Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜετάφραση αρχαίας ποίησηςΠρωτοσέλιδο

ΟΜΗΡΟΥ Ιλιάδα Σ 22-35, 316-342 (Ο θρήνος του Αχιλλέα για τον νεκρό Πάτροκλο). Μετάφραση: Γεωργία Παπαδάκη

 Σ 22-35 (σχ. 1)

    Έτσι μίλησε (ο Αντίλοχος), κι εκείνον μαύρο σύννεφο

      πόνου αβάσταχτου τον σκέπασε. Και με τα δυο του χέρια

      παίρνοντας σκόνη μαύρη από καπνιά2 επάνω στο κεφάλι του

      την έριχνε κι ασχήμιζε τ’ όμορφο πρόσωπό του·

      και στο χιτώνα του επάνω τον μοσχομύριστο σαν νέκταρ

      η μαύρη στάχτη ολόγυρά του κάθισε.

      Κι αφού έπεσε καταγής  κι απλώθηκε φαρδύς πλατύς,

      κειτόταν μες στη σκόνη και με τα χέρια του

      τραβώντας τα μαλλιά του τα χαλούσε.

      Κι οι σκλάβες που ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος αρπάξανε,

      με λύπη στην ψυχή τους φωνή μεγάλη σύρανε

      και τρέξαν έξω απ’ της σκηνής τ’ ανοίγματα

      γύρω απ’ τον εμπειροπόλεμο Αχιλλέα,

      και όλες στηθοδέρνονταν και λύθηκαν της καθεμιάς τα μέλη.

      Κι από την άλλη ο Αντίλοχος θρηνούσε δάκρυα χύνοντας

      ενώ τα χέρια τού Αχιλλέα κράταγε ‒ ετούτος βαριαστέναζε

      μέσ’ από την ευγενική καρδιά του ‒ γιατί φοβόταν

      μην και κόψει το λαιμό του με το σίδερο.

 

Σ 316-342 (σχ. 3)

      Ανάμεσά τους του Πηλέα ο γιος ξεκίνησε το γοερό το θρήνο,

      τα ανδροφόνα χέρια του πάνω στου φίλου του τα στήθη βάζοντας,

      και ολοένα βαριαστέναζε όπως λιοντάρι με τη χαίτη μακριά

      σαν του αρπάξει τα μικρά του ελαφοκυνηγός

      κρυφά μέσ’ απ’ το δάσος το πυκνό· κι αυτό πικραίνεται

      που έφτασε αργά και μέσ’ από πολλά περνάει λαγκάδια

      τα ίχνη αναζητώντας του ανθρώπου, εάν μπορέσει κάπου να τον βρει·

      γιατί πολύ μεγάλη οργή το κατακλύζει· έτσι κι αυτός

      βαριαστενάζοντας έλεγε ανάμεσα στους Μυρμιδόνες:

      « Αλίμονο, αλήθεια, λόγια τη μέρα εκείνη μάταια ξεστόμισα,

      όταν εμψύχωνα τον ήρωα Μενοίτιο 4 στ’ αρχοντικό του μέσα·          

      του είπα πως τον ξακουσμένο γιο του πίσω θα φέρω στην Οπούντα,

      αφού το Ίλιο εκπορθήσει και πάρει το μερίδιό του από τα λάφυρα.

      Ωστόσο ο Δίας δεν εκπληρώνει όλες τις σκέψεις των ανθρώπων·

      κι είναι γραφτό κι οι δυο μας την ίδια γη να κοκκινίσουμε

      στην Τροία εδώ πέρα, γιατί μήτε εμένα έχοντας επιστρέψει       

      στην πατρίδα θα με δεχτεί ο γέροντας Πηλέας ο αρματηλάτης

      μηδέ η Θέτιδα η μητέρα μου, αλλά εδώ η γη θα με κρατήσει.5

      Μα τώρα, Πάτροκλε, αφού θα έρθω κάτω από τη γη ύστερ’ από εσένα,

      δεν πρόκειται να σε κηδέψω πριν, πριν, να ’σαι βέβαιος,

      φέρω τα άρματα και το κεφάλι εδώ του ΄Εκτορα,

      του αντρόκαρδου φονιά σου. Και στην πυρά σου μπρος

      θα σφάξω δώδεκα λαμπρά των Τρώων τέκνα

      γιατί από τον σκοτωμό σου μάνιασα.

      Στο μεταξύ, έτσι θε να μου κείτεσαι

      σιμά στα καμπυλόπρυμνα καράβια, και γύρω σου θε να σε κλαίνε

      νύχτα μέρα χύνοντας δάκρυα γυναίκες Τρωαδίτισσες

      και Δαρδανίδες 6 με τους πολύπτυχους σφιχτοζωσμένους πέπλους,  

      γυναίκες που οι ίδιοι εμείς μοχθήσαμε να τις κερδίσουμε,

      ναι, με τη δύναμη και τα μακριά μας δόρατα,

      χαλώντας πολιτείες πλούσιες θνητών ανθρώπων».

 

 

 

 

 

 

1)Στην αρχή της ραψωδίας Σ, ο Αντίλοχος, ο γιος του Νέστορα, φέρνει στον Αχιλλέα την είδηση για τον θάνατο του Πατρόκλου, τη λυσσώδη μάχη  μεταξύ Αχαιών και Τρώων γύρω από τον νεκρό στην προσπάθεια των πρώτων να μεταφέρουν το άψυχο κορμί στα καράβια ( βλ. απόσπασμα από τη ραψωδία Ρ – στ.722-761‒ που μεταφράσαμε για την παρούσα στήλη [26/6/2021] ) και την αρπαγή από τον ΄Εκτορα της υπέροχης πανοπλίας του Αχιλλέα, την οποία ο τελευταίος είχε δώσει στον αγαπημένο του φίλο να τη φορέσει στη μάχη. Στους στίχους που παραθέτουμε ο ποιητής περιγράφει τη συγκλονιστική αντίδραση του Αχιλλέα· ο πρώτος των Αχαιών, ο πιο αντρειωμένος απ’ όλους, ο πιο όμορφος, ο γιος θεάς με την περήφανη ψυχή, μέσα από τον σπαραγμό του μάς δείχνει το ανθρώπινο πρόσωπό του.
2) Το πασπάλισμα του κορμιού ή του κεφαλιού με στάχτη ή χώμα ως ένδειξη πένθους μαρτυρείται και στο απώτερο παρελθόν άλλων λαών και σε πρωτόγονες φυλές.
3) Οι Αχαιοί άρπαξαν τελικά τον νεκρό του Πατρόκλου, τον έφεραν στις σκηνές του στρατοπέδου, τον ξάπλωσαν επάνω σε νεκροκρέβατο και τον μοιρολογούσαν όλη τη νύχτα. Οι στίχοι που ακολουθούν επικεντρώνονται στον Αχιλλέα. Τώρα ο πόνος του γίνεται μίσος για τον εχθρό, πάθος για εκδίκηση.
4) Ο Μενοίτιος ήταν ο πατέρας του Πατρόκλου. Είχε γεννηθεί στη Θεσσαλία, αλλά εγκαταστάθηκε στην Οπούντα της Λοκρίδας. Σύμφωνα με μία μυθολογική παράδοση, όταν ο Πάτροκλος πάνω στο παιχνίδι σκότωσε τον γιο ενός Οπούντιου, ο Μενοίτιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει με την οικογένειά του την Οπούντα και να καταφύγει στη Φθία, στην αυλή του Πηλέα, του πατέρα τού Αχιλλέα. ΄Ετσι, ο Πάτροκλος μεγάλωσε μαζί με τον Αχιλλέα, του οποίου έγινε φίλος και εραστής. Τη δυνατή σχέση που τους συνέδεε ήθελε να αποδώσει ο ζωγράφος του Σωσία ( ο ζωγράφος ο οποίος φιλοτεχνούσε τα αγγεία του κεραμοπλάστη Σωσία) στην περίφημη ερυθρόμορφη κύλικα, όπου απεικονίζει τον Αχιλλέα να περιδένει το τραύμα του Πατρόκλου.
5) Ο Αχιλλέας έχει πριν λίγο μάθει από τη μητέρα του ότι, εάν σκοτώσει τον ΄Εκτορα, θα ακολουθήσει και ο δικός του θάνατος.
6) Η Δαρδανία ήταν περιοχή και πόλη της Τρωάδας, η κτίση της οποίας αποδιδόταν στον γιο του Δία, τον Δάρδανο. Η πόλη αυτή θεωρούνταν αρχαιότερη του Ιλίου και είχε ήδη στους αρχαίους χρόνους εξαφανισθεί, καθώς ο Στράβων αναφέρει ότι στην εποχή του δεν υπήρχαν ούτε τα ερείπιά της. 
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.