Loading...
ViewmasterΠορτραίτα στο λάδιΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος:  Χάνς Αρπ- Δανιήλ Χάρμς – Ένας αλσατός ντανταϊστής εικαστικός κι ένας ρώσος συγγραφέας μαύρου χιούμορ

     

        

  «Να ονομάσω την άποψη ετούτη σοφή ή ανόητη; αν είναι πράγματι σοφή, έχει κάτι που φαίνεται ανόητο, αν είναι πράγματι ανόητη, τότε φαίνεται να έχει κάποια λογική».
Χέρμαν Μέλβιλ, «Μόμπι Ντικ»

 

 

 

Ο Χανς Ρίχτερ, ο Χανς Αρπ και το Dada

 

«Η υιοθέτηση του τυχαίου», υποστήριζε ο Χανς Ρίχτερ, συγγραφέας μιας μελέτης για το DADA, ντανταϊστής ο ίδιος, «είχε ένα κρυφό σκοπό». Επιδίωκε- αν μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως το τυχαίο έχει στόχους και επιδιώξεις- έστω όχι φανερούς – να επαναφέρει την πρωτόγονη μαγική δύναμη στο έργο τέχνης για «να βρεθεί ο δρόμος της επιστροφής στην αμεσότητα που είχε χαθεί από την επαφή του με τον κλασικισμό ανθρώπων όπως ο Λέσινγκ, ο Βίνκελμαν και ο Γκαίτε». Το τυχαίο έχει άμεση σχέση με το ασυνείδητο το οποίο στάθηκε πολύτιμος σύμμαχός του αλλά και των ντανταϊστών  και των σουρεαλιστών στη συνέχεια.

Ακόμα το στερεότυπο της παντοδυναμίας  και του αλάθητου του λόγου και της αιτιότητας φαινόταν αστεία ιδέα στους θιασώτες αυτής της ανατροπής των δεδομένων μιας παράδοσης που βάραινε τόσο πολύ τους ώμους τους ώστε τους εμπόδιζε να εκφραστούν.

 

«Μια μέρα, το 1917, συνάντησα τον Αρπ μπροστά στο Ξενοδοχείο Ελίτ στη Ζυρίχη», αφηγείται ο Χανς Ρίχτερ, «Τα δέντρα στην Bahnhofstrasse ήταν κλαδεμένα. Τα γυμνά, άγρια, απλωμένα «χέρια» τους μιλούσαν με μια δική τους γλώσσα, σαν μια αντίστιξη στις σειρές των κτηρίων. Η δυναμική τους μελωδία με ερέθιζε. ‘’Βλέπεις;’’, είπα στον Αρπ, ‘’αυτό είναι που γυρεύω.  Τα στοιχεία του δέντρου, τη βασική του ουσία. Τον ζωντανό σκελετό’’. ‘’Κι εγώ’’, απάντησε ο Αρπ, χαϊδεύοντας τον αέρα με τα χέρια του σαν να χάιδευε το κορμί μιας γυναίκας, ‘’εγώ αγαπώ το δέρμα’’. Ο Αρπ εμφυσούσε ζωή στο δέρμα κι εγώ συνέχιζα να ψάχνω για την ουσία».

Το Νταντά, μοιραία, συνέλαβε ‘κάτι’ που δεν μπορούσε να συλληφθεί μέσα στα συμβατικά πλαίσια. Το νταντά δεν ήθελε απλά να απελευθερωθεί από αυτά τα συμβατικά πλαίσια ήθελε να τα τινάξει στον αέρα. Ήταν μια ρηξικέλευθη επίθεση ενάντια στον δυαδικό τρόπο σκέψης, ένα ανάθεμα στο ναι/όχι, το ή/ή, το είτε/είτε.

«Η λογική είναι μέρος της αίσθησης και η αίσθηση μέρος της λογικής», υποστήριζε ο Αρπ.

Φυσικά το νταντά θα θέσπιζε δικούς του Νόμους οι οποίοι όμως θα εμπεριείχαν την άρνηση του Νόμου. Σ΄ αυτό το σκοινί χωρίς δίχτυ ασφαλείας θ΄ ακροβατούσαν οι θεμελιωτές του DADA Τριστάν Τζαρά και Χανς Αρπ, ενώ από κάτω θα καιροφυλακτούσαν οι αρνητές, οι χλευαστές, οι κομφορμιστές, οι συντηρητικοί, οι Φιλισταίοι, οι ορθολογιστές, και οι ηλίθιοι που δεν ένιωθαν άνετα έξω από τις συμβάσεις και τους κανόνες με τους οποίους είχαν ζήσει τη ζωή τους.

Ο Δανιήλ Χαρμς και το παράλογο

Ο Δανιήλ Γιουβατσόφ [1905-1942] διάλεξε σαν μόνιμο ψευδώνυμο, ανάμεσα στα είκοσι περίπου που χρησιμοποίησε κατά καιρούς, το Χαρμς από το αγγλικό charm και harm ή το όνομα του Σέρλοκ Χόλμς που θαύμαζε. Πήγε σε αυστηρό γερμανικό σχολείο και εκτός από γερμανικά διάβαζε και αγγλική λογοτεχνία στο πρωτότυπο.

Ο πατέρας του είχε εξοριστεί στη Σαχαλίνη εξαιτίας μιας συνομωσίας στην οποία είχε συμμετάσχει. Έγραψε μελέτες και λογοτεχνικά κείμενα και είχε αποσπάσει ευμενή σχόλια από τον Τσέχωφ και τον Τολστόι.

Ο Δανιήλ Ιβάνοβιτς εξορίστηκε με τη σειρά του το 1931 για ένα χρόνο για αντισοβιετική ‘’λογοτεχνική’’ συμπεριφορά.

Βιοποριζόταν αποκλειστικά από τη συγγραφή και τη μετάφραση παιδικής λογοτεχνίας. Τα μόνα έργα για ενηλίκους που κατάφερε να εκδώσει κατή τη διάρκεια της ζωής του ήταν όλα και όλα δύο ποιήματα που δημοσίευσε σε λογοτεχνικό περιοδικό. Η σοβιετική λογοκρισία στάθηκε πολύ αυστηρή μαζί του.

Ο Χαρμς ξεκίνησε με φουτουριστικά ποιήματα. Στη συνέχεια συμμετείχε σε διάφορες λογοτεχνικές παρέες, ποιητικές κυρίως. Γνώρισε και συνεργάστηκε με τον Καζιμίρ Μάλεβιτς, ενώ επηρεάστηκε αποφασιστικά από την ποίηση του Βελιμίρ Χλέμπνικοφ και τον θεωρούμενο διάδοχό του Τουφάκοφ. Έγραψε κατά τα πρότυπα της ποίησης ”ζαούμ” που σημαίνει ”υπερλογική ποίηση” ή ”πέραν της νόησης”. Η ποίηση αυτή εφεύρημα του Χλέμπνικοφ, μοιάζει με το nonsense, που επινόησε ο συγγραφέας της «Αλίκης στη Χώρα των θαυμάτων», Λούις Κάρολ.  Το nonsense (α-νόητο) θαύμαζε ο Γ. Σεφέρης και προσπάθησε να γράψει κάποια  λίμερικς όπως λέγονται τα ‘’α- νόητα’’ ποιήματα.

«Αν το κράτος μοιάζει με τον ανθρώπινο οργανισμό τότε σε περίπτωση πολέμου θα ήθελα να ζω στην πατούσα».

«’Ένας άνθρωπος, λίγο πριν τα βαθιά γεράματα, κοιμότανε πάντοτε ανάσκελα με τα χέρια σταυρωμένα. Στο τέλος πέθανε. Γι’ αυτό να κοιμάστε πάντοτε στο πλάι».

«Στην παρατήρηση: ‘Στο κείμενό σας έχει λάθη’ να απαντάς: ‘Πάντα έτσι λένε όλοι για τα κείμενά μου’». (1937)

«Δεν είναι ωραίο οι κούκλες να έχουν πολύ λεπτά ποδαράκια».

«Είναι αστείες οι γριές με μακριές φούστες και μακριές μύτες».

«Αναζήτησε εκείνο που είναι πιο ψηλά απ’ αυτό που μπορείς να βρεις».

«Άσκοπα μη γράφεις λέξεις». (1938)

 

Η διαδρομή του Χανς Αρπ στα πρωτοποριακά κινήματα

 

       Ο Χανς/Ζαν Αρπ (1888-1966) γεννήθηκε στο Στρασβούργο. Είχε γερμανική υπηκοότητα αλλά συμμετείχε και στις δύο κουλτούρες, γερμανική και γαλλική. Ήταν γλύπτης, ζωγράφος και ποιητής. Πέρασε σχεδόν από όλα τα πρωτοποριακά καλλιτεχνικά κινήματα του καιρού του. Συμμετείχε σε εκθέσεις του «Γαλάζιου Καβαλάρη», συνεργάστηκε με το βερολινέζικο περιοδικό ”Η θύελλα”. Πέρασε ακόμα από το De Stijl πριν το Dada για να καταλήξει στον σουρεαλισμό. Το 1916-17 παρουσίαζε τα πρώτα του αφηρημένα γλυπτά. Μεγάλο μέρος του έργου του είναι εμπνευσμένο από το έντονο ενδιαφέρον του για την ποίηση.

       Ο Αρπ ακολούθησε την ”βιομορφική” αρχή που «επιλέγει το οργανικό κύτταρο και την διαδικασία αύξησής του και απορρίπτει το γεωμετρικό σχήμα και τις δικές του διαδικασίες ανάπτυξης».

Το έργο του Αρπ αποτέλεσε μια απ’ τις κινητήριες δυνάμεις της μοντέρνας τέχνης.

Μετά το 1920 οι Ερνστ, Αρπ και Σβίτερς έφτιαχναν κολάζ και κατασκευές από τυπωμένα χαρτιά, κομμάτια ξύλου, μπιχλιμπίδια και κάθε είδους τζάτζαλα. Ενώ από το 1915 κιόλας μαζί με τον Ερνστ είχαν προαναγγείλει τον σουρεαλισμό, εννιά ολόκληρα χρόνια πριν από τη γέννησή του.

«Είναι φτιαγμένα», έγραφε για τα έργα του ο Αρπ «με γραμμές, επιφάνειες, σχήματα και χρώματα που προσπαθούν να φτάσουν πέρα από το ανθρώπινο, στο άπειρο και το αιώνιο».

       Στην διάρκεια της δεκαετίας του 1930 φιλοτέχνησε τα πιο γνωστά και χαρακτηριστικά του έργα: αισθησιακά, αφηρημένα κομμάτια που αποδίδουν μια ιδέα οργανικής φόρμας και ανάπτυξης χωρίς να αναπαράγεται το ίδιο το σχήμα του φυτού ή του ζώου που υποτίθεται ότι ζωγράφιζε. Στην γλυπτική επηρεάστηκε από τον σπουδαίο Ρουμάνο γλύπτη, Κόνσταντιν Μπρανκούζι. 

       Στα τελευταία χρόνια της καλλιτεχνικής του πορείας το έργο του αναγνωρίστηκε και ανέλαβε σημαντικές δημόσιες παραγγελίες που δεν προσθέτουν όμως τίποτα καινούργιο στην παλαιότερη σημαντική καλλιτεχνική του δραστηριότητα.

 

Κατέλειπε επίσης σημαντικό συγγραφικό έργο γραμμένο και στις δύο γλώσσες στις οποίες μετείχε, γαλλικά και γερμανικά.

Ο Χαρμς και η καθυστερημένη «αποκατάσταση»

 

«Μια μέρα, λοιπόν, εκεί που κάποιος πήγαινε στη δουλειά του, συνάντησε στο δρόμο κάποιον άλλον, που είχε αγοράσει ένα καρβέλι πολωνέζικο ψωμί και γύριζε στο σπίτι του.

Αυτή είναι όλη κι όλη η ιστορία».

 

«Πετρόφ: Ε, Καμαρόφ! Μην κάνεις ρούπι.

Πάμε να πιάσουμε κάνα κουνούπι!

Καμαρόφ: Μπα. Δεν έφτασα ακόμα ως εκεί.

Κάλλιο να πιάσουμε κάνα γατί!» .

 

Ο Χαρμς συνελήφθη τον Αύγουστο του 1941 για κάποιου είδους προπαγάνδα που κανείς δεν κατάλαβε ούτε κι ο ίδιος γιατί επρόκειτο – όπως συνέβαινε στην σταλινική περίοδο – και τον Φεβρουάριο του 1942 πέθανε στην ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών Κρεστύ του Λένινγκραντ όταν η πόλη είχε αποκλειστεί απ’ τα ναζιστικά στρατεύματα. Δεν είχε προλάβει να ζήσει ούτε καν μέχρι τα 40.

 Η ”αποκατάσταση” του άρχισε επί Χρουστόφ, ωστόσο όλα τα έργα του για μεγάλους δεν είδαν το φως της δημοσιότητας στη Ρωσία πριν από τα χρόνια της γκλάσνοστ (δηλαδή λίγο πριν την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης).

 

Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του αποτελείται από μικρές ιστορίες, ποιήματα, θεατρικά σκετς που θα μπορούσαν να καταταχθούν στην λογοτεχνία του μαύρου χιούμορ, του παράλογου ή του nonsense. Το μεγαλύτερο σε έκταση γραπτό του «η Γριά» δεν ξεπερνά τις 30 σελίδες.

Το ύφος των ιστοριών του είναι ονειρικό και γεμάτο από διαρκείς επαναλήψεις λέξεων, χρονική ανακολουθία, ασυνέπεια στη χρήση ενικού και πληθυντικού ευγενείας ενώ συνήθως κάπου πάντα καιροφυλακτεί η απρόσμενη τροπή τους που τις κάνει να θυμίζουν γοητευτικές παιδικές αφηγήσεις – μην ξεχνάμε ότι το nonsense εφευρέθηκε από συγγραφέα παιδικού μυθιστορήματος, τον Κάρολ.

 

Παρότι μετέχουν σε διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες, έχουν διαφορετική παιδεία και άσκησαν διαφορετικές τέχνες ωστόσο κι οι δυο συναντώνται στο παράλογο, το υπερ -λογικό, το α-νόητο, την παραδοξότητα και την αντισυμβατικότητα.  

 

 Βοηθήματα:
 
  1. Χανς Ρίχτερ, Νταντά, μτφρ. Ανδρέας Ρικάκης, εκδόσεις Υποδομή, 1983,
  2. Χέρμπετ Ρηντ, κ.ά. Λεξικό Εικαστικών Τεχνών, μτφρ. Ανδρέας Παππάς, εκδόσεις Υποδομή, Αθήνα 1986,
  3. Πάτρικ Βάλντμπεργκ, Σουρεαλισμός, μτφρ. αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδόσεις Υποδομή, 1982 και
  4. Δανιήλ Χαρμς, Γαλάζιο Τετράδιο, Επιλογή – Μετάφραση – Χρονολόγιο – Σημειώσεις Ροδούλα Παππά, εκδόσεις Νεφέλη, 2010.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.