Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη ποίησηΠρωτοσέλιδο

Τσαρλς Μπουκόφσκι (16-8-1920 – 9-8-1994). Delete the dream. Έφη Φρυδά

Μοιάζει να είναι το μότο της εποχής, αυτή είναι η ατμόσφαιρα. Το τυπώσαμε και σε μπλουζάκι. Σοβαρολογώ. Delete the dream. Στις σχεδόν αναγκαστικές διακοπές μου αυτό το καλοκαίρι το είδα φορεμένο από μια έφηβη – μαυροκόκκινα γράμματα πάνω σε καταπράσινο φόντο – με το ανάλογο ύφος.

Και ποιος μπορεί να μας μιλήσει καλύτερα για τη διάψευση του ονείρου, τη διάχυτη αίσθηση της απουσίας ενός ελπιδοφόρου μέλλοντος από τον «Μεγαλύτερο των ηττημένων», όπως κάποιοι τον ονομάζουν. Επιπλέον είχα τον Μπουκόφσκι στο πρόγραμμα, αφού 16 Αυγούστου είναι τα γενέθλιά του, γεννήθηκε την επομένη της μεγάλης εορτής του καλοκαιριού μας, ενός δεκαπενταύγουστου που φέτος έχει για ‘μας στάχτες, μάσκες, αναζωπυρώσεις και ανατροφοδοτήσεις παλαιών δαιμονίων και ευχές για να ξορκίζουν τους φόβους. Παναγιά μαζί μας, σαν να λέμε. Εδώ ας προσθέσουμε και τον Μπουκόφσκι με το πείσμα στην ηττημένη του ζωή. Που μετατράπηκε σε απρόσμενη νίκη – και μάλιστα με τους δικούς του όρους.

Κοντά μια 30ετία μετά το θάνατό του, ο Μπουκόφσκι μεταφέρει το πάθος και την ωμότητα της ζωής και, μολονότι ένας πολύ προσωπικός ποιητής με τα δικά του επαναλαμβανόμενα μοτίβα – μοναξιά, αλκοολισμός, ερωτικές σχέσεις, αποτυχίες, φτώχια, παιδική κακοποίηση (ένας εξαιρετικά βίαιος πατέρας, ένα τραύμα που ποτέ δεν επουλώθηκε), μιλάει κατευθείαν στην καρδιά μας. Ο απλός στίχος, ο καθημερινός διόλου στομφώδης, απροσποίητος τόνος, ένας λόγος ανεπίσημος, χαλαρός, εύκολα προσεγγίσιμος λες, τον τοποθετεί στους δημοφιλέστερους ποιητές της σύγχρονης εποχής.

Όμως μην ξεγελιέστε! Η γραφή του Μπουκόφσκι περιμένει να μας αιφνιδιάσει στη γωνιά. Με κυνισμό-ευαισθησία, ωμότητα-τρυφερότητα, οργή-συμπόνια. Με σαρδόνιο χιούμορ που ανατρέπει τη μελαγχολία του, με ειλικρίνεια αλλά και αξιοπρέπεια μπροστά στα πάθη του, με τη στωικότητα που υπομένει τα χτυπήματα της ζωής. Με «τη μηδενιστική διάθεση της σλάβικης ψυχής» σβήνει ανθρώπους και συναισθήματα, περιφρονεί την ευπιστία των μαζών, κι έπειτα μας ξαφνιάζει μιλώντας γεμάτος πίστη και αγάπη για τον άνθρωπο που παλεύει. Εξεγείρεται κατά του πανίσχυρου συστήματος, κατά “των θεών”,  ψέγει κάποιους ποιητές που βολεύονται σε μια χαϊδευτική σχέση με την εξουσία και κάποιους άλλους που συμβουλεύουν αφ’ υψηλού μέσω μιας «λυτρωτικής», «καθαρτικής» τέχνης. Ο Μπουκόφσκι ποτέ δεν θα σου δείξει το δρόμο. Παντού όμως θα τον βρεις να αντέχει όταν βαράει τα μούτρα του στον τοίχο. Να σωριάζεται καταγής κι ύστερα να στυλώνεται κλαμένος, πιωμένος, τσακισμένος, αλλά απόλυτα παρών, απέναντι σε μια πραγματικότητα φορετή, με την οποία εκείνος ποτέ δεν θα συμβιβαστεί.

Ο ποιητής Μπουκόφσκι ελάχιστη σχέση έχει με τον Χένρι Τσινάσκι, τον Βρώμικο παλιόγερο των πεζών του. Στην ποίησή του απελευθερώνεται από την περσόνα που του επέβαλλε η πρόζα του (βλέπε εκδότες-αναγνώστες) με ευκολία και με ανακούφιση, νομίζω, κι αυτό επειδή το σκληρό του πρόσωπο δεν είναι στάση ζωής αλλά προσωπείο, άμυνα. Με τον ίδιο τρόπο ο ποιητής Μπουκόφσκι κρύβεται πίσω από μια «καθημερινή» γλώσσα για να μας μιλήσει για τα δύσκολα. Και αυτή ακριβώς είναι η δεξιοτεχνία του: μπορεί και μιλάει για τα δύσκολα με έναν φαινομενικά εύκολο τρόπο.

Θα χαρακτήριζα τον Τσαρλς Μπουκόφσκι τον πρώτο πανκ ποιητή. Εστιάζει στο άτομο που, περιορισμένο από τους κανόνες και τις απαιτήσεις της κοινωνίας, ασφυκτιά, ζει μια ζωή απενοχοποιημένα αντισυμβατική και απελευθερώνεται, ακόμα και αν αυτό σημαίνει την περιθωριοποίησή του. Η Πάτι Σμιθ, ο Τζιμ Κάρολ, ο Λου Ριντ, βαθιά επηρεασμένοι από την ποίηση του Ρεμπώ, δεν «το λένε απλά», εκεί που ο βατός λόγος του Μπουκόφσκι, η σαν πολυβόλο εκφορά του λόγου του, καταφέρνει να μας σπαράξει την καρδιά μιλώντας για τα βασικά πράγματα της ζωής, για τα ακυρωμένα συναισθήματα, για τον ευάλωτο άνθρωπο, ανατέμνοντας την ψευτιά που μας περιβάλλει, την προσποίηση των διανοουμένων, τη σκληρότητα και την υποκρισία των υποταγμένων σε ένα κοινωνικό πλέγμα που, αν και δεν τους εκφράζει, το αφήνουν να κυριαρχεί στις πράξεις και στη σκέψη τους. Ο Μπουκόφσκι, σαν πραγματικός πανκ, αντιμετωπίζει με περιφρόνηση τους εθελόδουλους, μας τραντάζει με την ωμότητα της ποίησής του, καυστικής, βλάσφημης, συχνά μακάβριας. Σαν πραγματικός πανκ βρίζει, σκούζει, κλαίει γοερά στον ώμο μας. Κι ύστερα πατάει, παραπατώντας έστω, στα πόδια του και σηκώνει το μεσαίο δάχτυλο.

Κινητήριος δύναμη της τέχνης του μια σκληρή ζωή. Από μια παιδική ηλικία όπου ο πατέρας του τον έδερνε με τακτικό πρόγραμμα, τρεις φορές την εβδομάδα, με μια λουρίδα όπου είχε στερεωμένο ένα ξυράφι στην άκρη, στην ευλογιά που ρήμαξε το πρόσωπό του, σε μια δουλειά δουλείας, στη φτώχια, στην περιθωριοποίηση, στη μοναξιά, στον αλκοολισμό, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι καταφέρνει να μας συγκινεί ακόμα με μια ποίηση που, όπως λέει χαρακτηριστικά, «πρέπει να αφήνει πίσω της όσο περισσότερη βρώμα γίνεται».

Μια «βρώμα» που έρχεται γάντι στην εποχή μας όπου «Το σημαντικό είναι το προφανές, κι αυτό είναι το μόνο που δεν λέγεται», όπως σχολιάζει ο ίδιος. Κι είναι λες και αυτός, που ποτέ δεν είχε πρόθεση να συμβουλεύσει κανέναν, να μην βαστιέται τώρα και, μια μέρα σαν κι αυτή με τη βοήθεια της Παναγίας ίσως, να μας φωνάζει ν’ αφήσουμε κατά μέρος τις περιπλοκές και τις περιστροφές και να ουρλιάξουμε ενάντια σε μια – φαινομενικά – αναπότρεπτη, σκληρή πραγματικότητα. 

 

  • Ηττημένος

 

Λένε πως συνωστισμό έχει στην κόλαση, κι όμως,

στην κόλαση όταν είσαι,

μόνος σου πάντα νομίζεις ότι είσαι.

κι ούτε μπορείς σε κανένανε να πεις στην κόλαση πως είσαι

γιατί θα σε πουν τρελό

Κι όταν είσαι τρελός μοιάζει στην κόλαση να είσαι

Άσε που κόλαση είναι λογικός να είσαι.

 

 

Όσοι όμως απ’ την κόλαση γλιτώσουν

γι’ αυτό ποτέ τους δεν μιλούν

και τίποτα μετά απ’ αυτό δεν τους πολυενοχλεί.

Αν χάσουνε, ας πούμε, ένα γεύμα,

αν πάνε φυλακή, αν τρακάρουνε τ’ αμάξι.

Ούτε καν η σκέψη του θανάτου να τους τρομάξει δεν μπορεί.

 

Κι αν τους ρωτήσεις,

«Πώς πάει;»

«Καλά, μια χαρά…» πάντα σ’ απαντούν.

 

 

Αφού όταν πας στην κόλαση και γυρίσεις,

αυτό φτάνει

Μεγαλύτερη ικανοποίηση ο άνθρωπος δεν έχει.

 

 

Όταν στην κόλαση πας και γυρίσεις

πίσω σου δεν κοιτάς το πάτωμα όταν τρίζει

κι ο ήλιος είναι πάντα ψηλά το μεσονύχτι

Και κάτι πράγματα σαν του ποντικού τα μάτια

ή ένα λάστιχο σε μια αλάνα πεταμένο

χαμόγελο να σου φέρουνε μπορούν

 

Όταν στην κόλαση έχεις πάει κι έχεις γυρίσει.

 

             Από την ποιητική συλλογή Burning in Water, Drowning in Flame (1955-1973)

 

 

  • Κάθομαι ‘δω

μεθυσμένος τώρα.

Είμαι

μια σειρά από

μικρές νίκες

και μεγάλες ήττες

και με ξαφνιάζει

όσο και ‘σας

που

έφθασα από

‘κει ως

εδώ

χωρίς φόνο να διαπράξω

χωρίς ούτε εγώ να

φονευτώ·

χωρίς στο τρελάδικο

να καταλήξω.

 

Καθώς μόνος μου πίνω

και πάλι απόψε

η ψυχή μου, αψηφώντας όλες τις παλιές

πληγές,

τους θεούς όλους ευγνωμονεί

που δεν ήταν

 

εκεί

 

για μένα

 

τότε. 

   Από την ποιητική συλλογή The People Look Like Flowers at Last (εκδόθηκε μετά το θάνατό του)

 

 

  • Καμιά βοήθεια ως προς αυτό

 

Είναι ένα μέρος στην καρδιά που

ποτέ δεν θα γεμίσει

 

ένας χώρος

που ακόμα και

στις καλύτερες στιγμές

και

στον καλύτερο καιρό

τον καιρό

 

θα ξέρουμε

θα ξέρουμε

περισσότερο από

ποτέ

 

Πως είναι ένα μέρος στην καρδιά που

ποτέ δεν θα γεμίσει

Και

 

εμείς θα περιμένουμε

και

περιμένουμε

 

στον χώρο αυτό.

 

           Από την ποιητική συλλογή You Get So Alone at Times That It Just Makes Sense1986.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.