ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφίαΠρωτοσέλιδο

Μια χριστουγεννιάτικη ανάμνηση, του Τρούμαν Καπότε. Μτφρ.: Έφη Φρυδά

Το διήγημα Μια χριστουγεννιάτικη ανάμνηση, γραμμένο από τον Τρούμαν Καπότε (1924 –1984), είναι σχεδόν αυτοβιογραφικό και αφηγείται αναμνήσεις από την παιδική ηλικία του συγγραφέα και τα Χριστούγεννα  με μια μακρινή εξαδέλφη του. Η εξαδέλφη του δεν κατονομάζεται στο διήγημα, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για τη Νάνι Ράμπλεϊ Φολκ, τη Σουκ, όπως ήταν το παρατσούκλι της, μια απλοϊκή γυναίκα με μυαλό μικρού παιδιού, που όμως ήταν, όπως ο ίδιος έλεγε, «ο μοναδικός σταθερός άνθρωπος στη ζωή μου».

Η ιστορία εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης του ’30 στην Αμερική, που είναι επίσης και εποχή της ποτοαπαγόρευσης. Στα δύο του χρόνια ο μικρός Τρούμαν βρίσκεται στην επαρχιακή πόλη Μονρόεβιλ της Αλαμπάμα, όπου και πέρασε τα επόμενα 4-5 χρόνια της ζωής του. Οι γονείς του έχουν χωρίσει και η μητέρα του τον έχει εγκαταλείψει σε συγγενείς. Εκεί, σε ένα “παλιό, μονόπατο, φαρδύ σπίτι“, όπως μας αφηγείται, μοναδική συντροφιά του είναι η ηλικιωμένη αυτή γυναίκα, που στο διήγημα αποκαλεί «φίλη» του, καθώς και η Χάρπερ Λι, η οποία αργότερα έγινε και αυτή η διάσημη συγγραφέας και είναι περισσότερο γνωστή για το έργο της Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια. Μάλιστα στον μικρό Τρούμαν βασίζεται ο χαρακτήρας του βιβλίου της Ντιλ Χάρις. 

Το διήγημα Μια χριστουγεννιάτικη ανάμνηση θεωρείται από τα καλύτερα, αν όχι το καλύτερο του Τ.Κ. , τότε που το συγγραφικό του πνεύμα λάμπει αφού η περίοδος της Αλαμπάμα είναι η μοναδική της ζωής του που νιώθει αγαπημένος και αποδεκτός.

Διαβάζουμε για τις απλές χαρές της ζωής, τη δημιουργία χειροποίητων χριστουγεννιάτικων δώρων και γλυκισμάτων (τα παραδοσιακά στη χώρα του fruitcakes) με θαυμαστά υλικά που οι δυο τους μαζεύουν, και με μια ιδέα παράνομο ουίσκι, την αναζήτηση του τέλειου χριστουγεννιάτικου έλατου, τον στολισμό του με ασημόχαρτα από σοκολάτες και πολύχρωμο χαρτί γλασέ. Ίχνος δεν υπάρχει από τη σημερινή επίπλαστη φαντασμαγορία των Χριστουγέννων.

Με παιδική αθωότητα και ενθουσιασμό ο Καπότε ξετυλίγει γύρω μας την αφήγηση σαν μια σειρά χριστουγεννιάτικα λαμπάκια, που όμως, μαζί με το γιορτινό τους πνεύμα, εμπεριέχουν μια υποδόρια μελαγχολία· το καμένο λαμπάκι που θα σβήσει τελικά ολόκληρη τη φωτεινή γιρλάντα. Στο απόγειο της μεγαλύτερης γιορτής του χρόνου, η μαγική πένα του σχηματίζει ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό μας με τα μαγειρέματα, τις ευωδιές της κουζίνας και τη χαρά της δημιουργίας και της προσφοράς – αυτό που είναι το αληθινό πνεύμα των Χριστουγέννων. Και εκεί ακριβώς ο Τ. Κ. «πνευματικά ορφανός», όπως ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται, συνθέτει τη γλυκόπικρη ανάμνηση των αγαπημένων που χάσαμε, μια ελεγεία για όσα πέρασαν και φύγαν και δεν θα ξαναβρεθούν ποτέ πια.

Μια εποχή σαν τη δική μας, που μας έχει πάρει τόσα πολλά από την ουσία της ζωής, ενώ φορτώνει το νου και την καρδιά μας με αξίες κίβδηλες που αποθεώνουν το περιττό, το ανούσιο, το διήγημα αυτό μοιάζει περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ.

Το διήγημα Μια χριστουγεννιάτικη ανάμνηση περιλαμβάνεται στα αγαπημένα μου που παραδοσιακά διαβάζω κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα (και όχι μόνο), και που φέτος σκέφτηκα ότι η μετάφρασή του, χωρίς καμία περικοπή, θα ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσα να σας προσφέρω.

πρώτη έκδοση του διηγήματος σε μορφή βιβλίου (1966). στο εξώφυλλο εικονίζεται ο μικρός Τρούμαν με την μακρινή εξαδέλφη του,

Νάνι Ράμπλεϊ Φολκ, Σουκ.

 

«Φαντάσου ένα πρωινό προς τα τέλη του Νοέμβρη. Ένα πρωινό του επερχόμενου χειμώνα πάνω από είκοσι χρόνια πριν. Σκέψου την κουζίνα ενός παλιού, μονόπατου, φαρδιού σπιτιού σε μια επαρχιακή πόλη. Καταμεσής δεσπόζει μια μεγάλη μαύρη ξυλόσομπα. Υπάρχουν ακόμα ένα μεγάλο τραπέζι ροτόντα και μπροστά του ένα τζάκι με δυο κουνιστές πολυθρόνες. Μόλις σήμερα το τζάκι ξεκίνησε την εποχιακή του βοή.  

Μια γυναίκα με κοντοκομμένα άσπρα μαλλιά στέκεται στο παράθυρο της κουζίνας. Φοράει αθλητικά παπούτσια και ένα χαχόλικο γκρίζο πουλόβερ πάνω από ένα ελαφρύ βαμβακερό φόρεμα. Είναι κοντή και ζωηρή σαν μικρόσωμη κοτούλα. Αλλά, εξαιτίας μιας μακράς ασθένειας στην παιδική της ηλικία, οι ώμοι της γέρνουν δραματικά. Έχει ένα πρόσωπο αξιοπρόσεκτο – σκαμμένο σαν του Λίνκολν, τραχύ από τον ήλιο και τους ανέμους· αλλά και γωνιώδες και λεπτεπίλεπτο, με ανοιχτοκάστανα, ντροπαλά μάτια. «Αχ τι καλά!» ξεφωνίζει κι η ανάσα της αχνίζει το τζάμι του παραθύρου, «καιρός για σταφιδόψωμα!»

 

Σε μένανε μιλάει. Είμαι επτά χρονών· εκείνη έχει περάσει τα εξήντα. Είμαστε ξαδέρφια, πολύ μακρινά, και έχουμε ζήσει μαζί… από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κι άλλα άτομα κατοικούν σ’ αυτό το σπίτι, διάφοροι συγγενείς. Και μολονότι έχουν εξουσία πάνω μας και συχνά μας κάνουν να κλαίμε, τελικά δεν τους δίνουμε ιδιαίτερη σημασία. Εμείς οι δυο είμαστε οι καλύτεροι φίλοι. Με λέει Μπάντι, στη μνήμη ενός αγοριού που ήταν κάποτε ο καλύτερός της φίλος. Εκείνος ο Μπάντι πέθανε γύρω στα 1880, όταν η φίλη μου ήταν παιδί. Ακόμα είναι παιδί.

«Το ‘ξερα πριν σηκωθώ απ’ το κρεβάτι», λέει και, με βλέμμα αποφασιστικό, στρέφεται προς το εσωτερικό του δωματίου. «Η καμπάνα του δικαστήριου ήχησε τόσο κρύα και καθαρά. Κι ούτε κελαϊδίσματα πουλιών ακούγονται. Φύγανε για μέρη πιο ζεστά, αυτό είναι. Αχ Μπάντι, σταμάτα να μπουκώνεσαι με μπισκότα και τρέχα να φέρεις το καρότσι μας. Πού ‘ναι το καπέλο μου, πού ’ναι; Τριάντα σταφιδόψωμα έχουμε να ψήσουμε».

Το ίδιο πάντα· έρχεται ένα πρωινό του Νοέμβρη και η φίλη μου, σαν να εγκαινιάζει επισήμως την εποχή των Χριστουγέννων κάθε χρονιάς που διεγείρει τη φαντασία της και ανατροφοδοτεί τη φλόγα της καρδιάς της, ανακοινώνει: «Καιρός για σταφιδόψωμα! Φέρε το καρότσι μας. Πού ‘ναι το καπέλο μου;»

Το καπέλο βρίσκεται, το ψάθινο καρότσι στολισμένο με βελούδινα αγριοτριαντάφυλλα έχει ξεθωριάσει· ανήκε κάποτε σε μια κομψότερη συγγενή. Οι δυο μαζί οδηγούμε το καρότσι μας, ένα σαραβαλιασμένο καροτσάκι μωρού, έξω στον κήπο, σε ένα σύδεντρο με ελαιοκάρυδα. Το καρότσι είναι δικό μου· δηλαδή, αγοράστηκε για μένα όταν γεννήθηκα. Η ψάθα του έχει διαλυθεί σχεδόν κι οι ρόδες του κλυδωνίζονται κυλώντας σαν πόδια μεθύστακα. Είναι όμως ένα αντικείμενο πιστό. Την άνοιξη το παίρνουμε στο δάσος και το γεμίζουμε λουλούδια και βότανα και φτέρες για τις γλάστρες της βεράντας. Το καλοκαίρι στοιβάζουμε μέσα του με ένα σωρό συμπράγκαλα για πίκνικ και καλάμια ψαρέματος από ζαχαροκάλαμο και μ’ αυτό κατηφορίζουμε ως το ρυάκι, στην όχθη. Έχει όμως και χειμερινή χρησιμότητα. Το φορτώνουμε ξύλα από την αυλή για την κουζίνα και για να ζεστάνουμε το κρεβατάκι της Κουίνι, του μικροσκοπικού αλλά ζόρικου κοκκινόλευκου τεριέ μας που επέζησε από μόρβα και από δύο δαγκωματιές κροταλία. Τώρα η Κουίνι τριποδίζει πλάι του καμαρωτά.

 

Τρεις ώρες αργότερα έχουμε επιστρέψει στην κουζίνα κουβαλώντας ένα καρότσι φίσκα με ελαιοκάρυδα που μαζέψαμε από το έδαφος όπου ήταν πεσμένα. Πονάει η μέση μας από το σκύψιμο· τι δύσκολο που είναι να τα βρούμε (γιατί ο ιδιοκτήτης του οπωρώνα, που δεν είμαστε εμείς, έχει τινάξει, μαζέψει και πουλήσει ήδη τους βασικούς καρπούς) ενώ αυτά που μαζεύουμε εμείς κρύβονται κάτω απ’ τα πεσμένα φύλλα και το παγωμένο χορτάρι. Κρρραακ! Ένα ζωηρό τρίξιμο, μικροσκοπικά θραύσματα βροντής, καθώς τα κελύφη, σχηματίζοντας ένα χρυσαφένιο λοφάκι από γλυκά λιπαρές ψίχες στο χρώμα που ‘χει το φίλντισι, πέφτουν μέσα στη γυάλινη γαβάθα με το γάλα. Η Κουίνι ζητιανεύει μια μπουκιά, η φίλη μου της δίνει πού και πού να δοκιμάσει λιγουλάκι, μολονότι επιμένει ότι δεν έχουμε αρκετά. «Δεν πρέπει, Μπάντι. Έτσι κι αρχίσουμε μαζί της, δεν έχει τελειωμό. Και  δεν μας φτάνουν καλά καλά για τριάντα σταφιδόψωμα». Σκοτεινιάζει στην κουζίνα. Το σούρουπο μετατρέπει το τζάμι σε καθρέφτη· οι αντανακλάσεις μας μπερδεύονται με το φεγγάρι που ανατέλλει καθώς εμείς δουλεύουμε πλάι στη φωτιά του τζακιού. Επιτέλους, όταν το φεγγάρι βρίσκεται ψηλά στον ουρανό, ρίχνουμε τη τελευταία παρτίδα στη φωτιά, και μαζί, με ένα συντονισμένο αναστεναγμό ανακούφισης, παρακολουθούμε τις φλόγες. Το καρότσι είναι πια άδειο, η γαβάθα ξέχειλη.

 

Τρώμε το βραδινό μας (κρακεράκια, μπέικον, μαρμελάδα βατόμουρο) και κουβεντιάζουμε για την αυριανή ημέρα. Αύριο αρχίζει η δουλειά που μ’ αρέσει περισσότερο απ’ όλες: τα ψώνια. Κεράσια και κίτρα, πιπερόριζα και βανίλια και κονσερβαρισμένος ανανάς από τη Χαβάη, φλούδες και σταφίδες και καρύδια και ουίσκι και αλεύρι, αχ μπόλικο αλεύρι και βούτυρο και ένα σωρό αυγά, μπαχάρια και μυρωδικά. Πω πω, θα χρειαστούμε άλογο να τραβήξει το καρότσι σπίτι.

Αλλά για να κάνουμε αυτά τα ψώνια πρέπει να υπάρχουν τα χρήματα· που κανείς από τους δυο μας δεν έχει. Αν εξαιρέσεις κάτι αμελητέα ποσά που μας δίνουν πού και πού άτομα που μένουν μαζί μας στο σπίτι (μια δεκάρα θεωρείται σπουδαίο ποσό). Ή που κερδίζουμε εμείς οι ίδιοι προσφέροντας διάφορες υπηρεσίες: οργανώνοντας παζάρια με μεταχειρισμένα, πουλώντας βατόμουρα που μαζεύουμε σε κουβάδες, γυάλες με σπιτική μαρμελάδα, κομπόστα μήλο και αχλάδι, κάνοντας ακόμα και ανθοστολισμούς σε κηδείες και γάμους. Μάλιστα μια φορά κερδίσαμε το 79ο βραβείο, πέντε δολάρια, σε έναν παναμερικανικό διαγωνισμό ποδοσφαίρου. Και βέβαια ιδέα δεν έχουμε από ποδόσφαιρο. Απλώς παίρνουμε μέρος σε οποιοδήποτε διαγωνισμό πέφτει στην αντίληψή μας. Αυτή την εποχή οι ελπίδες μας συγκεντρώνονται στο Μεγάλο Βραβείο πενήντα χιλιάδων δολαρίων που θα δοθούν σε αυτόν που θα βρει την κατάλληλη ονομασία για μια καινούρια μάρκα καφέ (προτείνουμε «Α.Μ.»· αν και έχουμε κάποιους δισταγμούς, γιατί η φίλη μου θεωρεί το σλόγκαν «Α.Μ. Αμήν»! ελαφρώς ιερόσυλο. Για να πω την αλήθεια, η μοναδική πραγματικά κερδοφόρος επιχείρησή μας είναι το Μουσείο Αστεία και Τέρατα που στήσαμε στην αποθήκη στην πίσω αυλή το προπέρσινο καλοκαίρι. Τα Αστεία ήταν η προβολή μερικών σλάιντς από την Ουάσιγκτον και τη Νέα Υόρκη που μας είχε δανείσει μια συγγενής που πήγε σ’ αυτά τα μέρη (κι έγινε έξαλλη όταν έμαθε τον λόγο που δανειστήκαμε τη μηχανή προβολής της). Το Τέρας ήταν ένα κλωσόπουλο με τρία πόδια που μια από τις κότες μας έχει κλωσήσει. Όλοι θέλανε να δουν αυτό το κλωσόπουλο. Χρεώναμε μια πεντάρα για τους μεγάλους και δυο λεπτά για τα μικρά παιδιά. Και μαζέψαμε, που λέτε, είκοσι ολόκληρα δολάρια πριν κλείσει το Μουσείο μας λόγω θανάτου της βασικής μας ατραξιόν. 

Αλλά, έτσι κι αλλιώς, κάθε χρόνο μαζεύουμε το κομπόδεμα των Χριστουγέννων, το Ταμείο των Σταφιδόψωμων. Φυλάμε αυτά τα χρήματα σ’ ένα παμπάλαιο πουγκί με χάντρες κάτω από μια χαλαρή σανίδα του πατώματος κάτω από το δοχείο νυκτός και κάτω από το κρεβάτι της φίλης μου. Το πουγκί αυτό σπάνια μετακινείται από την κρυψώνα του· σπάνια, μόνο για να κάνουμε κάποια κατάθεση ή για την ανάληψη του Σαββάτου. Κι αυτό επειδή τα Σάββατα μου παραχωρούνται πέντε λεπτά για να πάω σινεμά. Η φίλη μου δεν έχει πάει ποτέ σινεμά, ούτε σκοπεύει. «Καλύτερα να ακούω εσένα να μου λες την ιστορία, Μπάντι. Έτσι φαντάζομαι περισσότερα. Εξάλλου, στην ηλικία μου δεν πρέπει να κουράζω τα μάτια μου. Γιατί, όταν έρθει η ώρα μου, θέλω να βλέπω καθαρά τον Κύριο». Και εκτός του ότι δεν έχει ποτέ πάει σινεμά, δεν έχει ποτέ: φάει έξω σε ρεστοράν, ταξιδέψει σε απόσταση μεγαλύτερη των πέντε χιλιομέτρων από το σπίτι, λάβει ή στείλει τηλεγράφημα, διαβάσει τίποτα άλλο πέρα από κόμικς και την Βίβλο, βάλει καλλυντικά, βρίσει, θελήσει να κάνει σε κάποιον κακό, πει εσκεμμένα ψέματα, αφήσει πεινασμένο σκύλο να πεινάσει. Και νά μερικά πράγματα που έχει κάνει, που κάνει: έχει σκοτώσει με την τσάπα τον μεγαλύτερο κροταλία της περιοχής μας (που έχει δεκάξι), έχει ρουφήξει ταμπάκο (κρυφά), έχει εξημερώσει κολιμπρί (για δοκίμασε) να ισορροπούν στο δάκτυλό της, έχει διηγηθεί ιστορίες φαντασμάτων (κι οι δυο πιστεύουμε στα φαντάσματα) τόσο τρομακτικά που ανατριχιάζεις μες στο κατακαλόκαιρο· κι ακόμα μιλάει στον εαυτό της, κάνει περιπάτους κάτω απ’ τη βροχή, καλλιεργεί τις ωραιότερες καμέλιες της πόλης, ξέρει τη συνταγή κάθε αρχαίας ινδιάνικης θεραπείας, συμπεριλαμβανομένης της μαγικής γιατρειάς για μυρμηγκιές.

Τώρα, έχοντας τελειώσει το βραδινό, αποσυρόμαστε σε μια κάμαρη στην άλλη άκρη του σπιτιού όπου κοιμάται η φίλη μου σε ένα σιδερένιο κρεβάτι βαμμένο με έντονο ροζ χρώμα, το αγαπημένο της, και σκεπασμένο με ένα πάπλωμα φτιαγμένο από κουρελάκια. Σιωπηλά, απολαμβάνοντας τη χαρά της συνωμοσίας, βγάζουμε το χάντρινο πουγκί από την κρυψώνα του και αδειάζουμε το περιεχόμενο πάνω στο καπιτονέ πάπλωμα. Χαρτονομίσματα, δολάρια τυλιγμένα σε σφιχτά μασούρια, καταπράσινα σαν μαγιάτικα μπουμπούκια. Σκούρα κέρματα των πενήντα λεπτών, βαριά σαν μάτια νεκρού. Όμορφες δεκάρες, το κέρμα το πιο χαρούμενο, αυτό που κουδουνίζει πιο δυνατά απ’ όλα. Νομίσματα των πέντε λεπτών και των εικοσιπέντε, γυαλιστερά από τη χρήση σαν βότσαλα της άμμου. Αλλά κυρίως ένας απαίσιος σωρός δεκάρες με τη πικρή, μεταλλική οσμή τους. Πέρσι το καλοκαίρι κάποιοι στο σπίτι μας συμφώνησαν να μας πληρώνουν μια δεκάρα για κάθε εικοσιπέντε μύγες που σκοτώναμε. Ω, η σφαγή του Αυγούστου·  τόσες μύγες αποδήμησαν στους Ουρανούς! Και βέβαια δεν περηφανευόμαστε γι’ αυτή τη δουλειά. Και, τώρα που καθόμαστε και μετράμε τις δεκάρες μας, είναι σαν να καταγράφουμε ψόφιες μύγες. Κανείς από τους δυο μας δεν τα καταφέρνει με τα νούμερα· μετράμε αργά, χάνουμε τον λογαριασμό, αρχίζουμε πάλι από την αρχή. Σύμφωνα με τους δικούς της υπολογισμούς, έχουμε 12,73 δολάρια. Σύμφωνα με τους δικούς μου 13 ακριβώς. «Ελπίζω να κάνεις λάθος, Μπάντι. Δεν μπορούμε να παίζουμε με το 13. Τα σταφιδόψωμα θα γίνουνε πλακέ. Ή θα στείλουν κάποιον στο νεκροταφείο. Εγώ στις δεκατρείς ούτε που σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι». Και λέει αλήθεια· όταν έρθει 13 του μήνα η φίλη μου μένει στο κρεβάτι. Οπότε τώρα, για να είμαστε σίγουροι, αφαιρούμε ένα λεπτό και το πετάμε έξω απ’ το παράθυρο.

 

Από τα υλικά που μπαίνουν στα σταφιδόψωμα το ακριβότερο και το δυσκολότερο να προμηθευτούμε, είναι το ουίσκι. Οι νόμοι του κράτους απαγορεύουν την πώληση. Όμως όλοι ξέρουν ότι μπορείς ν’ αγοράσεις ένα μπουκάλι από τον κύριο Χαχά Τζόουνς. Έτσι, την επομένη, αφού τελειώσουμε με τα συνηθισμένα ψώνια μας, βάζουμε πλώρη για το μαγαζί του κυρίου Χαχά, έναν «αμαρτωλό» (όπως το χαρακτηρίζει ο κόσμος) καφενέ κάτω στο ποτάμι, που σερβίρει τηγανητά ψάρια και όπου μπορείς επίσης να χορέψεις. Έχουμε ξαναπάει, για τον ίδιο λόγο. Τα προηγούμενα όμως χρόνια είχαμε να κάνουμε με τη γυναίκα του Χαχά, μια Ινδιάνα με δέρμα σκούρο στο χρώμα του ιώδιου, μαλλιά σαν θαμπωμένο μπρούτζο· έμοιαζε κατάκοπη. Δεν έχουμε ποτέ δει τον σύζυγό της, αν και έχουμε ακούσει ότι κι αυτός είναι Ινδιάνος. Γίγαντας είναι με ουλές από ξυράφι στα μάγουλά του. Τον λένε Χαχά γιατί είναι σκυθρωπός, ένας άνθρωπός που δεν ξέρει από γέλιο. Καθώς πλησιάζουμε τον καφενέ (μια μεγάλη ξύλινη καλύβα, διακοσμημένη με φανταχτερούς γλόμπους μέσα έξω, που στέκει στη λασπερή όχθη του ποταμού κάτω από τον ίσκιο δέντρων με βρύα να σέρνονται μέσα απ’ τα κλαδιά σαν γκρίζα ομίχλη) το βήμα μας επιβραδύνει. Ακόμα και η Κουίνι σταματά να χοροπηδά και τώρα βαδίζει πολύ κοντά μας. Έχουν γίνει σκοτωμοί στον καφενέ του Χαχά. Άνθρωποι έχουν κοπεί σε κομματάκια. Τους έχουν βαρέσει στο κεφάλι. Μια τέτοια υπόθεση εκδικάζεται τον ερχόμενο μήνα. Αυτά φυσικά γίνονται νύχτα, όταν τα χρωματιστά φωτάκια ρίχνουν τρελά μοτίβα παντού και ο φωνόγραφος θρηνεί. Τη μέρα το μαγαζί του Χαχά μοιάζει άθλιο και ερημωμένο. Χτυπάω την πόρτα, η Κουίνι γαυγίζει, η φίλη μου φωνάζει: «Κυρία Χαχά, καλέ κυρά; Είναι κανείς μέσα;»

Βήματα ακούγονται. Η πόρτα ανοίγει. Η καρδιά μας πάει να σπάσει. Είναι ο κύριος Χαχά αυτοπροσώπως! Κι είναι πραγματικός γίγαντας· με ουλές στο πρόσωπο· και δεν χαμογελά. Όχι. Αγριοκοιτώντας μας μέσα απ’ τα μισόκλειστα σατανικά μάτια του, απαιτεί να μάθει: «Τι δουλειά έχετε με τον Χαχά;»

Για μια στιγμή παραλύουμε, μας κόβεται η μιλιά. Τελικά η φίλη μου βρίσκει κάπως τη φωνή της, μια φωνή που μόλις ακούγεται. «Αν έχετε την καλοσύνη, κύριε Χαχά, θα θέλαμε ένα τέταρτο απ’ το καλύτερο ουίσκι σας».

Τα μάτια του μισοκλείνουν ακόμα περισσότερο. Και, το πιστεύετε; Ο Χαχά χαμογελάει! Γελάει, ναι, γελάει. «Ποιος από τους δυο σας είναι ο μπεκρής;»

«Το θέλουμε για σταφιδόψωμα, κύριε Χαχά. Ζαχαροπλαστική».

Τώρα σοβαρεύεται. Τα φρύδια του σμίγουν. «Χαράμι το καλό ουίσκι!» Ωστόσο αποσύρεται στον μισοσκότεινο καφενέ και δεν αργεί να ξαναεμφανιστεί με ένα μπουκάλι χωρίς ετικέτα που μέσα περιέχει ένα υγρό στο κίτρινο της μαργαρίτας. Επιδεικνύοντας τα λαμπυρίσματά του στις ακτίνες του ήλιου, λέει: «Δυο δολάρια».

Τον πληρώνουμε με πεντάρες και δεκάρες. Ξάφνου, εκεί που κουδουνίζει τα κέρματα στη χούφτα του, το πρόσωπό του ημερεύει. «Λοιπόν, ακούστε τι θα γίνει», λέει ξαναρίχνοντας τα κέρματα στο χάντρινο πουγκί μας. «Στείλτε μου ένα σταφιδόψωμο και είμαστε ντάξει».

«Μα, τι υπέροχος άνθρωπος!» λέει η φίλη μου καθώς επιστρέφουμε σπίτι. «Να βάλουμε ένα φλιτζάνι σταφίδες παραπάνω στο δικό του γλύκισμα».

Η μαύρη ξυλόσομπα, καργαρισμένη κάρβουνα και καυσόξυλα, αστράφτει σαν κολοκύθα ολόφωτη. Αυγοδάρτες στροβιλίζονται, κουτάλια περιστρέφονται γύρω από γαβάθες με βούτυρο και ζάχαρη, βανίλια γλυκαίνει τον αέρα, πιπερόριζα αναδύει μια αψάδα· η κουζίνα γεμίζει γαργαλιστικές ευωδιές από υλικά που λιώνουν, απλώνονται σ’ όλο το σπίτι, βγαίνουν και πλανιόνται έξω στον κόσμο με τα ξεφυσήματα της καμινάδας. Σε τέσσερις ημέρες η δουλειά μας έχει τελειώσει. Τριάντα ένα σταφιδόψωμα, μουσκεμένα στο ουίσκι, λιάζονται σε πρεβάζια και ράφια.

Για ποιους είναι;

Για φίλους. Όχι απαραίτητα για γείτονες φίλους· για την ακρίβεια, τα περισσότερα προορίζονται για ανθρώπους που έχουμε δει μόλις μια φορά, κι ίσως ούτε καν μία. Για ανθρώπους που μας έχουν εντυπωσιάσει. Όπως ο πρόεδρος Ρούσβελτ, για παράδειγμα. Όπως ο αιδεσιμότατος και η κυρία Τζ. Σ. Λούσεϊ, Βαπτιστές ιεραπόστολοι στο Βόρνεο που έδωσαν κάποιες διαλέξεις εδώ πέρσι τον χειμώνα. Ή ο μικρούλης ο τροχιστής μαχαιριών που περνάει από την πόλη δυο φορές τον χρόνο. Ή ο Άμπνερ Πάκερ, ο οδηγός του λεωφορείου των έξι από το Μομπάιλ της Αλαμπάμα, που μας χαιρετά από μακριά καθημερινά περνώντας μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Ή οι νεαροί Ουίστον, ένα ζευγάρι από την Καλιφόρνια, που ένα απόγευμα χάλασε το αυτοκίνητό τους έξω από το σπίτι μας και περάσαμε μια ευχάριστη ώρα κουβεντιάζοντας μαζί τους στη μπροστινή βεράντα (ο νεαρός κύριος Ουίστον μας τράβηξε φωτογραφία, τη μοναδική που μας έχουνε τραβήξει). Μήπως άραγε επειδή η φίλη μου είναι συνεσταλμένη με τους πάντες, εκτός από τους αγνώστους, που αυτοί οι άγνωστοι, οι σύντομες γνωριμίες, μας φαίνονται φίλοι αληθινοί; Νομίζω πως ναι. Είναι επίσης ότι τα λευκώματα που κρατάμε με ευχαριστίες σε χαρτί του Λευκού Οίκου, οι σποραδικές επικοινωνίες από την Καλιφόρνια και το Βόρνεο, οι φτηνές κάρτες του τροχιστή μαχαιριών, μας συνδέουν με κόσμους γεμάτους γεγονότα πέρα από την κουζίνα μας, όπου η θέα τ’ ουρανού κάπου τερματίζει.

Τώρα, ένα γυμνό κλαδί συκιάς ξύνει το παράθυρο. Η κουζίνα είναι άδεια, τα σταφιδόψωμα έφυγαν. Χθες πακετάραμε τα τελευταία για το ταχυδρομείο, κι η αγορά των γραμματοσήμων άδειασε τελείως το πουγκί μας. Είμαστε πανί με πανί. Στεναχωριέμαι γι’ αυτό, η φίλη μου όμως επιμένει να γιορτάζει – με δυο δάκτυλα ουίσκι που απέμειναν στο μπουκάλι του Χαχά.

 

Η Κουίνι γλείφει μια κουταλιά σε ένα φλυτζάνι με καφέ (της αρέσει ο καφές της αρωματικός και δυνατός). Το υπόλοιπο το μοιραζόμαστε μεταξύ μας σε μπολάκια μαρμελάδας. Έχουμε και οι δυο ενθουσιαστεί με την προοπτική ότι θα πιούμε σκέτο ουίσκι. Μορφάζουμε, ανατριχιάζουμε, ριγούμε με τη γεύση. Τελικά όμως το ρίχνουμε στο τραγούδι, οι δυο μας τραγουδάμε ταυτόχρονα διαφορετικά τραγούδια. Εγώ δεν ξέρω τα λόγια του τραγουδιού που λέω, μόνο:  Come on along, come on along, to the dark-town strutters’ ball[1]. Μπορώ όμως να χορέψω, γι’ αυτό είναι το τραγούδι, ένας χορευτής με κλακέτες στο σινεμά. Η χορευτική σκιά μου παιχνιδίζει στους τοίχους. Οι φωνές μας τραντάζουν τις πορσελάνες. Χαχανίζουμε· λες και αόρατα χέρια μας γαργαλούν. Η Κουίνι πέφτει ανάσκελα, τα πατουσάκια της σκάβουν τον αέρα, κάτι σαν πλατύ χαμόγελο τσιτώνει τα μαύρα χείλια της. Νιώθω μέσα μου ζεστός και σπινθηροβόλος σαν τα κούτσουρα που σιγοκαίγονται, ανέμελος σαν τον άνεμο στην καμινάδα. Η φίλη μου χορεύει βαλς γύρω από την ξυλόσομπα, ανάμεσα στα δάκτυλά της μαγκωμένος ο ποδόγυρος της φτωχικής βαμβακερής φούστας της, λες κι είναι φόρεμα χορού. Show me the way to go home, τραγουδάει και τ’ αθλητικά παπούτσια της τρίζουν στο πάτωμα. Show me the way to go home[2]

Μπαίνουν δυο συγγενείς. Έξω φρενών. Τα μάτια τους αστράφτουν επικριτικά, οι γλώσσες τους τσακίζουν. Άκου τι έχουν να πουν, τα λόγια τους κατρακυλούν σ’ ένα έξαλλο σκοπό: «Επτά χρονών παιδί! Και να μυρίζει ουίσκι η ανάσα του! Δεν μου λες, τρελάθηκες; Μεθάς επτά χρονών παιδί; Το ‘χασες τελείως; Ο δρόμος του ολέθρου! Θυμάσαι την ξαδέρφη Κέιτ; Τον θείο Τσάρλι; Τον γαμπρό του θείου Τσάρλι; Αχ, τι ντροπή! Τι σκάνδαλο! Τι ρεζιλίκι! Πέσε στα γόνατα, προσευχήσου, μετανόησε, ζήτα έλεος από τον Κύριο!»

Η Κουίνι χώνεται κάτω από την ξυλόσομπα. Η φίλη μου καρφώνει τα μάτια στα παπούτσια της, το σαγόνι της τρέμει. Σηκώνει τη φούστα της και φυσάει τη μύτη και τρέχει να χωθεί στην κάμαρή της. Ώρες μετά, όταν η πόλη κοιμάται και στο σπίτι απλώνεται σιωπή, τίποτα δεν ακούγεται εκτός από τον χτύπο των ρολογιών και το τρίξιμο της φωτιάς που σβήνει, εκείνη κλαίει σ’ ένα μαξιλάρι καταμουσκεμένο σαν της χήρας το μαντήλι.

«Μην κλαις», της λέω καθισμένος στα πόδια του κρεβατιού της, τουρτουρίζοντας αν και φοράω τη φανελένια μου πιτζάμα που μυρίζει ακόμα το περσινό σιρόπι για τον βήχα. «Μην κλαις», την ικετεύω, χαϊδεύοντας τα δάκτυλα των ποδιών της, γαργαλώντας τις πατούσες της, «είσαι πολύ μεγάλη για να κλαις».

«Μα γι’ αυτό κλαίω», λέει εκείνη και την έχει πιάσει λόξιγκας, «γιατί είμαι πολύ μεγάλη. Είμαι μια γριά παράξενη».

«Δεν είσαι παράξενη. Είσαι υπέροχη, διασκεδαστική. Πιο διασκεδαστική απ’ όλους. Λοιπόν. Αν δεν πάψεις να κλαις θα ‘σαι τόσο κουρασμένη αύριο που δεν θα μπορούμε να βγούμε για να κόψουμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο».

Εκείνη ισιώνει τη ράχη. Η Κουίνι σαλτάρει πάνω στο κρεβάτι (όπου συνήθως δεν της επιτρέπεται) για να της γλείψει τα μάγουλα. «Ξέρω πού θα βρούμε πολύ ωραία δέντρα, Μπάντι. Και λιόπρινα. Και βατόμουρα μεγάλα σαν τα μάτια σου. Πέρα, βαθιά μες στο δάσος. Ποτέ δεν έχουμε πάει τόσο βαθιά. Από ‘κει έφερνε ο μπαμπάς μας το χριστουγεννιάτικο δέντρο· το κουβάλαγε στον ώμο του. Πάνε πενήντα χρόνια από τότε. Καλά, δεν κρατιέμαι να ’ρθει το πρωί!»

Είναι πρωί. Παγωμένη πάχνη στραφταλίζει πάνω στο χορτάρι. Ο ήλιος, στρογγυλός σαν πορτοκάλι και πορτοκαλί σαν καλοκαιρινό φεγγάρι, ισορροπεί στον ορίζοντα, περνάει ένα ασημένιο λούστρο το χειμωνιάτικο δάσος. Ένας αγριόγαλος κρώζει. Μες στους θάμνους γρυλίζει ένα αγριογούρουνο. Σε λίγο, στην όχθη, εκεί που το νερό βαθαίνει και κυλάει ορμητικά, θ’ αφήσουμε το καρότσι μας στην άκρη. Η Κουίνι βουτάει πρώτη στο νερό, πλατσουρίζει γαυγίζοντας γκρινιάρικα για την ορμή του ρεύματος, γιατί το νερό είναι μπούζι. Εμείς ακολουθούμε κρατώντας πάνω από το κεφάλι μας τα παπούτσια και τα εξαρτήματά μας (ένα μικρό τσεκούρι, ένα σακί από λινάτσα). Ένα μίλι ακόμα · κοφτερά αγκάθια, κολλιτσίδες και βάτα γαντζώνονται στα ρούχα μας· ξερά φρύγανα, λαμπερά βρύα και πούπουλα που πέφτουν απ’ τα πουλιά όταν αλλάζουν φτέρωμα. Ένα πετάρισμα, μια αναλαμπή, ένα διαπεραστικό εκστατικό τιτίβισμα ‘δω και ‘κει μας θυμίζουν ότι δεν έχουν φύγει όλα τα πουλιά για τον νότο. Ένα μονοπάτι ξετυλίγεται πάντα ανάμεσα στις αχνοκίτρινες κηλίδες του ήλιου και τα θεοσκότεινα λαγούμια κάτω από τις περικοκλάδες. Ακόμα ένα ρυάκι που πρέπει να διασχίσουμε. Μια ενοχλημένη αρμάδα πιτσιλωτές πέστροφες κάνει φυσαλίδες στο νερό γύρω μας, βατράχια στο μέγεθος πιάτου προπονούνται σε σάλτους με την κοιλιά. Εργατικοί κάστορες κατασκευάζουν ένα φράγμα. Στην απέναντι όχθη, η Κουίνι τινάζει τρέμοντας το τρίχωμά της. Αλλά κι η φίλη μου ριγεί. Όχι όμως από το κρύο, αλλά από ενθουσιασμό. Ένα κουρελιασμένο τριαντάφυλλο απ’ το καπέλο της ρίχνει ένα πέταλο καθώς εκείνη ανασηκώνει το κεφάλι γεμίζοντας τα πνευμόνια της αέρα με την ευωδιά των κωνοφόρων. «Φτάνουμε. Σου ‘ρχεται η μοσχοβολιά, Μπάντι;» ρωτάει λες και πλησιάζουμε τον ωκεανό.

Και αλήθεια, με ωκεανό μοιάζει. Ευωδιαστές εκτάσεις γεμάτες έλατα κι αγκαθωτά λιόπρινα. Βαθυκόκκινα βατόμουρα τρεμολάμπουν σαν κινέζικα κουδουνάκια· μαύροι κόρακες κάνουν βουτιές από πάνω τους κρώζοντας. Αφού γεμίζουμε τους σάκους μας με τόσα πράσινα και πορφυρά κλαριά που θα μας έφταναν για καμιά ντουζίνα παράθυρα, πάμε να βρούμε το δέντρο. «Πρέπει να ‘ναι δυο φορές ψηλότερο απ’ ένα αγόρι», λέει στοχαστικά η φίλη μου. Για να μην μπορεί τ’ αγόρι να κλέψει το αστέρι». Αυτό που διαλέγουμε τελικά έχει διπλάσιο ύψος από μένα. Ένα πανέμορφο, ρωμαλέο δημιούργημα της άγριας φύσης που αντιστέκεται σε τριάντα τσεκουριές πριν γονατίσει με μια κραυγή, ένα ηχηρό τρίξιμο καθώς σχίζεται. Σέρνοντάς το σαν να ‘ναι θήραμα παίρνουμε τον δρόμο του γυρισμού. Κάθε τόσο εγκαταλείπουμε για λίγο τον αγώνα για να ξαποστάσουμε λαχανιασμένοι. Ωστόσο έχουμε τη δύναμη νικηφόρων κυνηγών. Κι αυτό, μαζί με την εύρωστη, παγερή ευωδιά του δέντρου, μας αναζωογονεί, μας δίνει ώθηση, μας τονώνει. Πολλοί έπαινοι συνοδεύουν την επιστροφή μας στην πόλη με τη δύση του ήλιου από τον δρόμο με το κοκκινόχωμα. Η φίλη μου όμως είναι επιφυλακτική με τους περαστικούς που θαυμάζουν το τρόπαιο που ‘χουμε φορτωμένο στο καρότσι μας. Τι θαυμάσιο δέντρο, από πού το πήρατε; «Από ‘κει πέρα», μουρμουρίζει αόριστα. Σε μια στιγμή ένα αυτοκίνητο σταματάει, κι η ράθυμη γυναίκα ενός πλούσιου εργοστασιάρχη σκύβει απ’ το παράθυρο και λέει χαδιάρικα, «Δυο κέρματα στο χέρι για το δέντρο». Η φίλη μου φοβάται συνήθως να αρνηθεί. Τούτη όμως τη φορά κουνάει αμέσως αρνητικά το κεφάλι. «Ούτε μ’ ένα δολάριο». Η γυναίκα του εργοστασιάρχη επιμένει. «Σιγά μη σου δώσω δολάριο! Πενήντα λεπτά. Τελευταία προσφορά. Έλα κυρά μου, θα πας να πάρεις άλλο». Αλλά η απάντηση της φίλης μου είναι, «Πολύ αμφιβάλλω. Δυο πράγματα ίδια δεν υπάρχουν».

 

Στο σπίτι τώρα. Η Κουίνι αράζει μπροστά στη φωτιά και κοιμάται ως το πρωί ροχαλίζοντας δυνατά σαν να ‘ναι άνθρωπος.

Ένα κιβώτιο στη σοφίτα περιέχει: ένα κουτί παπουτσιών γεμάτο με ουρές ερμίνας (από την κάπα για την όπερα μιας εκκεντρικής κυρίας που κάποτε νοίκιαζε ένα δωμάτιο στο σπίτι), στραπατσαρισμένες κουλουριασμένες γιρλάντες που απ’ τον καιρό έχουν πάρει χρώμα χρυσαφί, ένα ασημένιο αστέρι, μια κοντή σειρά παμπάλαια και σίγουρα επικίνδυνα λαμπάκια σε σχήμα κεριού. Θαυμάσιες διακοσμήσεις είναι, που καθόλου θαυμάσιες δεν είναι. Η φίλη μου θέλει το δέντρο μας ολόλαμπρο «σαν παράθυρο βιτρό καθεδρικού ναού», να γέρνει κάτω από το χιόνι έξοχων στολιδιών. Αλλά δεν υπάρχουν χρήματα για τα γιαπωνέζικα μεγαλεία «πέντε τη δεκάρα».

 

Έτσι κάνουμε ό,τι κάνουμε πάντα: στρωνόμαστε επί μέρες στο τραπέζι της κουζίνας με ψαλίδια και κραγιόνια και στοίβες χρωματιστό χαρτί γλασέ. Εγώ φτιάχνω τα σχέδια και η φίλη μου κόβει. Μπόλικες γάτες, αλλά και ψάρια (γιατί ζωγραφίζονται εύκολα), μήλα και καρπούζια, φτερωτά αγγελάκια φτιαγμένα από αλουμινόχαρτο που κρατάμε από σοκολάτες. Στερεώνουμε τις δημιουργίες μας με καρφίτσες στο δέντρο. Και η τελευταία πινελιά: πασπαλίζουμε τα κλαδιά με κομμάτια βαμβάκι (μαζεμένο από τον Αύγουστο γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό). Επιθεωρώντας το αποτέλεσμα η φίλη μου χτυπάει παλαμάκια. «Ε πες μου τώρα, Μπάντι! Δεν σου ‘ρχεται να το φας τόσο όμορφο που είναι!» Και πάνω στην ώρα, η Κουίνι πάει να μασουλήσει ένα αγγελούδι.

Αφού πλέξουμε στεφάνια από λιόπρινα και τα στολίσουμε με κορδέλες σε όλα τα μπροστινά παράθυρα, καταπιανόμαστε με τον επόμενο στόχο: τα δώρα της οικογένειας. Μπατίκ φουλάρια για τις κυρίες, και για τους κυρίους σπιτικά σκευάσματα με λεμόνι και γλυκόριζα και σιρόπι ασπιρίνης για «τα πρώτα συμπτώματα κρυολογήματος μετά το κυνήγι». Αλλά, όταν έρχεται η ώρα των μεταξύ μας δώρων, η φίλη μου και εγώ δουλεύουμε κρυφά, ξεχωριστά. Θα ‘θελα να της αγοράσω ένα μαχαίρι με σεντεφένια λαβή, ένα ραδιόφωνο, ένα σωρό σοκολάτες με γέμιση κεράσι (κάποτε δοκιμάσαμε μια τέτοια σοκολάτα, και από τότε εκείνη λέει: «Μπορώ να τρώω σοκολάτες μόνο, σ’ τ’ ορκίζομαι, Μπάντι, αχ Θεέ μου ναι! Και δεν επικαλούμαι επί ματαίω τ’ όνομά του»). Αντί γι’ αυτά όμως της φτιάχνω ένα χαρταετό. Εκείνη ήθελε να μου δωρίσει ένα ποδήλατο (τόσες φορές το ‘χει πει: «Αχ και τι δεν θα ‘δινα να μπορούσα, Μπάντι. Δεν είναι μόνο ότι δεν μπορείς να ‘χεις αυτά που εσύ θέλεις στη ζωή. Κείνο που με τσακίζει περισσότερο, να πάρει, είναι που δεν μπορείς να δώσεις σε κάποιον άλλον αυτό που θέλεις να του δώσεις. Θα δεις όμως, εγώ θα τα καταφέρω, Μπάντι. Θα βρω το ποδήλατό σου. Μη με ρωτάς πώς. Θα το κλέψω ίσως»). Αντί γι’ αυτό, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι κι αυτή μου φτιάχνει χαρταετό· όπως άλλωστε και πέρσι και πρόπερσι. Όχι, πρόπερσι ανταλλάξαμε σφεντόνες. Πάντως εμένα καθόλου δεν με νοιάζει. Γιατί είμαστε άσσοι στο πέταγμα του χαρταετού και ξέρουμε τον άνεμο σαν  ναυτικοί. Η φίλη μου, πιο προχωρημένη από μένα, μπορεί να πετάξει χαρταετό ακόμα κι όταν δεν κουνιέται φύλλο.

Το απόγευμα της παραμονής Χριστουγέννων οι δυο μας ξετρυπώνουμε μια πεντάρα και πάμε στον χασάπη για να αγοράσουμε, όπως κάθε χρόνο, το παραδοσιακό δώρο της Κουίνι· ένα μεγάλο, τραγανιστό μοσχαρίσιο κόκαλο. Το τυλίγουμε σε ένα χαρούμενο χαρτί και το τοποθετούμε ψηλά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο κοντά στο ασημένιο αστέρι. Η Κουίνι ξέρει ότι είναι εκεί. Κάθεται στα πίσω της πόδια στη βάση του δέντρου με τα μάτια καρφωμένα πάνω του σαν υπνωτισμένη. Όταν έρχεται η ώρα του ύπνου δεν το κουνάει ρούπι. Ο ενθουσιασμός της δεν είναι μικρότερος από τον δικό μου. Κλωτσάω τα στρωσίδια και αναποδογυρίζω το μαξιλάρι λες κι είναι καλοκαίρι και σκάω από τη ζέστη. Κάπου μακριά ακούγεται το λάλημα ενός πετεινού· λάθος κάνει, αφού ο ήλιος βρίσκεται ακόμα στην άλλη πλευρά του ημισφαίριου.

«Είσαι ξύπνιος, Μπάντι!» Είναι η φίλη μου που φωνάζει από την καμάρά της, που είναι δίπλα στη δική μου. Την επόμενη κιόλας στιγμή κάθεται στο κρεβάτι μου κρατώντας ένα κερί. «Δεν μου κολλάει ύπνος», δηλώνει. «Το μυαλό μου πηδάει ‘δω και ‘κει σα λαγός. Μπάντι, λες η κυρία Ρούσβελτ να σερβίρει το σταφιδόψωμό μας στο δείπνο;» Κουλουριαζόμαστε αγκαλιά στο κρεβάτι και εκείνη μου σφίγγει το χέρι με αγάπη. «Το χέρι σου ήταν πολύ μικρότερο, μου φαίνεται. Αχ, δεν μ’ αρέσει να σε βλέπω να μεγαλώνεις. Θα ‘μαστε ακόμα φίλοι όταν μεγαλώσεις;» «Πάντα», της απαντώ. «Νιώθω απαίσια, Μπάντι. Δεν ξέρεις πόσο ήθελα να σου πάρω ποδήλατο. Προσπάθησα να πουλήσω την καμεό καρφίτσα που μου ‘χε δώσει ο μπαμπάς. Μπάντι…» κομπιάζει αμήχανα, «…πάλι χαρταετό σου ‘φτιαξα». Τότε της εξομολογούμαι πως και ‘γω το ίδιο της έφτιαξα· και βάζουμε τα γέλια. Το κερί έχει λιώσει, δεν κρατιέται πια. Σβήνει αποκαλύπτοντας το φως των αστεριών, τ’ αστέρια στροβιλίζονται στο παράθυρο σαν να μας ψάλλουν τα κάλαντα που, σιγά σιγά καθώς χαράζει, σωπαίνουν. Μισοκοιμόμαστε μάλλον. Αλλά με το πρώτο φως θα ‘λεγες πως ρίξαν πάνω μας παγωμένο νερό. Τιναζόμαστε όρθιοι, με μάτια ορθάνοιχτα κι αδημονούμε, αναρωτιόμαστε καθώς περιμένουμε τους άλλους να ξυπνήσουν. Η φίλη μου ρίχνει επίτηδες ένα κατσαρόλι στο πάτωμα της κουζίνας. Εγώ χορεύω κλακέτες μπροστά στις κλειστές πόρτες. Κάποιος εμφανίζεται με ύφος δολοφονικό, σαν να θέλει να μας σκοτώσει και τους δυο. Είναι όμως Χριστούγεννα και δεν κάνει. Πρώτα, ένα υπέροχο πρόγευμα· ό,τι λιχουδιά βάζει ο νους –τηγανίτες και τηγανητός σκίουρος, πόριτζ καλαμποκιού και μέλι με την κηρήθρα του. Όλοι χαίρονται τις νοστιμιές εκτός από τη φίλη μου και ‘μένα. Είναι τέτοια η  ανυπομονησία μας για τα δώρα μας που δεν κατεβαίνει μπουκιά.

Ε λοιπόν εγώ απογοητεύομαι. Και ποιος δεν θ’ απογοητευόταν στη θέση μου; Κάλτσες, ένα σχολικό πουκάμισο για τις Κυριακές, ένα πουλόβερ από δεύτερο χέρι και συνδρομή ενός χρόνου σε ένα θρησκευτικό περιοδικό για παιδιά. Ο μικρός βοσκός. Βράζω απ’ το κακό μου. Αλήθεια, βράζω.

Η φίλη μου είναι λίγο πιο τυχερή. Μια σακούλα μανταρίνια, αυτό είναι το καλύτερο δώρο της. Εκείνη όμως χαίρεται περισσότερο με ένα λευκό μάλλινο σάλι που έπλεξε γι’ αυτήν η παντρεμένη αδερφή της. Λέει όμως πως το πιο αγαπημένο δώρο είναι ο χαρταετός που της έφτιαξα. Και αλήθεια είναι πανέμορφος. Αν και αυτός που μου έφτιαξε εκείνη είναι ακόμα περισσότερο· γαλάζιος με χρυσά και πράσινα αστέρια σκόρπια πάνω του. Μάλιστα έχει ζωγραφισμένο και το όνομά μου, «Μπάντι».

«Μπάντι, φυσάει αέρας».

 

Φυσάει αέρας, και πρέπει πρώτα να τρέξουμε σ’ ένα βοσκοτόπι κάτω απ’ το σπίτι όπου η Κουίνι πήγε να θάψει το κόκαλό της (κι όπου, τον επόμενο χειμώνα, θάφτηκε και η ίδια η Κουίνι). Εκεί, βυθισμένοι ως τη μέση στα ψηλά χορτάρια, αμολάμε τους χαρταετούς μας νιώθοντας το τίναγμα τους στην καλούμπα σαν κάποιο ουράνιο ψάρι που κολυμπάει στον άνεμο. Ικανοποιημένοι, ζεσταμένοι απ’ τον ήλιο, ξαπλώνουμε στο χορτάρι και, ξεφλουδίζοντας τα μανταρίνια, κοιτάμε τους χαρταετούς μας να μετεωρίζονται χοροπηδώντας. Σε λίγο έχω κιόλας ξεχάσει τις κάλτσες και το μεταχειρισμένο πουλόβερ. Είμαι τόσο ευτυχισμένος, λες και κέρδισα το βραβείο των πενήντα χιλιάδων δολαρίων σ’ εκείνο το διαγωνισμό για την ονομασία του καφέ.

«Αχ τι χαζή που είμαι!» φωνάζει η φίλη μου, και πετιέται όρθια πάνω, σαν τη νοικοκυρά που θυμήθηκε ξάφνου ότι έχει μπισκότα στον φούρνο. «Ξέρεις τι σκεφτόμουνα πάντα;» με ρωτάει λες κι έχει ανακαλύψει κάτι, ενώ χαμογελά, όχι σε μένα, αλλά κάπου πέρα μακριά. «Πάντα έλεγα ότι ένα σώμα πρέπει να ‘ναι άρρωστο, να πεθαίνει πριν δει τον Κύριο. Και φανταζόμουνα πως όταν έρθει Εκείνος θα ‘ναι σαν να βλέπω παράθυρο βιτρό καθεδρικού ναού. Πανέμορφο σαν χρωματιστό γυαλί με τις ακτίνες του ήλιου να περνάνε από μέσα, τέτοια λάμψη που δεν καταλαβαίνεις ότι σκοτεινιάζει. Κι είναι ανακουφιστικό· να σκέφτεσαι ότι η λάμψη αυτή διώχνει το αίσθημα του τρόμου. Στοίχημα όμως ότι αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Στοίχημα ότι στο τέλος το σώμα συνειδητοποιεί πως ο Κύριος έχει κάνει κιόλας την εμφάνισή του. Ότι τα πράγματα όπως είναι», το χέρι της κάνει μια κυκλική κίνηση που μαζεύει σύννεφα και χαρταετούς και χορτάρι και την Κουίνι που ρίχνει χώμα πάνω στο κόκαλό της, «είναι ακριβώς όπως τα ‘βλεπες πάντα, όταν έβλεπες Εκείνον. Όσο για μένα, θα μπορούσα να φύγω απ’ τον κόσμο με το σήμερα στα μάτια μου».

Είναι τα τελευταία Χριστούγεννα που περνάμε μαζί.

Η ζωή μας χωρίζει. Εκείνοι που ξέρουν το καλό μου αποφασίζουν να πάω σε στρατιωτική σχολή. Από ‘κει και πέρα ακολουθεί μια σειρά από φυλακές με τον ήχο της σάλπιγγας, και καλοκαιρινές κατασκηνώσεις με ζοφερά εγερτήρια. Επιπλέον, έχω ένα καινούριο σπίτι. Αλλά αυτό δεν μετράει. Σπίτι μου είναι εκεί που βρίσκεται η φίλη μου, και εκεί δεν θα πάω ποτέ ξανά.

Και η φίλη μου παραμένει εκεί με τις δουλειές της στην κουζίνα. Μόνη μαζί με την Κουίνι. Κι έπειτα μόνη. «Μπάντι, καλέ μου», γράφει με τον τρελό, δυσανάγνωστο γραφικό της χαρακτήρα, «χθες τ’ άλογο του Τζιμ Μέισι έδωσε μια γερή κλωτσιά στην Κουίνι. Ας είμαστε ευγνώμονες που δεν ένιωσε πολλά. Την τύλιξα με ένα ωραίο λινό σεντόνι και την πήγα με το καρότσι στο βοσκοτόπι των Σίμσον όπου θα βρει όλα τα κόκαλα που έχει θάψει…»). Μερικοί Νοέμβριοι ακόμα, και η φίλη μου συνεχίζει να ψήνει μόνη της, χωρίς βοήθεια, τα σταφιδόψωμά της· όχι πολλά, αρκετά όμως. Και φυσικά σε μένα στέλνει πάντα «τα καλύτερα». Επίσης, σε κάθε ένα γράμμα εσωκλείει μια δεκάρα τυλιγμένη σε χαρτί τουαλέτας. «Πήγαινε δες μια ταινία και γράψε μου την ιστορία». Σιγά σιγά όμως στα γράμματά της με μπερδεύει με τον άλλο φίλο της, τον Μπάντι που πέθανε στα 1880. Όλο και περισσότερο οι 13 του μήνα δεν είναι οι μόνες μέρες που μένει στο κρεβάτι. Κι ένα πρωινό του Νοέμβρη, ο ερχομός ενός γυμνού χειμώνα, χωρίς τιτιβίσματα πουλιών, βρίσκει εκείνη να μην μπορεί να σηκωθεί και να ξεφωνίσει, «Αχ τι καλά, καιρός για σταφιδόψωμα!»

Κι όταν συμβαίνει αυτό, εγώ το ξέρω. Το μήνυμα που μου το αναγγέλλει επιβεβαιώνει απλώς μια είδηση που κάποια μυστική φλέβα έχει ήδη λάβει, αποκόβοντας έτσι από πάνω μου ένα αναντικατάστατο κομμάτι του εαυτού μου, αφήνοντάς το να χαθεί σαν χαρταετός με κομμένη καλούμπα. Και αυτός είναι ο λόγος που, περπατώντας στην πανεπιστημιούπολη εκείνο το πρωινό του Δεκέμβρη, ψάχνω διαρκώς στον ουρανό. Περιμένω να δω θαρρείς, σαν καρδιές ίσως, δύο χαμένους χαρταετούς ν’ ανεβαίνουν βιαστικά στα Ουράνια».

 

 

 

 

Υ. Γ. Το διήγημα έχει μεταφερθεί πολλές φορές στην τηλεόραση, στο θέατρο, στην όπερα. Σημαντικότερη μεταφορά αυτή του 1969 για την τηλεόραση, με την σπουδαία Geraldine Page στον ρόλο της «φίλης» τού Μπάντι, και αφηγητή τον ίδιο τον Truman Capote.
Στο παρακάτω link μπορείτε να ακούσετε την ηχογράφηση του 1959, όπου ο ίδιος ο συγγραφέας διαβάζει ολόκληρο, χωρίς περικοπές, το διήγημά του.

 

 

[1] “Darktown Strutters’ Ball”. Δημοφιλές τραγούδι του Shelton Brooks που κυκλοφόρησε το 1917.  Έκτοτε πολλές διασκευές του έχουν ηχογραφηθεί και θεωρείται κλασικό κομμάτι της τζαζ.
[2] “Show Me the Way to Go Home”. Δημοφιλές τραγούδι του 1925 από το δίδυμο Jimmy Cambell και Reg Connelly που χρησιμοποιούσαν το ψευδώνυμο “Irving King”.

 

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.