Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Νικολέττα – Κατσιδήμα Λάγιου: Γιώργος Κοζίας, «Εξάγγελος», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021

  «Εξάγγελος», προφήτης και στρατιώτης

 

Η ποίηση του Γιώργου Κοζία ηχεί ως παιάνας συναισθηματικής εφόρμησης, έχει κάτι το αφυπνιστικό, το επαναστατικό, που συνδυάζεται με μία ανυποχώρητη εσωτερική πειθαρχία και δέσμευση στο υψηλό και στο ωραίο.

Ο «Εξάγγελος», προφήτης και στρατιώτης, δονείται από την ευθύνη του «καθοράν». Ορθώνεται ως Διγενής στο σύνορο της λογικής με το άλογο, το ομιχλώδες, το σκοτεινό και προειδοποιεί :

          «Σε σας μιλώ, τροπαιοφόρες συνειδήσεις

           Σε σας μιλώ που θυσιάζετε επί των ερειπίων ποτέ να μην ξεχνάτε

           Υπάρχουν πέτρες σαν Ψυχές και πέτρες σαν Αδόλφοι»

Στέκει ασάλευτος στο μάτι ενός εγκόσμιου κυκλώνα, αιώνιος όμως κι άναρχος αυτός, σαν έξω από καθετί εγκόσμιο, κι αυτοσυστήνεται :

«Εγώ ειμί άφρων, έκλυτος, συνουσιαζόμενος

  Πιστός γιος της Βίας και του Πόθου».

Δε διδάσκει με την τετριμμένη έννοια του όρου. Είναι όμως η ποίηση του Κοζία μια ποίηση διδακτική, που υπαγορεύει πρωτίστως τη ρήξη και τη σύγκρουση με κάθε υποκριτική σύμβαση, ως προϋπόθεση ελευθερίας. Ιδιότυπη, μοναδική, συνειδητά απαλλαγμένη από αισθητικές νοθείες και φραστικές υποχωρήσεις, υπάκουη μόνο σε μια βαθύτερη κι υπερκείμενη οργανική ενότητα που συνεχώς αναγεννάται μέσα από συμβολισμούς κι αμφισημίες, μοιάζει με τροφοδότη πλακούντα που πλάθει το αρχετυπικό έμβρυο του εσώτερου «είναι».

Βυθίζεται στη μελέτη των ανθρωπίνων κι αξιοποιώντας μια γλώσσα τολμηρή και γενναία παρατηρεί :

 

«Σκιά όνου έξω από τα τείχη

 η προς τους ανθρώπους αδελφοσύνη!

 

Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών».

Η υποβλητική δύναμη της έκφρασης και η ένταση του νοήματος είναι τα συστατικά της γοητείας που ασκεί η ποίηση του Κοζία. Κάθε στίχος μοιάζει με απόσταγμα αποστάγματος, με κορύφωση προηγηθείσας μάχης, με πυκνό, γεμάτο σφρίγος, επίλογο. Οικεία και απόκοσμη, σαφής και υπαινικτική, οξυδερκής και παιδικά αγνή,  με ύφος πεζοφανές που ψιθυρίζει όμως ένα ανεπαίσθητο τραγούδισμα, ο «Εξάγγελος» μιλά απευθείας στο πρωτογενές κύτταρο της ύπαρξής μας και μας οδηγεί στην αυτεπίγνωση:

«Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη;

 Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου

 με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στην λήθη»

 και με αδυσώπητη ευθύτητα αποκαλύπτει την τραγική ουσία της ζωής που αιμορραγεί αβοήθητη από τις πιο βαθιές ψυχικές μας φλέβες:

«Έρχεται κανείς, βρίσκει μια ζωή έτοιμη

 Δεν έχει παρά να την προβάρει

Στην ούγια γράφει : Δέρμα εκτροφείου».

Για να καταλήξει σε μία συγκλονιστική διαπίστωση στο ποίημα FALCONERIA :  

«Ενθάδε κείται το κορμί που έθρεψε το πάθος».

Διαβάζοντας γευόμαστε ένα είδος συναισθηματικής κάθαρσης, η οποία δεν εκβιάζεται από τον ποιητή αλλά έρχεται ως επακόλουθο της αποδέσμευσης από οποιαδήποτε υποταγή σε κλισέ ποιητικές φόρμες και θέματα. Δουλειά της ποίησης εξάλλου δεν είναι να λύνει υπαρξιακά ή κοινωνικά προβλήματα. Υπακούει μόνο στην εσωτερική ανάγκη μετάγγισης του πνευματικού και ηθικού της βάθους. Υπάρχει χάριν του εαυτού της. Κι αυτός ο ωραίος «εγωισμός» είναι που τελικά δίνει απαντήσεις στον αποδέκτη αφού πυροδοτεί την επιθυμία προσέγγισής της· επιθυμία που σε ορισμένες εξαιρετικές στιγμές της ποιητικής παραγωγής, όπως στον «Εξάγγελο», κορυφώνεται σε διακαή πόθο. Κι είναι αυτός, ο πόθος, που τον κρατά σε συναισθηματική εγρήγορση. Είναι αυτός που τον ευλογεί με την γεύση του μόνιμα ανεκπλήρωτου· εγγύηση της αιώνιας νεότητας του στίχου, που διατρέχει το παρελθόν, το παρόν και θα διαβάζεται ως πάντα επίκαιρος, γιατί είναι ειλικρινά ανθρώπινος, και στο μέλλον.

Ως επίλογο, θα ήθελα να κάνω μια επισήμανση : σημαντικό στοιχείο που προσφέρει μονοπάτια προσέγγισης των ποιημάτων του Γιώργου Κοζία είναι ο τίτλος τους. Ο Καβάφης θεωρούσε πως «ο τίτλος αποτελεί ένα σχόλιον» στο ποίημα. Κι αυτό επιβεβαιώνεται σε κάθε σελίδα της συλλογής. Τίτλοι πρωτότυποι, που λειτουργούν σαν το φυτίλι ανάφλεξης των στίχων που θα ακολουθήσουν : «Μαύρη Επίδαυρος», «Περιοδεύων Θίασος Ντενίσοβα», «Σπασμένο Ρέκβιεμ», «Ο Θησαυρός των αηδονιών»…

Επιβεβαιώνεται πως η αρχή λειτουργεί ως καταλύτης και προδικάζει πολλές φορές το τέλος.

Ο Κοζίας με τον «Εξάγγελο» στέκει στην ψηλότερη ντάπια ενός κάστρου υπό πολιορκία και απευθύνει γενναίο χαιρετισμό :

«Χαίρε πουλαράκι, χαίρε καλπασμέ

  Χαίρε άγριο άτι πολεμικό

 Χαίρε της νιότης κόκκινο ιππικό

 Χαίρε η Ελευθερία στου μέλλοντος τις στέπες».

Κι ο αναγνώστης καλείται να αντιχαιρετήσει κι εν τέλει να αναμετρηθεί μαζί του.     

 

 

 

Η Νικολέττα Κατσιδήμα – Λάγιου είναι  φιλόλογος και ποιήτρια
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.