Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφία

Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι, Ocean Vuong. μτφρ Έφη Φρυδά

Μια νύχτα τότε στη Σαϊγκόν, δύο μέρες μετά την ταφή τῆς Λαν, από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου μας άκουσα τον ήχο μιας σιγανής μουσικής και διαπεραστικές παιδικές φωνίτσες. Ήταν σχεδόν δύο τα χαράματα. Εσύ κοιμόσουν στο διπλανό κρεβάτι. Σηκώθηκα, φόρεσα τα σανδάλια μου και βγήκα έξω. Το ξενοδοχείο ήταν σ’ ένα δρομάκι. Τα μάτια μου προσαρμόζονταν στο φως που σκορπούσαν οι κρεμασμένοι κατά μήκος του τοίχου λαμπτήρες φθορισμού. Τράβηξα προς την κατεύθυνση που ερχόταν η μουσική.

Η νύχτα κατάφωτη μπρος στα μάτια μου. Ξάφνου υπήρχε κόσμος παντού, ένα καλειδοσκόπιο χρωμάτων, ρούχων, άκρων, κοσμήματα και πούλιες που στραφτάλιζαν. Πλανόδιοι πωλητές με φρέσκες ινδικές καρύδες, κομμένα μάνγκο, ρυζόπιτες συμπιεσμένες σε μαστιχωτές μάζες που, τυλιγμένες σε φύλλα μπανάνας, άχνιζαν μέσα σε μεγάλα μεταλλικά καζάνια, χυμός ζαχαροκάλαμου που πουλούσαν μέσα σε σακουλάκια για σάντουιτς κομμένα στις γωνιές∙ ένα αγοράκι κρατούσε ένα απ’ αυτά και πιπιλούσε από το πλαστικό μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αφτιά. Ένας άντρας, με μπράτσα σχεδόν μαύρα από τον ήλιο, καθισμένος ανακούρκουδα στο δρόμο έκοψε στη μέση, με μια επιδέξια κίνηση, ένα ψητό κοτόπουλο πάνω σε μια τάβλα κοπής όχι μεγαλύτερη από το μέγεθος της παλάμης του, και μοίρασε τα γλιστερά κομμάτια σ’ ένα τσούρμο παιδιά που περίμεναν.

Ανάμεσα στα φώτα, κρεμασμένα στη σειρά στα μπαλκόνια από τη μια πλευρά του δρόμου στην άλλη, το μάτι μου πήρε μια αυτοσχέδια εξέδρα. Πάνω της μια ομάδα γυναίκες, πλουμιστά ντυμένες, περιστρέφονταν τραγουδώντας καραόκε∙ τα χέρια τους έγχρωμα λάβαρα στο αεράκι. Οι φωνές τους χάνονταν, κατρακυλούσαν στο δρόμο. Εκεί κοντά μια μικρή τηλεόραση πάνω σ’ ένα άσπρο πλαστικό τραπέζι, έδειχνε τους στίχους ενός βιετναμέζικου τραγουδιού ποπ της δεκαετίας του ’80.

Φτάνει που είσαι Βιετναμέζος.

Πλησίασα με βήμα μετέωρο, ζαλισμένος ακόμη από τον ύπνο. Ήταν λες και η πόλη είχε ξεχάσει τι ώρα ήταν – ή μάλλον λες κι είχε ξεχάσει την ώρα αυτή καθαυτή. Δεν ήταν κάποια γιορτή, απ’ ό,τι ήξερα τουλάχιστον, λόγος εορτασμού δεν υπήρχε. Για την ακρίβεια λίγο πιο πέρα στο δρόμο, εκεί όπου άρχιζε η δημοσιά, τα πάντα ήταν ήσυχα, όπως άρμοζε στην ώρα αυτή. Η αναστάτωση περιοριζόταν σ’ ένα τετράγωνο. Εδώ που τώρα όλοι γελούσαν και τραγουδούσαν. Παιδιά, πεντάχρονα πιτσιρίκια έτρεχαν ανάμεσα στους λικνιζόμενους ενήλικες. Γιαγιάδες, ντυμένες με εμπριμέ και λαχουρένιες πιτζάμες, κάθονταν σε πλαστικά σκαμνάκια στα κατώφλια, μασουλώντας οδοντογλυφίδες, με τα κεφάλια τους να σταματούν να ταλαντεύονται στο ρυθμό μόνο για να φωνάξουν στα παιδιά γύρω τους.

Χωμένη μες στο χώμα, η Λαν φτάνει που είναι Βιετναμέζα.

Μόνο όταν πλησίασα αρκετά ώστε να μπορώ να διακρίνω τα χαρακτηριστικά τους, τα βαριά πεταχτά σαγόνια, τα χαμηλά, κατεβασμένα φρύδια, αντιλήφθηκα ότι αυτοί που τραγουδούσαν ήταν τραβεστί. Τα ρούχα τους, στα βασικά χρώματα, όλο περίεργα κοψίματα και στρας, λαμποκοπούσαν τόσο που έμοιαζαν να φοράνε τον ουρανό με τ’ άστρα σε μικρογραφία.

Θυμάμαι τον πατέρα μου, θέλω να πω του βάζω χειροπέδες με τις μικρές τούτες λέξεις. Σας τον παραδίδω με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, με το κεφάλι να σκύβει καθώς μπαίνει στο περιπολικό, γιατί αυτός, όπως και το τραπέζι, έτσι μου δόθηκε∙ από στόματα που ποτέ δεν άρθρωσαν τους ήχους μέσα σ’ ένα βιβλίο.

Στα δεξιά της εξέδρας τέσσερις άνθρωποι με τη ράχη γυρισμένη προς όλους. Με κεφάλια χαμηλωμένα, ήταν οι μόνοι που δεν κινούνταν – κλεισμένοι λες σ’ ένα αόρατο δωμάτιο. Κοιτούσαν έντονα κάτι μπροστά τους, σε ένα μακρύ πλαστικό τραπέζι, και τα κεφάλια τους ήταν τόσο σκυφτά που έμοιαζαν αποκεφαλισμένοι. Ύστερα από λίγο, μια γυναίκα με ασημί μαλλιά, ακούμπησε απαλά το κεφάλι στον ώμο ενός νεαρού στα δεξιά της – και έβαλε τα κλάματα.

Θυμάμαι που έλαβα ένα γράμμα από τον πατέρα μου όταν αυτός ήταν φυλακή, ένας τσαλακωμένος φάκελος ήταν, σκισμένος στην άκρη. Θυμάμαι που κράτησα ένα φύλλο χαρτί γεμάτο σειρές κι άλλες σειρές σβησμένες με μπλάνκο στα σημεία που οι φύλακες είχαν λογοκρίνει τα λόγια του. Θυμάμαι να ξύνω την ασβεστώδη μεμβράνη ανάμεσα στον πατέρα μου κι εμένα. Εκείνες οι λέξεις. Βίδες και παξιμάδια ενός τραπεζιού. Ένα τραπέζι σε ένα δωμάτιο χωρίς ανθρώπους.

Πλησίασα κι άλλο∙ και τότε, πάνω στο τραπέζι είδα, τελείως ασάλευτο, ευκρινές το σχήμα ενός πτώματος σκεπασμένου μ’ ένα λευκό σεντόνι. Τώρα και οι τέσσερις πενθούντες θρηνούσαν φανερά, ενώ, πάνω στην εξέδρα, το φαλτσέτο του τραγουδιστή έκοβε τους γοερούς λυγμούς.

Νιώθοντας ναυτία σήκωσα το βλέμμα στον άναστρο ουρανό. Ένα αεροπλάνο τρεμόπαιζε κόκκινο, μετά άσπρο, μετά θαμπό πίσω από μια λουρίδα σύννεφα.

Θυμάμαι να μελετώ το γράμμα του πατέρα μου και να βλέπω κάποιες σκόρπιες μαύρες κηλίδες∙ οι προτάσεις αφημένες ανέπαφες. Ένα ιδίωμα σιωπής. Θυμάμαι που σκέφτηκα πως όλοι όσοι είχα αγαπήσει στη ζωή ήταν μία μοναδική μαύρη κηλίδα σε μια σελίδα φωτεινή. Θυμάμαι να τραβάω μια γραμμή από τη μία κηλίδα ως την άλλη με ένα όνομα στην κάθε μία, ώσπου κατέληξα σε ένα γενεαλογικό δέντρο που έμοιαζε περισσότερο με αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Θυμάμαι να το σκίζω, να το κάνω κομμάτια.

 

Αργότερα θα μάθαινα ότι αυτή ήταν μια συνηθισμένη νυχτερινή σκηνή στη Σαϊγκόν. Οι κακοπληρωμένοι κρατικοί ιατροδικαστές δεν δουλεύουν πάντα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Όταν κάποιος πεθάνει μες στη νύχτα, η κατάσταση παγιδεύεται σε ένα υπηρεσιακό λίμπο όπου η σορός παραμένει μέσα στο θάνατό της. Για το λόγο αυτό οι απλοί πολίτες σχηματίζουν μια κοινοτική ανακουφιστική κίνηση. Οι γείτονες, μαθαίνοντας για τον αιφνίδιο θάνατο, συγκεντρώνουν, σε λιγότερο από μία ώρα, χρήματα και προσλαμβάνουν ένα μπουλούκι θεατρίνους ντυμένους γυναικεία προκειμένου να «επιβραδύνουν τη θλίψη», όπως ονομάζουν την ενέργεια.

Στη Σαϊγκόν μουσικές και πιτσιρίκια που παίζουν έξω τέτοια ώρα της νύχτας είναι σημάδι θανάτου – ή μάλλον μιας κοινότητας που παλεύει να επουλωθεί.

Είναι μέσω αυτών των θεατρίνων τραβεστί, με τα εκρηκτικά κουστούμια και τις κινήσεις, με τις υπερβολικές εκφράσεις σε πρόσωπα και φωνή, με τη φυλετική παραβίαση των ταμπού, και μέσω ενός θεάματος εκκεντρικού, που η παρηγοριά εκδηλώνεται. Εφόσον είναι χρήσιμοι, αμειβόμενοι και εξουσιοδοτούμενοι για τη ζωτική αυτή υπηρεσία εντός μιας κοινωνίας όπου το να είσαι ομοφυλόφιλος θεωρείται ακόμη αμάρτημα, οι τραβεστί, για όσο χρόνο ο νεκρός κείται σε κοινή θέα, αποτελούν τους συντελεστές μιας παράστασης ετερότητας. Η υποτιθέμενη σταθερή ανεντιμότητά τους είναι το στοιχείο που καθιστά την παρουσία τους απαραίτητη για τους πενθούντες. Διότι το πένθος, στη χειρότερη, είναι εξωπραγματικό. Και άρα απαιτεί μια σουρεαλιστική ανταπόκριση. Με την έννοια αυτή, τα τραβέλια είναι μονόκεροι.

Μονόκεροι που βαριοπατούν μέσα σ’ ένα νεκροταφείο.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.