You are currently viewing ΟΜΗΡΟΥ Ἰλιάς, Λ 143-162 και Π 155-167 (βλ. υποσημείωση 1) – Μετάφραση: Γεωργία Παπαδάκη  –  Λ 143-162 (βλ. υποσημ. 2)

ΟΜΗΡΟΥ Ἰλιάς, Λ 143-162 και Π 155-167 (βλ. υποσημείωση 1) – Μετάφραση: Γεωργία Παπαδάκη – Λ 143-162 (βλ. υποσημ. 2)

Αυτά τους είπε κι από το άρμα κάτω γκρέμισε τον Πείσανδρο

χτυπώντας τον στο στήθος με το δόρυ· κι αυτός στο χώμα έπεσε ανάσκελα.

Τότε ο Ιππόλοχος από το άρμα πήδηξε, όμως και τούτον κατά γης τον σκότωσε,

τα χέρια κόβοντάς του με το ξίφος και κόβοντας και τον αυχένα του,

και δυνατά τον έσπρωξε σαν πέτρα ολοστρόγγυλη και λεία

ανάμεσα στης συμπλοκής το πλήθος να κυλιέται. Αυτούς μετά τους άφησε·

κι εκείνος, όπου οι περισσότερες οι φάλαγγες χτυπιόντουσαν με βία,

εκεί ευθύς ρίχτηκε τότε με ορμή, μαζί του κι άλλοι Αχαιοί

με τις ωραίες τις περικνημίδες.

Πεζοί αφάνιζαν πεζούς που φεύγαν απ’ ανάγκη,

κι αρματομάχοι σκότωναν με όπλα χάλκινα αρματομάχους

(και από κάτω τους ανέβαινε ο κουρνιαχτός από τον κάμπο,

ο κουρνιαχτός που σήκωναν τα βροντερά τα πόδια των αλόγων).

Κι ο μέγας Αγαμέμνων τον θάνατο συνέχεια σκορπώντας

χυμούσε στο κατόπι των εχθρών δίνοντας στους Αργείους προσταγές.

Πώς όταν καταστρεπτική φωτιά μες σε ρουμάνι θεριεμένο πέσει,

κι ο άνεμος περιδινούμενος εδώ κι εκεί, παντού τη φέρνει,

κι οι θάμνοι τότε σύρριζα κάτω σωριάζονται

απ’ τη μανία χτυπημένοι της φωτιάς,

έτσι από τα χέρια του Ατρείδη Αγαμέμνονα

των Τρώων που ’φευγαν πέφτανε τα κεφάλια,

και άλογα πολλά μακρόλαιμα έσερναν άδεια άρματα με κρότο

μέσ’ από τις κενές γραμμές ανάμεσα στων στρατιωτών τις τάξεις,

τους ηνιόχους τους τους άξιους ποθώντας. Όμως εκείνοι κείτονταν στη γη,

πολύ πιο επιθυμητοί στους γύπες απ’ ό,τι στις γυναίκες τους.

 

Π 155-167 (βλ. υποσημ. 3)

 

Κι ευθύς ο Αχιλλέας, περνώντας από τις σκηνές τους,

τους Μυρμιδόνες όλους  με τ’ άρματά τους όπλισε·

κι εκείνοι, καταπώς λύκοι ωμοφάγοι που δύναμη απερίγραπτη

μες στην καρδιά τους έχουνε και που επάνω στα βουνά

μεγάλο ελάφι κερασφόρο καταβροχθίζουνε σπαράζοντάς το,

και όλων τα σαγόνια γίνονται κατακόκκινα απ’ το αίμα

και τρέχουνε κοπαδιαστά από πηγή βαθιά που σκοτεινό φαντάζει το νερό της

με τις λεπτές τις γλώσσες τους νερό από την επιφάνεια

να ρουφήξουν σκοτερό τα φονικά τα αίματα ξερνώντας,

και μες στα στήθια τους είναι ατρόμητη η καρδιά τους

ενώ βαρύνεται η κοιλιά τους η παραγεμισμένη,

έτσι κι οι ηγεμόνες και οι άρχοντες των Μυρμιδόνων τρέχανε γύρω

απ’ τον γενναίο σύντροφο του γοργοπόδη απόγονου του Αιακού.4

Κι ανάμεσά τους ο φιλοπόλεμος στεκότανε ο Αχιλλέας

τα άρματα παρακινώντας και τους ασπιδοφόρους άντρες τους.  

 

 

 

 

 

1) Τα δύο αυτά αποσπάσματα που παραθέτουμε τα επιλέξαμε ως ένα μικρό χαρακτηριστικό δείγμα τόσο της περιγραφικής δύναμης της ομηρικής γλώσσας, όσο και των περίφημων παρομοιώσεων, των χιλιάδων που συναντούμε στα έπη ‒ είναι τετραπλάσιες στην Ιλιάδα απ’ ό,τι στην Οδύσσεια, επειδή χρειάζονται για να σπάει η μονοτονία από τις σκηνές μάχης. Εμπνευσμένες τις περισσότερες φορές από τη φύση και τις δυνάμεις της, οι θαυμάσιες παρομοιώσεις και οι εξαίρετες εικόνες της φύσης, που στην Ιλιάδα καταγοητεύουν, φωτίζουν ένα πλήθος από επιμέρους στοιχεία και παρέχουν στα γεγονότα και στις μορφές πυκνότητα και χρώμα.
2) Στη ραψωδία Λ περιγράφονται σκηνές μάχης. Στην αρχή της πρωταγωνιστεί ο Αγαμέμνων ο οποίος προφταίνει πάνω στο άρμα τους δύο Τρωαδίτες, τα αδέλφια Πείσανδρο και Ιππόλοχο· τους έχουν ξεφύγει από τα χέρια τα χαλινάρια και πασχίζουν να σταματήσουν τα άλογά τους που τρέχουν ξαφνιασμένα. «Χυμάει πάνω τους σαν λιοντάρι», κι εκείνοι τον παρακαλούν να μην τους σκοτώσει. Όμως αυτός τους μιλά με άσπλαχνα λόγια και ‒η συνέχεια στο παρατιθέμενο απόσπασμα.
3) Οι Τρώες πιέζουν τους Αχαιούς· έχουν διασπάσει το τείχος τους, έχουν φτάσει μπροστά στα πλοία τους και απειλούν να τα κάψουν. Ο Πάτροκλος, μπροστά στον κίνδυνο, παρακαλεί τον Αχιλλέα να τον αφήσει να πολεμήσει. Τότε η οργή και η περηφάνια του τελευταίου κάμπτεται και επιτρέπει στον αγαπημένο του φίλο να οδηγήσει τους Μυρμιδόνες στη μάχη δίνοντάς του να φορέσει τη δική του πανοπλία· συγχρόνως τον συμβουλεύει να μην προχωρήσει πέρα από τα πλοία. Ο Πάτροκλος αρματώνεται, και στο απόσπασμα που ακολουθεί ο ίδιος ο Αχιλλέας επιβλέπει τον εξοπλισμό των Μυρμιδόνων.
4) Ο λόγος για τον Αχιλλέα.

Γεωργία Παπαδάκη

H Γεωργία Παπαδάκη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου υπηρέτησε για δέκα χρόνια ως Βοηθός στον Τομέα Αρχαιολογίας και, παράλληλα, έλαβε μέρος σε διάφορες ανασκαφές. Τα τελευταία χρόνια μελετάει αρχαίους συγγραφείς και μεταφράζει αγαπημένα της κείμενα της ελληνικής γραμματείας. Από το Α΄Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας έχει παρουσιάσει παλαιότερα μια σειρά σχετικών εκπομπών με τον τίτλο « Είτε βραδιάζει είτε φέγγει, μένει λευκό το γιασεμί». ΄Εχουν εκδοθεί εξι βιβλία της: "Aνθολογία αρχαίας ελληνικής ερωτικής ποίησης", "Ο δικός μας Αριστοφάνης",  "Μούσας άγγιγμα", " Αισχύλος. Ο ποιητής του μεγαλοπρεπούς και του τιτανικού", "Σοφοκλής. Η «μέλισσα» του αρχαίου ποιητικού λόγου", "Η γυναίκα και ο γυναικείος λόγος στο έργο του Ευριπίδη".

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.