Loading...
Διαβάζοντας αλλιώςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Λένη Ζάχαρη: Κυριάκος Βλασσόπουλος, «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε» Ιστορίες οικογενειακών τραυμάτων και επανορθώσεων, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2020

Ιστορίες οικογενειακών τραυμάτων και επανορθώσεων

Τι είναι αυτό που ωθεί τα νθρώπινα όντα να κυνηγούν πάντα το όνειρο ενός παραδείσου, αλλά συχνά να καταλήγουν να βιώνουν αδιέξοδα και συγκρούσεις απελπιστικά ματαιωτικές;

Τι κάνει ανθρώπους με τις καλύτερες προθέσεις να προσπαθούν να συνδεθούν και να συνυπάρξουν, και αντί αυτού να καταλήγουν να αποκαρδιώνονται, να μάχονται –λυσσαλέα, κάποιες φορές– επαναλαμβάνοντας συχνά, με μικρές παραλλαγές, το ίδιο έργο;

Γιατί μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε;

Όλα όσα πράττουμε κάτι «λένε», κάποιο λόγο αρθρώνουν, κάτι που αλλιώς δεν μπόρεσε, ενδεχομένως, να «μιληθεί». Βία και καταστροφικότητα, ρητή και υπόρρητη, υπάρχει και στην καθημερινότητά μας, και στις στενές μας σχέσεις, ίσως κατά κύριο λόγο σε αυτές… Υπάρχουν και άλλα πράγματα, όμως· άλλες πιθανές διαδρομές –δημιουργικότητας, αγάπης, συντροφικότητας– και είναι η δυνατότητά μας να εμπεριέχουμε και να κατανοούμε τις ασυνείδητες συγκρούσεις και αντινομίες μας, και αυτές ακόμα τις καταστροφικές μας ροπές, πού καθιστούν αυτές τις άλλες διαδρομές δυνατές.

Η ζωή μας ξεκινάει απέναντι σε ένα βλέμμα, αλλιώς δεν ξεκινάει

από το οπισθόφυλλο του βιβλίου του ψυχοθεραπευτή και ομαδικού αναλυτή Κυριάκου Βλασσόπουλου, με τίτλο «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε». Με τον εύγλωττο αυτό τίτλο, περιγράφει τη φύση της αμφιθυμίας και της ψυχικής σύγκρουσης που ενυπάρχει σε όλες τις στενές ανθρώπινες σχέσεις. Το υλικό προήλθε από ομιλίες που πρόσφερε στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, αξιοποιώντας τη ζωντάνια και την αλληλεπίδραση της συνάντησης με το κοινό του.

«Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε», μια παροιμία που περιγράφει όλων των ειδών τις ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια. Εκεί που μαθαίνουμε πώς ζούμε με τους άλλους, πώς αγαπάμε, πώς πονάμε, τι κάνουμε με τον πόνο, με τη χαρά, ακόμη και πώς ερωτευόμαστε και πώς πενθούμε.
Οι σχέσεις μας με την οικογένεια δεν τελειώνουν, δεν κόβονται ποτέ, ακόμη κι αν φύγουμε μίλια μακριά, ακόμη κι αν γεράσουμε. Η οικογένεια είναι αυτή που μας σημαδεύει ανεξίτηλα, μας τραυματίζει βαθιά. Ο Φρόυντ λέει πως «ο άνθρωπος είναι το προϊόν των τραυμάτων της παιδικής του ιστορίας». Αν συμβαίνει μόνο αυτό τότε η κατάσταση είναι αδιέξοδη, κάθε προσπάθεια αλυσιτελής. Ωστόσο υπάρχει διέξοδος, αφενός η υγιής οικογένεια που βοηθάει με τη στάση της τα μέλη της να βρουν τρόπους να ξεπεράσουν τα τραύματά τους και να ολοκληρωθούν. Αφετέρου στο ίδιο το άτομο έγκειται το αν θα μείνει στις τραυματικές καταστάσεις ή θα προχωρήσει σε μια συμφιλίωση και κατ’ επέκταση σε μια πρόοδο. Είναι γεγονός ότι ο δρόμος είναι επίπονος γιατί ό,τι σχετίζεται με την οικογένεια δύσκολα εγκαταλείπεται και, μάλιστα, όταν λέγοντας ‘οικογένεια’ εννοούμε τόσο την ευρύτερη όσο και τις προηγούμενες γενεές.

Στη δεύτερη διάλεξη με τον τίτλο «Folie ά deux», ο ομιλητής περιγράφει τον «παράδεισο» του κάθε ανθρώπου, το πώς δηλαδή βλέπει την ευτυχία του και με ποιον τρόπο την διεκδικεί. Ο παράδεισος δεν είναι τίποτα άλλο από τις επιθυμίες που τρέφει για το μέλλον τις οποίες επιχειρεί να κάνει πραγματικότητα. Φυσικά, ο κόσμος αυτός, ο «παράδεισος», που αρκετές φορές θεωρεί ότι έχει κατακτήσει (πχ όταν είναι ερωτευμένος), είναι ψευδαισθησιακός, μιας και κρατάει πολύ λίγο, όσο ο ενθουσιασμός του είναι έκδηλος και η λογική του υποτάσσεται στην επιθυμία. Εύκολα, λοιπόν, ο ευτυχής απογοητεύεται, ξανά και ξανά, καθώς συνειδητοποιεί την αδυναμία του να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι, αλλά και να διεκδικήσει από τον άλλον κάτι παραπάνω από αυτό που ο ίδιος μπορεί να δώσει. Το αποτέλεσμα είναι να καταλήγει να κουβαλά στις πλάτες του το βάρος των οικογενειακών του επιρροών, το οποίο μεταφέρει συνειδητά ή ασυνείδητα στο νέο του περιβάλλον και στις σχέσεις που επιχειρεί από το μηδέν να δημιουργήσει. Ο ομιλητής μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα δίνει έμφαση στο ζήτημα της αμφιθυμίας, στην παρουσία συγκρουόμενων συμπεριφορών, αισθημάτων και τάσεων, καθώς τη θεωρεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εξέλιξη της ζωής. Χωρίς τη νίκη του κακού  δεν διεκδικείται ούτε εκτιμάται το καλό, χωρίς την ύπαρξη δυστυχίας δεν αναγνωρίζεται η ευτυχία, χωρίς την παρουσία του μίσους δεν προσδοκάται η αγάπη.  Η πάλη για την εξασφάλιση της ισορροπίας στα πράγματα είναι αυτή που επιφέρει την αρμονία στο περιβάλλον και την ψυχική ηρεμία. Γίνεται σαφές, επομένως, πως όλα είναι αποτέλεσμα της ψυχικής λειτουργίας και της σύγκρουσης των αντιθέτων, τα οποία συναντά κανείς αρχικά μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον του κι έπειτα μέσα στην κοινωνία. Όταν μια οικογένεια μπορεί αυτά τα συστατικά του ψυχισμού να τα διαχειριστεί σωστά, να αντιμετωπίσει με αποτελεσματικότητα τη βία και την επιθετικότητα και να μοιράσει με ευκολία την αγάπη και την τρυφερότητα, τότε μιλάμε για μια λειτουργική οικογένεια και για υγιή μέλη. Σε αντίθετη περίπτωση το αποτέλεσμα οδηγεί στην κατάθλιψη, την ψυχική ασθένεια για την οποία μεγάλη ευθύνη φέρουν τα βιώματα που αποκτούνται πρώτα απ’ όλα μέσα στην οικογένεια κι έπειτα σ’ όλες τις κοινωνικές ομάδες που ακολουθούν μετά απ’ αυτή. Ο Κυριάκος Βλασσόπουλος, στο τέλος της διάλεξής του, δίνει έμφαση στην αξία του διαλόγου και της υπομονής, που απομακρύνει τον πόνο και την ανασφάλεια του ανθρώπου, καθώς στην πορεία του χρόνου ανακαλύπτει ότι δεν είναι παντοδύναμος.

Στην τρίτη διάλεξη με τον τίτλο «Τι ζητάω; Μια ευκαιρία στον παράδεισο να πάω» ο ομιλητής καθιστά σαφές ότι ο άνθρωπος οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι ο «παράδεισος» των επιθυμιών του δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει απόλυτη ευτυχία, ούτε και πληρότητα όμορφων συναισθημάτων. Κι αυτό, γιατί ως ύπαρξη πάντα κουβαλάει μαζί του τους φόβους και τα τραύματα του παρελθόντος του, όποια κι αν είναι αυτά. Άλλωστε, αυτό είναι που χαρακτηρίζει με ακρίβεια τη ζωή. Μια διαρκής χαρμολύπη (αμφιθυμία), χαρά και λύπη μαζί, που έχει τη δύναμη να εξασφαλίσει την ισορροπία στα πράγματα. Αυτός που απαιτεί μόνο τη χαρά (τον παράδεισό του) και βιάζεται να την κατακτήσει, από φόβο μήπως και απογοητευτεί, οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στη λύπη. Στη ζωή δεν μπορείς να απαιτείς «άσπρο ή μαύρο». Ο άνθρωπος για να μπορεί να ανταπεξέρχεται πρέπει να έχει ‘γκρίζες περιοχές’ στις οποίες να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του.

   Τι είναι αυτό που να ωθεί να επιλέξουμε έναν σύντροφο;
Ποια μοτίβα από την παιδική μας ηλικία επαναλαμβάνουμε στη σχέση μας με τον σύντροφό μας;
Πώς οι συναισθηματικές μας ανάγκες που δεν καλύφθηκαν στην παιδική μας ηλικία επηρεάζουν την ενήλικη ζωή μας;
Γιατί επιλέγουμε πάντα κάποιον που είναι συναισθηματικά μη διαθέσιμος;
Γιατί «μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε»;

Ο Κυριάκος Βλασσόπουλος στο βιβλίο «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε» επεξεργάζεται ένα κεντρικό ζήτημα για τις ζωές όλων μας, των σχέσεων μεταξύ συντρόφων. Μέσα από έντονες συναισθηματικές διαδρομές (χωρισμοί, πένθη, ασθένειες, θυμός) μας δείχνει πως αντέχει η ψυχή να εργάζεται και να ωριμάζει. Μας ανοίγει νέα μονοπάτια ώστε να κατανοήσουμε και να επανορθώσουμε τα τραύματα που κουβαλάμε μέσα μας και χαράζει άλλες πιθανές διαδρομές δημιουργικότητας, αγάπης και συντροφικότητας. Ένα βιβλίο χρήσιμο, απελευθερωτικό. Ένα άκρως ενδιαφέρον βιβλίο εσωτερικής αναζήτησης, ψυχολογικής ανάλυσης και υπαρξιακού προβληματισμού, που οπωσδήποτε αξίζει να διαβαστεί.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.