Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜετάφραση αρχαίας πεζογραφίαςΠρωτοσέλιδο

ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ (σχ. 1) Κύρου Ἀνάβασις (σχ. 2) 4.7 21-26 «Θάλαττα, θάλαττα». Μετάφραση: Γεωργία Παπαδάκη.

(βιβλ. 4. 7  21-26 (Σχ. 3)

 

Και φθάνουν την πέμπτη ημέρα στο όρος που ονομάζεται Θήχης.4 ΄Όταν οι πρώτοι βρέθηκαν πάνω στο βουνό, έβγαλαν μεγάλες κραυγές. Σαν τις άκουσε ο Ξενοφώντας και οι οπισθοφύλακες, νόμισαν ότι άλλοι εχθροί τούς επιτίθονταν από μπροστά· γιατί από πίσω τους ακολουθούσαν οι προερχόμενοι από τη χώρα που είχαν κάψει, και από  αυτούς οι οπισθοφύλακες σκότωσαν μερικούς και άλλους συνέλαβαν στήνοντας ενέδρα και τους πήραν και ασπίδες, περίπου είκοσι, κατασκευασμένες από ακατέργαστα δέρματα δασύτριχων βοδιών. Επειδή όμως οι φωνές και δυνάμωναν και ακούγονταν όλο και πιο κοντά, και οι στρατιώτες που συνέχεια έρχονταν έτρεχαν γρήγορα προς εκείνους που κραύγαζαν ασταμάτητα, και η βοή γινόταν όλο και πιο μεγάλη όσο, φυσικά, περισσότεροι γίνονταν, τότε βέβαια του φάνηκε του Ξενοφώντα ότι κάτι σπουδαιότερο συνέβαινε και, ανεβαίνοντας σε άλογο και παίρνοντας μαζί του τον Λύκιο 5 και τους ιππείς, έσπευδε  να βοηθήσει· και σε λίγο, ακούνε τους στρατιώτες να φωνάζουν «θάλαττα, θάλαττα»6  και να μεταφέρουν οι μεν στους δε, σ’ αυτούς που έρχονταν, την προτροπή να κάνουν γρήγορα. Τότε πλέον έτρεχαν όλοι, και οι οπισθοφύλακες, και τα υποζύγια και τα άλογα τα χτυπούσαν και αυτά να τρέχουν. ΄Όταν έφθασαν όλοι στην κορυφή, τότε πλέον οι στρατιώτες αγκαλιάζονταν μεταξύ τους, και με τους στρατηγούς και με τους λοχαγούς, χύνοντας δάκρυα. Και ξαφνικά, με προτροπή κάποιου ( όποιος ήταν αυτός ), οι στρατιώτες φέρνουν πέτρες και σχηματίζουν έναν ψηλό σωρό. Επάνω εκεί τοποθέτησαν διάφορες προσφορές, όπως πλήθος ακατέργαστων δερμάτων και ράβδους και τις ασπίδες που είχαν αποσπάσει ως λάφυρα, και ο ίδιος ο οδηγός τις έκοβε σε κομμάτια και παρακινούσε και τους άλλους σ’ αυτό.7

  

  1)Για τον Ξενοφώντα βλ. άρθρο μας με θέμα τη φράση «υπό μάλης» (27/2/2021).

2)Το 404 π. Χ. ο βασιλιάς των Περσών Δαρείος Β΄ πέθανε και τον διαδέχθηκε στον θρόνο ο Αρταξέρξης Β΄ ο Μνήμων. Ο αδελφός όμως του Αρταξέρξη, ο Κύρος Γ΄ ο  Νεότερος, ο οποίος ήταν γενικός αρχηγός της Μικράς Ασίας, ζήτησε να τον ανατρέψει και να λάβει αυτός τη βασιλεία. ΄Αρχισε λοιπόν να στρατολογεί ελληνικό μισθοφορικό σώμα και το 401 ξεκίνησε από τις Σάρδεις εναντίον του αδελφού του με μία στρατιωτική δύναμη αποτελούμενη, κατά τον Ξενοφώντα, από 100.000 Ασιάτες και 13.000 ΄Ελληνες μισθοφόρους υπό τον Λακεδαιμόνιο Κλέαρχο. Αυτή είναι η γνωστή Κύρου Ἀνάβασις, από το συναρπαστικό σωζόμενο έργο του Ξενοφώντα, ο οποίος πήρε μέρος στην εκστρατεία του Κύρου ως φίλος ενός από τους ΄Ελληνες  στρατηγούς, του Βοιωτού Προξένου, και αργότερα εξιστόρησε σε επτά βιβλία τη μεγάλη στρατιωτική περιπέτεια των Ελλήνων μισθοφόρων στη Μικρά Ασία. Ο Κύρος πέρασε τη βόρεια Συρία χωρίς αντίσταση και στη μάχη κοντά στο χωριό Κούναξα (νότιο Ιράκ) τον Σεπτέμβριο του 401 οι ΄Ελληνες νίκησαν τους Πέρσες του Αρταξέρξη, αλλά σκοτώθηκε ο Κύρος. Μετά τον θάνατο του Κύρου και τον δόλιο φόνο των Ελλήνων στρατηγών, μεταξύ αυτών και του Προξένου, από τον Τισσαφέρνη, τον σατράπη των Σάρδεων και θανάσιμο εχθρό του Κύρου, οι ΄Ελληνες στρατιώτες, όπως γράφει ο Ξενοφώντας, « περιήλθαν σε αδιέξοδο, αναλογιζόμενοι ότι βρίσκονταν κοντά στην πρωτεύουσα του Πέρση βασιλιά, ότι γύρω τους υπήρχαν παντού έθνη και πόλεις εχθρικές, ότι κανείς δεν θα τους προμήθευε τρόφιμα, ότι απείχαν από την Ελλάδα περίπου δέκα χιλιάδες στάδια, ότι δεν είχαν κανέναν οδηγό, ότι υπήρχαν αδιάβατοι ποταμοί που παρεμβάλλονταν στον δρόμο επιστροφής στην πατρίδα, ότι τους είχαν προδώσει και οι βάρβαροι που είχαν συνεκστρατεύσει με τον Κύρο, ότι είχαν εγκαταλειφθεί μόνοι […] και πολλοί πλάγιαζαν όπου τύχαινε ο καθένας χωρίς να μπορούν να κοιμηθούν από λύπη και από τον πόθο των πατρίδων, των γονέων, των γυναικών, των παιδιών τους που πίστευαν ότι ποτέ δεν θα ξαναδούν». Τότε, σε μια σύγκλιση του στρατεύματος εξελέγησαν οι νέοι στρατηγοί και λοχαγοί, μεταξύ αυτών ως στρατηγός και ο Ξενοφώντας που έδειξε μεγάλο θάρρος και εξαιρετικές ηγετικές ικανότητες,  ως αρχιστράτηγος, δε, ο Λακεδαιμόνιος Χειρίσοφος, οι οποίοι έφεραν εις πέρας μία από τις πιο τολμηρές επιχειρήσεις της ιστορίας. Κατόρθωσαν να διασώσουν και να οδηγήσουν τους ΄Ελληνες μισθοφόρους από τον Περσικό κόλπο μέχρι τα νότια παράλια του Ευξείνου Πόντου («κάθοδος των Μυρίων») μετά από μια πολύ μεγάλη πορεία στα βάθη της Ασίας, διασχίζοντας 1.500 χιλιόμετρα άγνωστων και εχθρικών εδαφών πολεμώντας.

3)Οι Μύριοι, όταν πήραν τον δρόμο της επιστροφής, πορεύτηκαν επί τέσσερις μήνες μέσα στον χειμώνα με κατεύθυνση προς Β. Πέρασαν με χίλιους κινδύνους από τη χώρα των άγριων και πολεμικών Καρδούχων (Κουρδιστάν), απέκρουσαν επιθέσεις και άλλων γειτονικών λαών, ανέβηκαν στα πανύψηλα χιονοσκέπαστα βουνά της Αρμενίας και υποχρεώθηκαν να παλέψουν με την παγωνιά και θυελλώδεις ανέμους και να βρεθούν αντιμέτωποι με την πείνα, τις στερήσεις και τις ασθένειες. Τέλος, εξαντλημένοι και με πολλές απώλειες — από τις 13.000 χάθηκαν 4.400 άνδρες —έφθασαν καταχείμωνο, τον Φεβρουάριο του 400, σε μια πόλη που λεγόταν Γυμνιάς (κάποιοι μελετητές την ταυτίζουν με την Ερζερούμ, η πλειονότητα αυτών με την πόλη Bayburt). Εκεί, ο τοπικός άρχοντας τους έδωσε έναν οδηγό με την υπόσχεση ότι θα τους οδηγήσει σε διάστημα πέντε ημερών σε μέρος από το οποίο θα δουν θάλασσα, αρκεί να καίουν και να καταστρέφουν την εχθρική προς αυτόν χώρα μέσα από την οποία θα τους περνούσε ο οδηγός του.

Η συνέχεια στο παράθεμα που ακολουθεί.

4) Πιθανολογείται η ταύτισή του με το βουνό Ζύγανα της περιοχής της Αργυρούπολης στον Πόντο

5) Ο Λύκιος ήταν ο αρχηγός των ιππέων.

6) Η θάλασσα για τους ΄Ελληνες σηματοδοτούσε πάντα την πατρίδα τους. Και κάνοντας ένα άλμα στον χρόνο, μεταφερόμαστε 23 αιώνες μετά, πάλι στη Μικρά Ασία με τον ξεριζωμό του ελληνισμού και με ανάλογες εξοντωτικές πορείες στα ενδότερά της, και πάλι στην ίδια περιοχή του Πόντου, στις νότιες ακτές του, όπου η θάλασσά του έδωσε παρόμοια λυτρωτική χαρά στους  ΄Ελληνες πρόσφυγες. Αντλούμε τη  σχετική πληροφορία από τις θύμησες και την προφορική μαρτυρία μιας Μικρασιάτισσας από το Εσκισεχίρ. Διηγείται στον συνομιλητή της ότι τον Φεβρουάριο του 1920, καθώς πλησίαζε ο ελληνικός στρατός, οι Τούρκοι ανήσυχοι μάζεψαν τους ΄Ελληνες υπηκόους τού Εσκισεχίρ, τους άρπαξαν και τους προώθησαν στo εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Τους οδήγησαν στην ΄Αγκυρα, στη συνέχεια και μετά από ανάβαση μες στα χιόνια ενός μεγάλου βουνού ακόμη πιο ανατολικά, στη Σεβάστεια, όπου συνάντησαν χριστιανούς εξόριστους από διάφορα μέρη, κατόπιν τους έστρεψαν βόρεια, και κάποτε έφθασαν ταλαιπωρημένοι στην ελληνική Ινέπολη (αρχαία Ιωνόπολις) στα παράλια του Πόντου, δυτικά της Σινώπης. Και στο σημείο αυτό η αφηγήτρια σχολιάζει: « Χαρήκαμε, είδαμε θάλασσα, βλέπεις». ( ΄Εξοδος τ. Β., Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών 1982, 2004).

7) Το 2000 ο Βρετανός ερευνητής T. Mitford υποστήριξε ότι εντόπισε το σημείο απ’ όπου οι Μύριοι αντίκρισαν τη θάλασσα. Η θέση αυτή βρίσκεται περίπου 48 χλμ. δυτικά της Τραπεζούντας και είναι ένα μικρό πλάτωμα στο όρος Deveboynu. Εκεί ο Μitford εντόπισε την κυκλική βάση ενός τεράστιου σωρού από πέτρες διαμέτρου 12-13 μ., τον οποίο ταύτισε με τον λιθοσωρό που σήκωσαν οι ΄Ελληνες στρατιώτες.

 

     Η μεγάλη περιπέτεια που άρχισε την επομένη της μάχης στα Κούναξα πήρε τέλος στην Τραπεζούντα όπου μπήκαν οι  Μύριοι ύστερα από λίγες ημέρες. ΄Ηταν η πρώτη ελληνική πόλη (αποικία των Σινωπέων) την οποία συνάντησαν στη μακρά πορεία τους στο εσωτερικό του περσικού κράτους. ΄Εγιναν δεκτοί από τους κατοίκους με φιλικές διαθέσεις και παρέμειναν εκεί έναν μήνα γιορτάζοντας με αγώνες και θυσίες την επιτυχία τους.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.