Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Αρθούρος Ρεμπώ – Δίκοπη ζωή -ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

  Αρθούρε Ρεμπώ

απόψε θα μπω

στο μαύρο μεθυσμένο σου καράβι

μακριά ν’ ανοιχτώ

σε κύκλο φριχτό

που ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει

                                                 ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

 

Η εκδίκηση

 

 

Είχε έρθει, λοιπόν, η ώρα «να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση», όπως δεν παραλείπει να σημειώσει ένας δικός μας ποιητής που καταλάβαινε, αγαπούσε και μετέγραψε στα ελληνικά ποίηση του Ρεμπώ, ο Οδυσσέας Ελύτης.

«Ευθύς μετά που του κατακλυσμού η ορμή κόπασε μες στο νου μου

Πάνω στο φρέσκο κριθαρόχορτο, κυματίζοντας οι καμπανούλες, ήρθε κι εστάθη ένας λαγός να κάνει, μεσ’ από της αράχνης τους ιστούς, την προσευχή του στο ουράνιο τόξο.

Α τα πετράδια που δεν τα ‘βλεπες ποτέ- τα’ άνθη πού ‘χανε κιόλας μάτι και κοιτούσαν», μόνο που αυτός δεν άντεχε άλλο κι ας μάθαινε να βλέπει και να ζωγραφίζει τον κόσμο. «τι βαρεμός Θεέ μου σαν αρχινίσουν κείνα τα ‘κορμάκι μου γλυκό’ και τα ‘καρδούλα μου χρυσή’- τι βαρεμός Θεέ μου!».

«Ειν’ ένα εκκρεμές που δε σημαίνει πια τις ώρες. […]

Είναι μια εκκλησιά που πάει τον κατήφορο και μια λίμνη που όλο ανηφορά. […]

Είναι ένα καροτσάκι παρατημένο μέσ’ στα δέντρα […]

Είν’ ένας θίασος μικρά παιδιά μασκαρεμένα […]

Είναι, τέλος, κάποιος, που αν τύχει και πεινάς είτε διψας σε διώχνει».

Αυτή ήταν – όχι ολόκληρη- η «Παιδική [του] Ηλικία», μοναχική, ανιαρή, βαρετή, εγκλωβισμένη. Ποιητική την έκαμε αυτός με τα μάτια του να βλέπουν τις ομορφιές, αλλά και τους κακούς και τους αδιάφορους.

Επιστολές του Οραματιστή:

 

Στις 25 Φεβρουαρίου του 1871 ο Ρεμπώ το σκάει για τρίτη φορά. Πουλάει το ασημένιο του ρολόι και φεύγει για το Παρίσι. Περιπλανιέται στους δρόμους δεκαπέντε ολόκληρες μέρες. Στερείται τα πάντα και ξαναγυρίζει με τα πόδια στην Σαρλβίλ περνώντας μέσα από τις εχθρικές γραμμές και λέγοντας στους χωρικούς που τον φιλοξενούν, πως είναι στρατιώτης. Έχει ένα σχέδιο για ένα κομμουνιστικό σύνταγμα. Το συντάσσει αλλά δεν το ολοκληρώνει. Το δίνει στο φίλο του Ντελάιγ για να το διαβάσει.  Στέλνει ένα γράμμα στο δάσκαλό του Ιζαμπάρ όπου εκθέτει τη νέα του αντίληψη για τη ποίηση:

 

”Σαρλβίλ 13 Μαίου 1871.

Αγαπητέ Κύριε! Να που είστε πάλι καθηγητής. Έχουμε χρέος προς την κοινωνία μου είχατε πει είστε μέρος του κλάδου των εκπαιδευτικών βαδίζετε στο σωστό δρόμο. Το ίδιο και εγώ, ακολουθώ την αρχή, αφήνομαι κυνικά να με συντηρούν, ξεχώνω μερικούς παλιούς βλάκες του κολεγίου και τους προσφέρω, με λόγια και έργα, ό,τι ηλίθιο, βρώμικο, κακό μπορώ να ανακαλύψω: με πληρώνουν με κρασί και μπύρες. (…) Έχω χρέος προς την κοινωνία – κι όμως κι εγώ έχω δίκιο. (…) Κατά βάθος, δεν θεωρείται σαν αρχή σας παρά την υποκειμενική ποίηση: Η εμμονή σας να γυρίσετε ξανά στο πανεπιστημιακό παχνί – συγνώμη! – το αποδεικνύει. Εντέλει όμως θα είστε πάντα ένας ικανοποιημένος που δεν έκανε τίποτα, που δεν θέλησε τίποτα να κάνει. Χωρίς να λογαριάσουμε πως η υποκειμενική σας ποίηση θα είναι πάντα φριχτά άνοστη. Μια μέρα, ελπίζω – είναι πολλοί αυτοί που ελπίζουν το ίδιο πράγμα -, θα δω τις αρχές σας την αντικειμενική ποίηση, και θα το δω αυτό και από σας πιο ειλικρινά ακόμη! – Θα γίνω εργάτης: είναι η σκέψη που με συγκρατεί, όταν παλαβωμένη οργή με σπρώχνει προς τη μάχη του Παρισιού, όπου τόσοι εργάτες σκοτώνονται ακόμη κι αυτή την ώρα που σας γράφω! (…)

Τώρα κάνω όσο το δυνατόν πιο έκλυτη ζωή. (…) Θέλω να είμαι ποιητής, και εργάζομαι να γίνω. Οραματιστής: δεν θα καταλάβετε τίποτε από όλα αυτά και δεν θα ήξερα σχεδόν να σας εξηγήσω. Πρόκειται δηλαδή να φτάσει κανείς στο άγνωστο με την απορρύθμιση όλων των αισθήσεων. Τα βάσανα είναι τεράστια, αλλά πρέπει να είναι κανείς δυνατός, να είναι γεννημένος ποιητής, και εγώ θεωρώ ποιητή τον εαυτό μου. Δεν φταίω εγώ καθόλου γι’ αυτό. (…)

Εγώ είναι ένας άλλος. Τόσο το χειρότερο για το ξύλο που βρέθηκε να είναι βιολί, και Περιφρόνηση στους ασυνείδητους που κατακρίνουν εκείνο που αγνοούν τελείως! (…)

 

Η θλιμμένη μου καρδιά ……………………………………………

 

 

. -ΑΠΑΝΤΗΣΤΕ ΜΟΥ: προς κ. Deverriere, για Α.Ρ.

Καλημέρα από καρδιάς.

  1. AR. Rimbaud ”.

Το γράμμα αυτό που του απευθύνει και που θ’ αποτελέσει ένα προσωπικό μανιφέστο για την οραματική του ποίηση δεν το απευθύνει στο δάσκαλο που τον εκτιμά αλλά σε φίλο που όμως έχει συμβατική άποψη για τη ποίηση. Τον εξορκίζει λοιπόν να μην υπογραμμίσει με κόκκινο μολύβι τα λάθη και ούτε καθόλου να σκεφτεί.

 

Στον Ντεμενύ

 

Στον φίλο του τον Πωλ Ντεμενύ γράφει τις ίδιες περίπου μέρες:

 

”Όλη η αρχαία ποίηση καταλήγει στην αρχαιοελληνική ποίηση, Ζωή αρμονική.- Από την Αρχαία Ελλάδα ως το κίνημα του ρομαντισμού, – μεσαίωνας, – υπάρχουν γραμματικοί, στιχοπλόκοι, (…) (που καταγίνονται) στην ομοιοκατάληκτη πεζολογία, ένα παιχνίδι, μαρασμός και δόξα αναρίθμητων γενεών ηλιθίων: Ο Racine είναι ο αγνός, ο κραταιός, ο μέγας. – Λίγο να φυσούσε κανείς τους στίχους του, να ανακάτευε τα ημιστίχιά του κι ο Θεϊκός Ανόητος θα ήταν σήμερα το ίδιο αγνοημένος όπως και ο πρώτος τυχών συγγραφέας (…) – Μετά τον Racine, το παιχνίδι πιάνει μούχλα. Κράτησε δυο χιλιάδες χρόνια.

Ούτε αστεϊσμός, ούτε παραδοξολογία. (…) Κατά τ’ άλλα ελεύθεροι είναι οι καινούργιοι! Ν’ απεχθάνονται τους προγόνους (…)

Ο ρομαντισμός δεν κρίθηκε ποτέ σωστά. Ποιος θα μπορούσε να τον κρίνει; Οι κριτικοί!!!

Λέω πως πρέπει κανείς να είναι οραματιστής, να γίνει οραματιστής.

Ο ποιητής γίνεται οραματιστής με μία μακρόχρονη, τεράστια και έλλογη απορρύθμιση όλων των αισθήσεων. Όλες οι μορφές του έρωτα, του πόνου, της τρέλας, (…) μαρτύριο ανιστόρητο που απαιτεί όλη τη πίστη, όλη την υπεράνθρωπη δύναμη, γίνεται όμως ανάμεσα σε όλους ο μεγάλος άρρωστος, ο μεγάλος εγκληματίας, ο μεγάλος καταραμένος, – και ο υπέρτατος σοφός! – Γιατί φτάνει στο άγνωστο! Κι αυτό γιατί καλλιέργησε την ψυχή του, πλούσια ήδη, περισσότερο από κάθε άλλον! Φθάνει στο άγνωστο, κι όταν τρελός πια, φθάνει να χάσει των οραμάτων του την ευφυΐα, τα αντικρίζει! Και χίλια κομμάτια να γίνει ακόμη στην ανάπλασή του αυτή από τα ανήκουστα και ακατονόμαστα πράγματα: άλλοι θα ‘ρθουν εργάτες τρομεροί – κι απ’ τους ορίζοντες εκείνους θ’ αρχίσουν που μέσα τους ο άλλος λύγισε! ”.   

και συνεχίζει την επιστολή του στον Ντεμενύ που την άφησε για λίγο στην άκρη γράφοντας μετά:

 ‘’Λοιπόν ο ποιητής είναι αληθινά κλέφτης φωτιάς.

Έχει την ευθύνη για την ανθρωπότητα και για τα ίδια τα ζώα ακόμη – θα πρέπει να κάνει να νιώσουν, ν’ αγγίξουν, ν’ ακούσουν τις ανακαλύψεις του, αν αυτό που φέρνει από εκεί κάτω στο φως έχει μορφή, δίνει μορφή, αν είναι όμορφο, (…) Να βρει κανείς μια γλώσσα.

 Κατά τ’ άλλα, όλος ο λόγος όντας ιδέα, ο καιρός μίας παγκόσμιας γλώσσας θα ‘ρθει! Πρέπει να είναι κανείς ακαδημαϊκός, περισσότερο νεκρός και από ένα απολίθωμα – για να συντάξει ένα λεξικό, σ’ όποια γλώσσα κι αν είναι. Οι αδύνατοι θα άρχιζαν να σκέφτονται για το πρώτο γράμμα του γράμματος του αλφαβήτου κι ο δρόμος θα τους έβγαζε γρήγορα ίσια στη τρέλα!

Αυτή η γλώσσα θα είναι της ψυχής για τη ψυχή, συγκεφαλαιώνοντας τα πάντα, αρώματα, ήχους, χρώματα, και τη σκέψη που αρπάζεται από τη σκέψη (…) Ο ποιητής θα καθάριζε την έκταση του αγνώστου ξυπνώντας την εποχή του μέσα στην οικουμενική ψυχή: θα έδινε περισσότερα ακόμη – από τη μορφή της σκέψης του, από την καταγραφή της πορείας του, προς την πρόοδο! Το άμετρο έχοντας γίνει μέτρο, αποδεκτό απ’ όλους, θα ήταν αληθινά ένας πολλαπλασιαστής προόδου!

Το μέλλον αυτό θα είναι υλιστικό το βλέπετε – πλήρη Αριθμού και Αρμονίας πάντα, τα ποιήματα αυτά θα είναι φτιαγμένα και θα μείνουν.”

 

Αρδέννες- Παρίσι

 

 

Ύστερα απ’ την πρώτη του φυγή η μητέρα του τον είχε αποκαλέσει εγωιστή και άκαρδο και τον είχε χαστουκίσει. Τον είχε απειλήσει μάλιστα ότι θα του έδινε ένα ξεροκόμματο την ημέρα και θα τον κλείδωνε στο σπίτι. Τις άλλες  φορές όμως κράτησε την ψυχραιμία της, του υποσχόταν μάλιστα, να τον βάλει εσωτερικό στο κολέγιο, αν και δεν έβλεπε με καλό μάτι τη μεγάλη επιρροή που ασκούσε πάνω του ο καθηγητής του ο Ιζαμπάρ. Μια μέρα μετά την τελευταία φορά που είχε επιστρέψει πεινασμένος και ρακένδυτος στο κατώφλι του σπιτιού του και αφού είχε αποτύχει να συμμετάσχει ενεργά στην Κομμούνα του Παρισιού, της ανακοίνωσε παραληρώντας πως ο σπουδαίος ποιητής Πωλ Βερλαίν είχε λάβει τα ποιήματα που του είχε στείλει μέσω ενός κοινού φίλου και είχε ενθουσιαστεί. Υποσχόταν μάλιστα να τον φιλοξενήσει σ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι. ”Ελάτε αγαπημένη μεγάλη ψυχή, σας περιμένουν, σας επιθυμούν”. Ήταν το μήνυμα του Βερλαίν, που τον υποδέχτηκε, τον σύστησε στην μητέρα του Ματίλντ, και έμειναν οι τρεις τους στο σπίτι της. Αυτά έγιναν γύρω στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1871.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.