμνή του, ανέβηκε στο νησί – πίσω του έσπαγε στην ακτή ο πόνος.

Ο Ρόμπερτ ελάχιστες φορές πια εγκατέλειψε τη στρωμνή του. Κοιτόταν εκεί, με τα χέρια στηριγμένα κάτω και κοίταζε στο σκοτάδι με πονεμένα μάτια. Δεν περίμενε παρά τη στιγμή που η πόρτα θ’ άνοιγε και μια αχτίδα φως θα ‘πεφτε. Αυτή τη στιγμή του φωτός περίμενε. Πολλές φορές η κούραση τον υπερνικούσε, το κεφάλι του έπεφτε πίσω, βυθιζόταν σ’ ένα ελαφρό ύπνο απ’ όπου τον έβγαζε ο παραμικρός θόρυβος. Ο φόβος πως θα έχανε το άνοιγμα της πόρτας βούιζε στο μυαλό του σαν ένα μοχθηρό έντομο”.

Τον ίδιο φόβο με τον συγγραφέα του διηγήματος Χορστ Μπίνεκ, είχε και ο κλονισμένος Μπέκμαν που προσπαθούσε να βγει από την δική του άβυσσο περιμένοντας να δει αυτή την αχτίδα φωτός που θα διέλυε τα σκοτάδια ”νύχτας” (1919) ή της ”αναχώρησης” του 1921, δύο πίνακες που φιλοτέχνησε όταν άρχισε να συνέρχεται και να δοκιμάζει και άλλα θέματα θεατρικά, μυθολογικά ακόμα και θρησκευτικά προκειμένου ν’ ασκήσει την κριτική του στα σύγχρονα ήθη. Αλλά έτσι μπήκε στο μάτι των ναζί. Δεν ήταν και κάτι δύσκολο. Θέματα όπως ο κόσμος της πόλης, η αποκάλυψη της ανθρώπινης θηριωδίας, η φρίκη και η ωμότητα της τεμαχισμένης ανθρώπινης σάρκας, ο πόλεμος και τα επακόλουθά του, η κόλαση, με το πιο βαθύ της μαύρο, όλα κατέληγαν στη μεγάλη νύχτα από την οποία προσπαθούσε να ξεφύγει.

Έτσι αμέσως μόλις συνήλθε έφυγε για το Άμστερνταμ και μετέπειτα μετανάστευσε οριστικά ως το τέλος της ζωής του στις Η.Π.Α.. Αυτό ήταν όλο και όλο, ένα σύντομο ή μακρύ βιογραφικό. Όπως το πάρει κανείς.

 

Φαίνεται πως μέσα στον στενάχωρο ζωγραφικό χώρο όπου τις περισσότερες φορές συμφύρονται ετερόκλητα στοιχεία διαφόρων όχι απαραίτητα όμορων τεχνοτροπιών, ο Μπέκμαν δημιουργεί μέσα σ’ αυτό τον συνωστισμό τα μοντέλα του να περιπλέκονται μεταξύ τους δημιουργώντας όμως μια αυστηρότητα και μια τάξη που παραπέμπει ευθέως στη μεταφυσική.

Αν στα έργα του Μπέκμαν βλέπουμε σκιές να μετακινούνται σαν να πρόκειται όχι για πίνακες αλλά για ανιμέισον τότε στο διήγημα του Χορστ Μπίνεκ ακούγονται φωνές στο σκοτάδι. 

”Και τότε συνέβη, ενώ όλοι κοιμόντουσαν. Ένα κλειδί γύρισε στην κλειδαριά. Μια μπάρα σηκώθηκε. Η πόρτα άνοιξε. Μια άσπρη δέσμη φωτός έκοψε το σκοτάδι με κοφτερό μαχαίρι. Σαν ένα λοξό τείχος από άσπρο μάρμαρο το φως πέτρωσε μες στο κελί. Ο Ρόμπερτ γονάτισε πάνω στη στρωμνή και κοίταξε με πυρετιασμένα μάτια το φως. Στη πόρτα έστεκε ένας στρατιώτης με ψηλό πηλίκιο. Ο Ρόμπερτ ανατρίχιασε. Ένιωσε μόνος και γυμνός και εγκαταλειμμένος. Άκουσε τον στρατιώτη να φωνάζει, τον άκουσε να βρίζει. Τότε είδε στη φωτεινή αχτίνα τα σκοτεινά κορμιά των ζώων να τρέχουν. Σαν μαγνήτης το φως τα τραβούσε. Το Άλογο πήγαινε πρώτα ζαλισμένο από τον ύπνο και δυσκίνητο, η μακριά βρώμικη γκρίζα χαίτη του κρεμόταν πυκνή στο λαιμό. Το κορμί ήταν φουσκωμένο και ταλαντευόταν ανάμεσα στα μουδιασμένα πόδια. (…)

Τότε γλίστρησε κοντά στο Ρόμπερτ η Σιωπή, το μεγάλο αχόρταγο, άφωνο ζώο κι όρμησε πάνω του. Ο Ρόμπερτ φώναξε δυνατά αν κι έπεσε στο μέρος όπου έμενε ο άνθρωπος που έλεγε Ζαρκάδη. Η στρωμνή ήταν άδεια. Ο Ρόμπερτ φώναξε τον Αρκάντι, η φωνή του αναποδογύρισε και δεν βγήκε απ’ το λαρύγγι του παρά ένα βραχνό γαύγισμα. Πήδησε προς τα πίσω, ανακάτεψε τις άλλες στρωμνές. Όλες ήταν άδειες. Μόνο αυτός, μόνος, είχε μείνει σ’ αυτό το καταραμένο, δολοφονικό, φριχτό σκοτάδι. Αυτός μόνος. Ένιωθε τα σκουλήκια στο στόμα του, και η αηδία τον έπνιγε. Έβγαλε έξω τη γλώσσα, όπως κάνουν τα σκυλιά, και περίμενε να τον φωνάξουν…”.

Όπως λέει ο μεγάλος ιταλός θεωρητικός και ιστορικός Τέχνης, Τζούλιο Κάρλο Αργκάν,  στη μελέτη του ”η Μοντέρνα τέχνη”, ο Μπέκμαν άδει, αντί την αυγή, όπως έκαναν χρόνια πριν συνάδελφοί του, την πτώση της ανθρωπότητας φτιάχνοντας αλληγορικές συνθέσεις που φέρνουν έντονα στο νου την ”Αποκάλυψη”, και ό,τι περιέχει ένα τέλος, μία πτώση και τα συναισθήματα που απορρέουν από αυτά.

-Τα παραθέματα προέρχονται από τα: ”Σύγχρονοι Γερμανοί Πεζογράφοι” μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. Κάλβος, 1973.             

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.