Loading...
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Τριπλό πορτραίτο στο νερό: Γιοζεφ Ροτ – Ερνστ Τόλλερ και Φερδινάνδος Σελίν Μάρτυρες μια ζοφερής εποχής  

 Α’ μέρος, Δύο φίλοι: Ροτ-Τόλλερ

 

Η ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

Εκεί μπροστά και πάνω στις θίνες της άμμου, που  βρέχονταν και παρέμεναν υγρές, μέχρι το νερό να αποσυρθεί – με το θόρυβο που κάνει το νερό όταν υποχωρεί. Εκεί μπροστά από τις βεράντες των ξενοδοχείων με τις ριγέ μπλε και άσπρες τέντες οι εξόριστοι ήταν αυτοί που παρέμεναν, συγκεχυμένα ονειροπόλοι, απεγνωσμένοι, ανήμποροι μπροστά στα γεγονότα που  τους καταρράκωναν και τους υποχρέωναν στη σιωπή.  Βουβαίνονταν μπροστά στο Κακό που ερχόταν και απειλούσε να διαρκέσει. Ακόμα και οι πιο μαχητικοί, οι στρατευμένοι δεν μπορούσαν να διαγνώσουν την συνέχεια και το τέλος του. Μπόρεσαν όμως να διαβλέψουν από πολύ νωρίς την αρχή του Κακού αδυνατώντας να την αποτρέψουν.

«Την Ευρώπη περιμένει η βασιλεία του φασισμού, η οποία θα λήξει με ένα τρομερό πόλεμο», λέει ένας ήρωας του Ερνστ Τόλλερ στο έργο του «Ο απελευθερωμένος Βόταν», το 1923. Αυτός ήταν όμως ένας που προπορευόταν στα όνειρα. Τρεις μόλις μέρες, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ, ο Ροτ έχει ήδη δημοσιεύσει σε συνέχειες, σε κάποια από τις εφημερίδες, με τις οποίες συνεργαζόταν το προφητικό: «Ο Ιστός της Αράχνης», όπου αναφέρονται ονομαστικά ο Χίτλερ και ο Λούντεντορφ προμηνύοντας τους χαλεπούς καιρούς που θα έρθουν, ενώ σοβούσε η οικονομική κρίση  στην εύθραυστη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

 

ΟΣΤΑΝΔΗ, ΙΟΥΛΙΟΣ 1936

Οι αυτοεξόριστοι βρίσκονται στην άσπρη, ζαχαρένια παραλία της Οστάνδης στη Βόρεια θάλασσα τον Ιούλιο του 1936 προσπαθώντας «να φράξουν τον δρόμο της καταστροφής» γράφουν.

 ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΑΦΗΓΗΤΗ

Ο αφηγητής ζούσε στον κόσμο του. Όχι ακριβώς σ’ αυτόν,  αλλά πάντως σ’ έναν  άλλο  από το δικό του. Ο κόσμος που ζούσε, η εποχή του, δεν τον αφορούσε. Δεν είχε επικοινωνία με τον κόσμο γύρω του. Τους καημούς και τα πάθη του. Με τις έχθρες και τις αντιζηλίες του. Τα βάσανα και τους έρωτές του. Επικοινωνούσε με το παρελθόν. Με μια άλλη εποχή που δεν είχε την ευκαιρία να γνωρίσει. Ζούσε σε ένα κόσμο που γνώριζε από τα βιβλία μόνο. Δεν ήξερε σχεδόν τίποτε για τους γείτονές του. Ήξερε όμως τα πάντα για συγγραφείς και εποχές άλλων καιρών και είχε ακούσει από αυτούς, του κόσμου τις ιστορίες. Λογιών λογιών αφηγήσεις. Βίους διαφόρων λοξών τύπων που ενθουσιάζονταν ή μελαγχολούσαν, παθιάζονταν ή έμεναν απαθείς, μάνιαζαν ή καταθλίβονταν.

 

Ο ΚΎΡΙΟΣ ΤΣΒΑΪΧ

 

Εκεί λοιπόν στην Βιέννη που ποτέ του δεν είχε επισκεφτεί, είχε γνωρίσει έναν πολύ προσηνή και ευγενή κύριο, πλούσιο με ένα κίτρινο πύργο στην κατοχή του, ο οποίος δεν φειδόταν επαίνων και εγκωμίων για νεότερους του και πρεσβύτερους συγγραφείς που θαύμαζε  ανυπόκριτα. Ο συγγραφέας αυτός λεγόταν Στέφαν Τσβάιχ.    

Ο Herr Zweig ήταν κι αυτός θαυμαστής και αφηγητής άλλων εποχών, άλλων προσωπικοτήτων και είχε φιλοτεχνήσει τα πορτρέτα του Έρασμου, της Αντουανέτας, του Μοντένιου, του Ντοστογιέφσκι του Κλάιστ. Ούτε αυτός ζούσε τον καιρό του. Όταν ο κόσμος άρχισε να γίνεται σκοτεινός τότε άρχισε κι αυτός να μην αναγνωρίζει τους ανθρώπους γύρω του. Έτσι προτιμούσε να βυθίζεται στην ιστορία, στις “Μεγάλες στιγμές της Ανθρωπότητας”.

Ο Herr Zweig ήταν κοσμοπολίτης αλλά και  επισκέπτης άλλων εποχών της ανθρώπινης ιστορίας. Έγραφε λοιπόν για την Ανθρώπινη κατάσταση στην εποχή της Αναγέννησης ή του 19ου αιώνα και  των περισσότερων ενδιάμεσων αιώνων και είχε μεγάλη επιτυχία κι έξω από τη χώρα του κι έξω από τη γλώσσα του. Γιατί η φυγή, ιδίως σε χαλεπούς καιρούς, είναι το καταφύγιο πολλών ανθρώπων που δεν αντέχουν πολλή πραγματικότητα.

ΠΟΙΟΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ

 Ο Ροτ και ο Τόλλερ δεν μοιάζουν ούτε στο χαρακτήρα, ούτε στην ιδιοσυγκρασία, ούτε σαν συγγραφείς μοιάζουν. Ο Τόλλερ είναι εξπρεσιονιστής θεατρικός συγγραφέας. Γράφει έργα στρατευμένα. Παθιασμένα και σε κάποιες περιπτώσεις κραυγαλέα. Έργα που προειδοποιούν, σκαλίζουν την επιφάνεια, το επίχρισμα των πραγμάτων. Έργα – εκκλήσεις στην κοινή λογική. Έργα που προπαγανδίζουν τις αντιφασιστικές ιδέες, τη συμμετοχή στον αγώνα, στα σοσιαλιστικά οράματα, την ειρήνη.

 Ο Ροτ αντίθετα είναι ρεαλιστής. Είπαν πως ανήκει στον αντίποδα του εξπρεσιονισμού. Την Νέα Αντικειμενικότητα. Κάτι που ο ίδιος δεν δεχόταν.

 Ο Ροτ είναι με την αγαπημένη του – ή μάλλον αυτή συνεχίζει να είναι μαζί του παρόλη την κακή συμπεριφορά του, παρά τις ζήλειες του, παρά τα καπρίτσια και το παραλήρημά του.

Στο μεταξύ στους λίγους μήνες που έχουν περάσει έχει χάσει πολλά κιλά αλλά συνεχίζει να έχει μια προεξέχουσα “στρογγυλή κοιλιά σαν μπάλα. Τρία δόντια του έχουν μείνει στο στόμα του, έχει προβλήματα με την καρδιά του, με το συκώτι του, κάθε πρωί κάνει εμετό, δεν μπορεί να κρατήσει τίποτα μέσα του” γράφει η Κονν η αγαπημένη που  ζει από πολύ κοντά αυτή την οικτρή κατάσταση.

 Την Κον τη γνώρισε σ’ αυτήν την ζαχαρένια παραλία της Οστάνδης.

ΤΣΒΑΪΧ- ΡΟΤ

Όλη η γοητεία του περασμένου καλοκαιριού έχει πάει περίπατο. Είναι σαν να φόρεσε μια από κείνες τις απαίσιες μάσκες που έφτιαχνε ο Ένσορ και που είχαν κάνει τον Τσβάιχ να το βάλει στα πόδια όταν τις αντίκρισε στο εργαστήριό του. Ο τελευταίος αμέσως μετά την Ονστάνδη ταξιδεύει με πλοίο μόνος του για την Αργεντινή.

 Λίγο πριν αυτός ο ειρηνιστής που δεν του άρεσε να παίρνει θέση σ’ ένα διήμερο που πέρασε στην Ισπανία, όπου μαίνεται ο εμφύλιος βλέπει την κατάσταση που επικρατεί από πρώτο χέρι πριν ο  Αρθρουρ Κέστλερ θα γράψει την «Ισπανική Διαθήκη». Πριν τον Τόλλερ που θα διαθέσει όλα του τα χρήματα για τις ανάγκες των Δημοκρατικών.

 Ο Ροτ–έχοντας απωλέσει κάθε ελπίδα για παλινόρθωση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας θα επισκεφθεί για λίγο το Ζάλτσμπουργκ με την Κονν, όπου θα βρεθεί για λίγο και ο Τσβάιχ για να κανονίσει τα του διαζυγίου του με την Φριντερίκε. («Τόσο έξοχος άνθρωπος και τον βλέπεις μπροστά στα μάτια σου να διαλύεται», της έγραψε νωρίτερα ο Τσβάιχ αναφερόμενος στον φίλο και προστατευόμενό του). Η Κονν ζηλεύει αυτή την τόσο στενή σχέση που έχουν. Ολοφάνερα πατρική από τη μεριά του πρεσβύτερου συγγραφέα. Αλλά κι αυτός σκέφτεται πως  δεν μπορεί να σηκώσει άλλο το βάρος αυτής της, ούτως ή άλλως μάταιης ευθύνης. Δεν μπορεί πια ν’ ανταποκριθεί στις συνεχείς εκκλήσεις του Ροτ να μην τον εγκαταλείψει.

Ο Ροτ πηγαίνει πρώτα στη γενέτειρά του κι επισκέπτεται το μέρος που συνεχίζουν να ζουν –για πόσο ακόμη;– οι “Ανατολικοί Εβραίοι” της Γαλικίας πολύ καλύτεροι γι’ αυτόν από τους Δυτικούς ταξικά ανώτερους – όπως ο Τσβάιχ.

 «Άλλες πόλεις έχουν κήπους και πάρκα», γράφει στο ημιτελές μυθιστόρημά του «Φράουλες»: “Εμείς είχαμε το νεκροταφείο. Τα παιδιά έπαιζαν ανάμεσα στα μνήματα. Οι γέροι μύριζαν το χώμα που ήταν καμωμένο από τα κορμιά των προγόνων μας– πλούσιο χώμα”. Περιπλανιέται στη Πολωνία, όπου δίνει διαλέξεις για τα έργα του. Λέμπεργκ,  Βιέννη, Ζάλτσμπουργκ, Άμστερνταμ, Οστάνδη και πάλι Παρίσι. Αυτά μέσα στο 1937. Ξαναπάει στην Οστάνδη το επόμενο καλοκαίρι για να νιώθει κοντά στο φίλο του που έχει περάσει πια τον Ατλαντικό και δεν θα ξαναγυρίσει.

 «Δεν είστε κοντά μου μόνο πνευματικά, αλλά και σωματικά. Είναι ο ομφάλιος λώρος της φιλίας: υπάρχει ξέρετε» γράφει ο Ροτ, ο οποίος περιμένει πια το τέλος. Δεν έχει πιθανότητα να ανακάμψει. Έτσι όμως δεν θα ζήσει το τέλος της φυλής του, δεν θα δει τους συμπατριώτες του να πεθαίνουν στους φούρνους του Άουσβιτς από ασφυξία, μόνο και μόνο επειδή έτυχε να γεννηθούν Εβραίοι. Δεν θα ζήσει άλλο πόλεμο. Δεν θα μάθει για την τεράστια κρεατομηχανή που άλεσε τα κορμιά των Γερμανών, των Ρώσων, των Βρετανών, των Γάλλων. Δεν θα προλάβει να ζήσει την εμπειρία του κατεχομένου Παρισιού… Ωστόσο «το τέλος δυστυχώς τραβάει σε μάκρος. Ο θάνατος παίρνει περισσότερο χρόνο από τη ζωή». Το μέλλον διαρκεί πολύ κι είναι πολύ πιο ζοφερό, πολύ πιο τρομακτικό από το άθλιο παρόν.

Εκεί, στην Οστάνδη ο Ροτ περιμένει μάταια τον Τσβάιχ να φανεί. Το ίδιο και στο Παρίσι όπου φθάνει λίγο αργότερα. Απελπισμένος, δεν εννοεί να καταλάβει πως ο Τσβάιχ έχει τραβήξει το δικό του δρόμο. Τη δική του πορεία. Και το κυριότερο δεν μπορεί πια να τον βοηθήσει ούτε αυτός, ούτε η Κονν, ούτε κανένας άλλος.

       Είναι πολύ αργά γι’ αυτόν πλέον. Κι ο κόσμος έχει γίνει ένας φρικτά μοναχικός τόπος, χωρίς χαρά, χωρίς ανθρωπιά, χωρίς αλληλεγγύη

    Έχει παραισθήσεις. Κάποιες από αυτές είναι λογοτεχνικές άλλες εικαστικές. Κοιτάζει γύρω του και βλέπει το μοναχικό τοπίο των φιόρδ και τη φιγούρα που έχει κάνει τις παλάμες του χωνί γύρω απ’ το στόμα στην «Κραυγή» του Μουνκ να διασχίζει τη γέφυρα, λίγα μόλις μέτρα μπροστά του και ανατριχιάζει.

 Γρήγορα συνέρχεται. Δεν είναι στα φιόρδ ούτε πολύ περισσότερο μέσα σ’ ένα πίνακα ζωγραφικής, αλλά στο Παρίσι. Ήταν σίγουρος πως δεν θα ξανάβλεπε πια το φίλο του τον Τσβάιχ. Κι όμως.

 Είναι Φεβρουάριος του 1938. Η σχέση του με την Ίρμγκαρντ Κονν έχει τελειώσει («Ένιωσα πως απαλλάχτηκα από ένα αβάσταχτο βάρος», θα πει εκείνη). Έχει εγκαταλείψει τελικά το δωμάτιο του ξενοδοχείου Foyot, από το οποίο αρνιόταν να φύγει ενόψει της κατεδάφισής του ως την τελευταία στιγμή.

 Τώρα μένει ακριβώς απέναντι στο De la Post.

Πίνει ασταμάτητα και γράφει καθημερινά στο καφέ του ξενοδοχείου Cafe Tournon. Εκεί δέχεται επισκέψεις φίλων αφού ο ίδιος δύσκολα μετακινείται. Εκεί θα συναντήσει και τον Τσβάιχ με τη Λότε που πραγματοποιούν ένα τελευταίο ταξίδι στο Παρίσι. Λίγο πριν την προσάρτηση της χώρας τους –που τώρα πια μετά την κατάρρευση της αυστρουγγρικής αυτοκρατορίας έχει μόλις δέκα εκατομμύρια κατοίκους – από τον Χίτλερ.

Ο μέθυσος ποιητής με το στρατιωτικό παντελόνι, βάζει σ’ εφαρμογή ένα παράτολμο, αλλά εντελώς ουτοπικό σχέδιο: να πείσει τον καγκελάριο Σούσνικ να παραιτηθεί υπέρ ενός πρίγκιπα χωρίς πριγκιπάτο, του Όθωνα των Αψβούργων, έτσι ώστε, ν’ αποφευχθεί στο παρά πέντε το Anschluss. Οι Γερμανοί στο μεταξύ βρίσκονται στα σύνορα αποφασισμένοι να επιτύχουν την προσάρτηση. Ο Ροτ ζητά ακρόαση από τον Σούσνικ. Βρίσκει μπροστά του τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης να του λέει πολύ σοβαρά: «Φύγετε από τη χώρα όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Η ζωή σας κινδυνεύει».

Ο νοσταλγός, του παλιού μεγαλείου της Αυτοκρατορίας,  όπου έζησε τις καλές ημέρες του, απομακρύνεται απογοητευμένος. Η πράξη του αυτή δείχνει πως δεν είναι ακόμη διατεθειμένος να εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο, όπου έχει εμφιλοχωρήσει το Κακό και η Αράχνη πλέκει τον ιστό της, χωρίς κανείς να επιχειρεί να την σταματήσει γιατί κανείς πια δεν πιστεύει σε θαύματα. Πόσο μάλλον ο Ροτ που είναι περισσότερο από ποτέ, άνθρωπος χωρίς πίστη, χωρίς πεποίθηση.

Ο Ροτ γράφει λίγο καιρό πριν από το «Εμβατήριο Ραντένσκυ», τον «Ιώβ». Όχι τον βιβλικό αλλά έναν δικό του. Είναι η ιστορία ενός Εβραίου που δοκιμάστηκε από τον Θεό για να αξιωθεί – λίγο πριν το τέλος- ένα θαύμα. Ο ήρωας του ως ένα βαθμό διαπνέεται από μια αφοπλιστική αθωότητα. Από μια κωμική  αφέλεια. Ωστόσο αυτός ο απλός, ο αθώος ανθρωπάκος στο τέλος των δοκιμασιών του απειλεί να κάψει τον Θεό: εξεγείρεται, επαναστατεί. Δεν καταλαβαίνει την θεϊκή σκληρότητα. Χάνει την αθωότητά του, χάνοντας την πίστη του. Είναι πια ένας σκοτεινός ήρωας. Αλλά είναι παρ’ όλα αυτά συμπαθής και αποδεκτός από τους όμοιούς του που δεν έχουν δοκιμαστεί όπως αυτός.

      Σκοτεινός είπα; Ναι, αλλά μόνο για λίγο. Γιατί η αποκάλυψη του θαύματος τον ξαναστέλνει, αφού πέρασε από το Καθαρτήριο, στην λευκότητα της αθωότητας. Γίνεται ξανά παιδί και θαυμάζει. Παιδί και ονειρεύεται. Παιδί και ψάλλει στη λειτουργία της ευφροσύνης και της ευφορίας. Ο «Ιώβ» του Ροτ είναι, παρά την προς στιγμήν παραμόρφωση ένας απλός καθημερινός άνθρωπος. Ένας ευσεβής Εβραίος.

 Η ΑΛΛΗ ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΤΟΛΛΕΡ

 Ο Τόλλερ του «’Ημουν ένας Γερμανός» της αυτοβιογραφίας του, βρίσκεται μέσα στο πραγματικό ιστορικό πλαίσιο της εποχής του, όντας ένας μικρός Εβραίος από πλούσια οικογένεια που αναρωτιέται τι είναι εκείνο που τον διαφοροποιεί από τους συνανθρώπους του. Γιατί άραγε τον ξεχωρίζουν; Γιατί δεν μπορεί να είναι και ο ίδιος ένας από αυτούς; Ένα παιδί του Ιησού, του Αβραάμ, του Μωυσή που περιμένει τον Μεσσία, όπως οι Εβραίοι στη φυλή των οποίων ανήκει. Είναι –μεγαλώνοντας στο γερμανικό μεσοπόλεμο– ένας Εβραίος που ανακαλύπτει από ένστικτο (;) από προφητικό χάρισμα (;) πως η λαίλαπα του φασισμού είναι κοντά, πως η τελετή της αθωότητας «πνίγεται» και πάει να πολεμήσει όπως οι άλλοι νέοι σ’ έναν πόλεμο που κράτη και συμφέροντα διάλεξαν γι’ αυτόν. Κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μάθει να μισεί. Το χαράκωμα σκοτεινό. Ο φόβος, τα αέρια, η ερημιά το σκοτάδι. Και τότε γίνεται πεσιμιστής και ακολούθως επαναστάτης. Γίνεται κόκκινος. Δεν έχει πια μίσος. Το σχολείο του μίσους και της διαίρεσης είναι παρελθόν γι’ αυτόν. Με εξπρεσιονιστική παράθλαση γράφει τα θεατρικά του και γίνεται μπροστάρης της Σοβιετικής Δημοκρατίας του Μονάχου πριν την άλλη Δημοκρατία, εκείνη της Βαϊμάρης.

 

Αθώος όσο και πριν απεμπλέκεται, αφού φυλακιστεί για εσχάτη προδοσία, ένας εξπρεσιονιστής στην αυλή της Βαϊμάρης. Μεταναστεύει, δίνει όλη του την περιουσία στους αναρχικούς του Ισπανικού Εμφύλιου. Μαθαίνει τον θάνατο των δικών του στους φούρνους των στρατοπέδων. Η Σοά, το πρόβλεψε αυτός – είναι πια σε εφαρμογή. Η τελική λύση.

 Κρεμιέται από το κορδόνι της ρόμπας του στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, στην Νέα Υόρκη και είμαστε μόνο στα1939.

 Λίγες μέρες μετά ο φίλος του Ροτ που νοσηλευεται μαθαίνοντας το φρικτό τέλος του  πεθαίνει στα σαράντα τρία του χρόνια. «Ώσπερ άρτι γεγονός απέρχεται» κι αυτός «εκ του ζην». Μη αντέχοντας να δει τον Αρμαγεδδών που επελαύνει και που κι αυτός έχει από νωρίς προβλέψει.

 Απελπισία. Δήωση. Αυτοχειρία. Ο Μεσσίας δεν έρχεται. Όπως δεν έρχεται ούτε ο Γκοντό.

 

Αντ’ αυτών έρχεται ο Χίτλερ.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.