Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Κώστια Κοντολέων: ένα αφήγημα

Κούκλες

 

Στο ευεργετικό λυκόφως, παρακολουθούσε αφηρημένα από το παράθυρο του ξενοδοχείου της τους αδιάκοπους σχεδιασμούς που σχημάτιζαν οι πάπιες στα νερά των πηγών της Αγίας Βαρβάρας στη Δράμα.  Κι ύστερα το βλέμμα της ξεστράτισε από τα νερά και πήγε να σταθεί σ’ αυτά που καθρεφτίζονταν εντός τους.  Σπίτια άναρχης αρχιτεκτονικής, εκ πρώτης όψεως αδιάφορα, εκείνο το περίεργο το μεσιανό την έκανε, ωστόσο, να κρατήσει το βλέμμα της λίγο περισσότερο πάνω του.  Κι ύστερα το ξέχασε.  

Μέρες του φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους. Η οθόνη στην αίθουσα προβολών, έδινε ευκαιρίες για σκέψεις και ανταλλαγές απόψεων.  Ένας άλλος κόσμος εντός οθόνης και αίθουσας, επαναστατικός, μπροστάρης ιδεών, τολμηρός.  Θέσεις μιας άλλης οπτικής, μιας άλλης θέασης του κόσμου του κινηματογράφου, μέσα από καινούργιες τεχνικές και θέματα που αμφισβητούσαν το χθες για να το αντικαταστήσουν με το αύριο. 

Το επόμενο πρωινό πρόσφορη η ώρα και ο χώρος, δίπλα στις πηγές, για να συνεχιστεί η λεκτική αντιπαράθεση ανάμεσα στους υποστηριχτές και τους αντιρρησίες των ταινιών της προηγούμενης μέρας.  Μια βουερή κυψέλη ανταλλαγής ή και συνειδητής επιβολής απόψεων, ανάμεσα σε τολύπες τσιγάρων και κατανάλωσης καφέδων.  Τα σπίτια της χθεσινής αδιάφορης οπτικής περιπλάνησης της καθρεφτίζονταν στα νερά, βωβοί τώρα παρατηρητές, αποχτούσαν ένα κάποιο μα πάντα αδιάφορο ενδιαφέρον. 

Και τότε την είδε, τη νέα γυναίκα, να βγαίνει για λίγο στο μπαλκόνι, στο μεσιανό το σπίτι, με τα σιδερένια φουρούσια.  Κόκκινο παντελόνι, λευκή πουκαμίσα, κοντά μαύρα μαλλιά, κινήσεις συνηθισμένες.  Μια ερώτηση που περίμενε ανυπόμονα απάντηση, την έφερε πίσω στο χώρο και το χρόνο.  Και ξέχασε τη γυναίκα. 

Ώσπου… Ώσπου την είδε να περνά σχεδόν πλάι τους μ’ ένα λευκό σκυλάκι, η τσάντα της άγγιξε την καρέκλα της, κι εκείνη ασυναίσθητα αναρίγησε.  Μα πάλι την ξέχασε.

Το βράδυ, χαζεύοντας τις φωτισμένες αντανακλάσεις των νερών από το παράθυρο του ξενοδοχείου, είδε το μεσιανό το σπίτι παράξενα φωτισμένο, κόκκινα, πράσινα και μπλε φώτα εναλλάσσονταν στα τζάμια των παραθύρων του.  Το πρότερο αδιάφορο βλέμμα της μεταλλάχτηκε τώρα σε βλέμμα άκρατης περιέργειας.                   

Λίγη ώρα μετά καθόταν στην πέτρινη πεζούλα των πηγών.  Απέναντι ακριβώς από το μεσιανό το σπίτι.  Κοίταζε ότι μπορούσε να δει από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα του και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από αυτό που έβλεπε, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τις κούκλες που κρέμονταν από τα ξύλινα δοκάρια της οροφής.  Κούκλες πάνινες με πολύχρωμα ρούχα, όμοιες με κούκλες κουκλοθεάτρου, λικνίζονταν τυλιγμένες στο άλικο φως αόρατης πηγής.

Έμεινε εκεί, καθηλωμένη στην απρόσμενη μαγεία μιας αποκάλυψης.  Ανίκανη να πάρει τα μάτια της από τις κούκλες που μόνο με τη φαντασία της μπορούσε να μορφοποιήσει.  Έμεινε εκεί μέχρι το κόκκινο φως να υποχωρήσει στη σκληρότητα του μαύρου που ρούφηξε στο σκοτάδι του τις κούκλες.  Σαν αυλαία που πέφτει υποδηλώνοντας το τέλος μιας παράστασης και σβήνουν τα φώτα.  Σηκώθηκε, η υγρασία νότιζε τα ρούχα της και η κούραση βάραινε τα βλέφαρα της.  Στο δωμάτιο της έριξε μια τελευταία ματιά από το παράθυρο, στο σκοτεινό τώρα μεσιανό σπίτι.  Και αφέθηκε να ονειρευτεί κάποιες άλλες κούκλες, κάπου, κάποτε…

 

                                                  ……………………………

 

Περασμένο απόγευμα κάποιου Μάρτη.

Η βροχή μόλις είχε σταματήσει κι εκείνη είχε βγει στο δρόμο αναζητώντας τις μυρωδιές βρεγμένης γης μέσα στα στενά δρομάκια του κέντρου της πόλης.

Η μαρκίζα του θεάτρου λουσμένη στην υγρασία του νοτισμένου απόβραδου στολιζότανε από τις λέξεις που ενημέρωναν για το έργο που παιζότανε.

 

                                   ΑΓΑΠΗ ΑΠΟ ΕΦΤΑ ΚΟΥΚΛΕΣ

                                                         του

                                                 Paul   Galiko

 

Η μνήμη απρόσκλητη όπως πάντα έκανε την εμφάνιση της θυμίζοντας της το βιβλίο που χρόνια πριν είχε διαβάσει αλλά και ακόμα της έστειλε συγκεχυμένες εικόνες από μια ταινία που είχε δει στα χρόνια της εφηβείας της. 

Και οι δυο αναμνήσεις τις θυμίσανε την έκπληξη της τότε πως μυθιστόρημα και ταινία είχαν πρωταγωνιστές μαριονέτες.

Αυθόρμητα άρχισε να ψιθυρίζει ένα τραγούδι…

A song of love is a sad song

Hi, Lili, hi, Lili, hi lo  

Η νοσταλγία την έφερε μπροστά στο ταμείο.                 

Βρήκε θέση στην πρώτη σειρά.

Στο τρίτο κουδούνι τα φώτα σβήνουν, οι κουβέντες καταλαγιάζουν, τα βλέμματα επικεντρώνονται στη σκηνή, ο προβολέας εστιάζει στο κέντρο της, εκεί όπου έχει στηθεί ένα πραγματικό κουκλοθέατρο σε μια φανταστική πλατεία, η παράσταση αρχίζει…

Παρίσι, αρχές του αιώνα μας.

Η Μους μια νέα κοπέλα από την επαρχία ετοιμάζεται να πέσει στον Σηκουάνα, απογοητευμένη αφού το όνειρο της να βγει στο θέατρο έχει  αποτύχει με τον πιο θλιβερό τρόπο.

Και τότε… 

«Θα κάνει κρύο κάτω στο βυθό, μικρούλα μου, άσε που τα χέλια και οι καραβίδες θα φάνε το κορμί σου!»

Η Μους γυρίζει γύρω της φοβισμένη, βλέπει μόνο την άδεια σκηνή ενός κουκλοθέατρου και τη μουσαμαδένια ταμπέλα του: «Ο κάπτεν Κοκ και η οικογένεια του.»

Στο παραπέτο της σκηνής πιασμένη μια κούκλα, ένα κοκκινομάλλικο αγόρι, με στρογγυλή μύτη και πεταχτά αυτιά την κοιτάζει, είμαι ο Κοκκινοτρίχης της συστήνεται, κι ύστερα η μια κούκλα μετά την άλλη παρελαύνουν στη σκηνή και δίνουν τα διαπιστευτήρια τους στη Μους. Η στριμμένη Ζιζί, η κατεργάρα αλεπού- κύριος Ρεϊνάρντο, ο αγαθός γίγαντας Αλή, ο πιγκουίνος δόκτωρ Ντικλός, η θυρωρός κυρία Μισκά.  Τόσο διαφορετικοί όλοι τους μα και τόσο όμοιοι, αφού στην ουσία είναι τα εφτά προσωπεία του κακότροπου και μισογύνη κουκλοπαίχτη Κάπταιν Κοκ. 

Μια φαινομενικά τρυφερή και ανθρώπινη ιστορία αγάπης ανάμεσα σ’ ένα απλό κορίτσι και εφτά κούκλες, εκφραστές της αιώνιας σύγκρουσης του καλού απέναντι στο κακό, της ζωής απέναντι στο θάνατο.  

Είναι έτσι;  Ή…    

 

Έτσι ήταν; Ή…

 

Πάντως εκείνη θυμάται πως όταν ο προβολέας στη σκηνή έσβησε και τα φώτα στην πλατεία ανάψαν, είχε μείνει μαγεμένη από την παράσταση, καρφωμένη στη θέση της.  Σε σημείο συναισθηματικής ταύτισης με την κούκλα που συνομιλούσε με τον ‘ετσιθελικά’ απωθημένο εαυτό της*  μια κρυφή εσωτερική συνομιλία με την κούκλα που σχηματοποιούσε τους φόβους της κι εξέφραζε τις ανεκπλήρωτες φαντασιώσεις της. 

Ναι, έτσι ή αλλιώς είχε πάρει μέρος σ’ αυτήν την άηχη συνομιλία του εαυτού της με τις φαινομενικά άψυχες αλλά εντέλει επιδραστικές πάνω της κούκλες.

Τότε… Σε μια θεατρική παράσταση

                                                    ……………..

Τώρα, ανοίγει τα μάτια. 

Το πρώτο φως της ημέρας διαλύει τα σκοτάδια της νύχτας.

Μπορεί να διαλύσει και το όνειρο;

Έξω στα νερά των πηγών της Αγίας Βαρβάρας οι πάπιες έχουν ήδη ξεκινήσει τους αδιάκοπους σχηματισμούς τους.

Πηγαίνει στο παράθυρο. 

Το μεσιανό σπίτι, εκεί απέναντι της πάντα, κρατά κρυμμένα τα εσώτερα μυστικά του.  Άφιλο προς το φως, ενδύεται ρούχο αδιάφορο έως και απωθητικό.  Η γυναίκα με το σκυλάκι, αδιάφορη κι αυτή ξεκινά μια ακόμη πρωινή βόλτα.  Κι εκείνη περιμένει τη νύχτα, περιμένει τα κόκκινα, πράσινα, και μπλε φώτα ν’ αρχίσουν να εναλλάσσονται στα τζάμια των παραθύρων.  Θα είναι εκεί, καθισμένη απέναντι τους να ξαναζήσει το παραμύθι…

           

                                                ……………………….

 

Οι πάνινες κούκλες με τα πολύχρωμα ρούχα, λευτερωμένες από τα ξύλινα δοκάρια της οροφής, μαζεύονται στο μπαλκόνι, και τότε κάποιος της φωνάζει:

«Ε, εσύ κοπελιά!  Τι κάνεις εκεί κάτω μόνη σου στα σκοτάδια;»

Προσπαθώντας να διακρίνει κάτι ανάμεσα στα πέπλα της καταχνιάς, βλέπει πως το μπαλκόνι δεν είναι έρημο, όπως είχε πιστέψει στην αρχή.  Οι κούκλες σαν σε σκηνή κουκλοθεάτρου έχουν πιαστεί τώρα από το παραπέτο του μπαλκονιού και μοιάζουν να της γνέφουν.

«Λοιπόν,» ξανά η φωνή, «κατάπιες τη γλώσσα σου;  Δε σου έχουν μάθει πως πρέπει ν’ απαντάς όταν σου μιλάνε;»

Κι εκείνη εκεί καθισμένη, κάνει ερωτήσεις, δίνει απαντήσεις και λέει όσα ούτε στον ίδιο της τον εαυτό δεν είχε ποτέ ομολογήσει.  Κάποιοι νυχτερινοί διαβάτες, περνώντας από εκεί, κοντοστέκονται και κουνάνε  με νόημα το κεφάλι τους.  «Πάει σάλεψε κι αυτή,» λένε και συνεχίζουν το δρόμο τους.

Κι ύστερα το σκοτάδι ρουφάει μέσα του τις κούκλες.

Σαν αυλαία που πέφτει υποδηλώνοντας το τέλος μιας παράστασης και σβήνονται τα φώτα.

Σηκώνεται, τ’ αγιάζι της νύχτας σπέρνει ανατριχίλες στο κορμί της.  Ρίχνει μια τελευταία ματιά στο σκοτεινό τώρα μεσιανό σπίτι.

Οι κούκλες έχουν ξαναγυρίσει στα ξύλινα δοκάρια της οροφής, κι εκείνη στο δωμάτιο του ξενοδοχείου της.  Η ανάγκη διαλόγου με τον καλά κρυμμένο εσώτερο κόσμο της την είχε οδηγήσει σε μια φαντασιακή λυτρωτική πραγματικότητα.   

Την άλλη μέρα φεύγει.

Το μεσιανό το σπίτι, φωτογραφία ξεχασμένη πια στο κινητό της.     

   

                    

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.