ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφίαΠρωτοσέλιδο

Τόμας Χάρντι. (2-6-1840/11-1-1928). Ιστορίες του Ουέσεξ, Μικρές ειρωνείες της ζωής. Προδημοσίευση

Επετειακό αφιέρωμα στον Τόμας Χάρντι για να τιμήσουμε την ημέρα θανάτου του μεγάλου δραματικού συγγραφέα.  

Ο Τόμας Χάρντι γεννήθηκε σε ένα χωριό κοντά στο Ντόρτσεστερ, στη νοτιοδυτική Αγγλία, περιοχή που πάντα πρωταγωνιστεί τα έργα του, και την οποία ονομάζει Ουέσεξ. Τόπος υπαρκτός – αρχαίο βασίλειο της Αγγλίας πριν ακόμα συγκροτηθεί το βασίλειο της Αγγλίας – και φανταστικός χωροχρόνος όπου όλες οι ιστορίες του εκτυλίσσονται, με την ύπαιθρο της βικτωριανής εποχής να ζωντανεύει σε τόπους παραθαλάσσιους και ορεινούς, σε πανηγύρια, σε βουστάσια και γαλακτοκομεία, με τα άγρια στοιχεία της φύσης να παίρνουν τα ηνία της αφήγησης, σαν να πρόκειται για το χέρι ενός πεπρωμένου αμείλικτου.

Στην παρούσα έκδοση επιλέξαμε μερικά από τα δυνατότερα διηγήματα του συγγραφέα από τις συλλογές του Ιστορίες του Ουέσσεξ και Μικρές ειρωνείες της ζωής, αφηγήσεις όπου ο Χάρντι αποδεικνύει ότι το διήγημα, ως συμπυκνωμένη αφήγηση, απαιτεί μεγάλη μαστοριά, είναι το litmus test της δεινότητας του συγγραφέα: ικανότητα σύνθεσης και αφαίρεσης προκειμένου να ζωντανέψει χαρακτήρες, σκηνικό, ατμόσφαιρα. Σε μερικές σελίδες ο Τ.Χ. κτίζει ένα ολόκληρο σύμπαν όπου κεντρικοί χαρακτήρες αφηγούνται τα πάθη και τις ταλαιπωρίες τους στην αγγλική επαρχία, στον υπαρκτό-φανταστικό τόπο του Ουέσεξ. Πολύ μπροστά από την εποχή του, ασχολείται με τη μοίρα της γυναίκας που παλεύει μόνη της απέναντι σε μια κοινωνία γεμάτη προκαταλήψεις, αντιμέτωπη  με την κακοτυχία, με τα αλλεπάλληλα και ανελέητα κτυπήματα της μοίρας. Η σκυθρωπή του ματιά διακρίνει, αποκαλύπτει και καυτηριάζει τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής, ενώ κάποιες φορές μια απροσδόκητη σπίθα χιούμορ τρεμολάμπει μεταφέροντάς μας με τη χρονομηχανή του στη βικτωριανή εποχή με τα γλέντια και τα μεθύσια των χωρικών.

Το σκηνικό παίζει κεφαλαιώδη ρόλο στις αφηγήσεις του Χάρντι. Όπως λέει η Βιρτζίνια Γουλφ στο δοκίμιό της, που δημοσίευσε για το έργο του συγγραφέα αμέσως μετά τον θάνατό του (1928) (και το οποίο περιλαμβάνουμε αυτούσιο στην έκδοσή μας): «Ο Χάρντι αποδεικνύεται πως είναι ένας προσεκτικός και επιδέξιος παρατηρητής της Φύσης. Η βροχή, το γνωρίζει, πέφτει διαφορετικά όταν πέφτει πάνω στις ρίζες απ’ ότι στα οργωμένα χωράφια. Γνωρίζει ότι ο άνεμος ηχεί διαφορετικά όταν περνάει μέσα από τα κλαδιά διαφορετικών δένδρων. Ωστόσο αντιλαμβάνεται πως η Φύση είναι μια δύναμη σε ευρύτερη κλίμακα. Νιώθει πως μέσα της υπάρχει ένα πνεύμα το οποίο μπορεί να συμπονέσει, να κατανοήσει, να περιγελάσει ή να παραμείνει ο αδιάφορος παρατηρητής του ανθρώπινου πεπρωμένου. Κατέχει αυτή την αίσθηση».

Ο ίδιος μιλάει για «Στιγμές ενόρασης». Λέει, «Μια ιστορία πρέπει να έχει κάτι το εξαιρετικό για να αξίζει να την αφηγηθούμε. Εμείς οι αφηγητές ιστοριών είμαστε όλοι Γέροι Ναυτικοί, και κανείς από εμάς δεν έχει την άδεια να σταματήσει τους Καλεσμένους στο Γάμο[1] (μ’ άλλα λόγια, το βιαστικό κοινό), εκτός αν έχει να διηγηθεί κάτι περισσότερο ασυνήθιστο από τη κοινότοπη εμπειρία του μέσου ανθρώπου. Το μυστικό της μυθοπλασίας και του δράματος – ως αναφορά τη δομή του – έγκειται στην τακτοποίηση ασυνήθιστων πραγμάτων μαζί με πράγματα αιώνια και οικουμενικά. Ο συγγραφέας που ξέρει ακριβώς πόσο εξαιρετικά και πόσο μη-εξαιρετικά πρέπει να κατασκευάσει τα συμβάντα του, κατέχει το κλειδί της τέχνης».

Τα γνωρίσματα του «Γέρου Ναυτικού» είναι ασφαλώς κάτι που ο Χάρντι έμαθε από την εμπειρία του στη συγγραφή ιστοριών σε συνέχειες, κάτι που απαιτεί την αδρεναλίνη μιας ευρηματικής κατάληξης σε κάθε επεισόδιο και επιπλέον ενός αγωνιώδους φινάλε (cliffhanger, όρος  που καθιερώθηκε στη λογοτεχνία από την σε συνέχειες εκδοχή του μυθιστορήματός του Χ. Δυο μάτια γαλανά (εκδ. Ροές-Πρίντα), όπου το επεισόδιο κλείνει με τον πρωταγωνιστή να κρέμεται από ένα δέντρο).

Στο «Σακατεμένο χέρι», στο διήγημα που απόσπασμά του επιλέξαμε να σας παρουσιάσουμε εδώ, η επίδραση της παράδοσης, οι δεισιδαιμονίες, οι προλήψεις του λαού μεταφέρονται ολοζώντανες, και στέκει ως η κλασική επιτομή μαγείας, με τη μεσολάβηση ενός εφιάλτη και με τις μαγγανείες του ανθρώπινου πνεύματος. Για ισάξια επίκληση στη μαύρη μαγεία πρέπει να ανατρέξουμε στον Μακμπέθ, στις μάγισσες και στην λαίδη του.

Γίνεται ωστόσο σαφές ότι «Η βία και το μελόδραμα του Χάρντι, όταν δεν οφείλονται σε ένα αλλόκοτο, βουκολικό, θα έλεγε κανείς, έρωτα για το τερατώδες αυτό καθαυτό, αποτελεί τμήμα του ατίθασου αυτού πνεύματος της ποίησης που είδε με καυστική ειρωνεία και βλοσυρότητα ότι καμιά ανάγνωση της ζωής δεν μπορεί να υπερβεί το αλλόκοτο της ζωής της ίδιας, κανένα σύμβολο καπρίτσιου και παραλογισμού δεν είναι τόσο ακραίο για να εκπροσωπήσει τις απίστευτες συνθήκες της ύπαρξής μας», όπως επισημαίνει η Γουλφ.

 

 

 

 

Ο ίδιος ωστόσο μας προειδοποιεί: «Οι ιστορίες δεν είναι παρά όνειρα, όχι καταγραφές». Και «Είναι μια εντύπωση, όχι ένα επιχείρημα».

Ο Τόμας Χάρντι διεκδικεί το δικαίωμα να είναι «Ένας άνθρωπος που δεν μιλά ούτε για την αλήθεια ούτε για το ψέμα, αλλά για ένα κράμα του Μη Αποδεδειγμένου, για ένα είδος πέρα για πέρα απολαυστικό». 

Αυτός είναι ο στόχος του.  Και, σε αντάλλαγμα αυτής της απόλαυσης που μας χαρίζει, έχει και αυτός κάτι να ζητήσει από εμάς: «Την άδεια του παραμυθά να λέω ψέματα… προκειμένου να προσδώσω αληθοφάνεια στην ιστορία μου», μας λέει, κι είναι σαν να βλέπουμε τον καθ’ όλα σοβαρό αυτόν κύριο να υπομειδιά, κάτω από το φροντισμένο μουστάκι του, με την τόσο αληθινή παραδοξότητα του αιτήματός του. 

 

[1] Σ.τ.Μ. αναφέρεται στο έργο του Κόλεριτζ Η μπαλάντα του γέρου ναυτικού, όπου ο Καλεσμένος στο γάμο είναι ένας νεαρός ο οποίος το μόνο που θέλει είναι να βρεθεί ανάμεσα στο χαρούμενο πλήθος και να χορέψει να πιει, να περάσει καλά. Όμως ο Γέρος ναυτικός τον σταματάει και, κρατώντας τον από το χέρι, του αφηγείται την ιστορία του. Με αποτέλεσμα ο νεαρός καλεσμένος να είναι μετά «ένας πιο λυπημένος αλλά και πιο σοφός άνθρωπος».

 

Thomas Hardy’s birthplace

 

Το σακατεμένο χέρι (απόσπασμα από το  2ο κεφάλαιο). Μια οπτασία

“Μια νύχτα, δυο τρεις εβδομάδες μετά τον ερχομό της νύφης, όταν το αγόρι είχε πέσει πια για ύπνο, η Ρόντα κάθισε ώρα πολλή μπροστά στην παραστιά σκαλίζοντας τα κάρβουνα με τη μασιά για να τα σβήσει. Σκεφτόταν τόσο έντονα πάνω από τις στάχτες τη νέα γυναίκα όπως την είχε δει με τα μάτια του νου, που έχασε την αίσθηση του χρόνου. Τελικά, κουρασμένη από τη δουλειά της ημέρας, πήγε κι αυτή να πλαγιάσει.

Η μορφή όμως που τόσο την είχε απασχολήσει την ημέρα εκείνη αλλά και τις προηγούμενες, δεν έμελλε να χαθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας. Για πρώτη φορά, η Γερτρούδη Λοτζ επισκέφθηκε την παραγκωνισμένη γυναίκα στ’ όνειρό της. Η Ρόντα Μπρουκ ονειρεύτηκε – γιατί αδύνατον να πιστέψουμε ότι την είδε πραγματικά πριν την πάρει ο ύπνος – ότι η νεαρή σύζυγος με το ανοιχτόχρωμο μεταξωτό φόρεμα και το λευκό μπονέ της, αλλά με φρικτά αλλοιωμένα χαρακτηριστικά, ζαρωμένη θαρρείς από τα γηρατειά, είχε καθίσει πάνω στο στέρνο της ενώ εκείνη ήταν ξαπλωμένη. Η πίεση του βάρους της κυρίας Λοτζ γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Τα γαλάζια μάτια της την κοιτούσαν καταπρόσωπο σκληρά, διαπεραστικά. Ξάφνου η μορφή τίναξε μπρος το αριστερό της χέρι κοροϊδευτικά κι η βέρα της άστραψε μπρος στα μάτια της Ρόντα που πάλευε φρενιασμένη μες στον ύπνο της, ασφυκτιώντας από την πίεση στο στήθος της. Η δαιμονική μορφή, χωρίς καθόλου να πάρει το βλέμμα από πάνω της, αποτραβήχτηκε στο κάτω μέρος του κρεβατιού, μονάχα όμως για μια στιγμή, για να γυρίσει έπειτα σιγά σιγά στην προηγούμενη θέση της, απλώνοντας πάλι, όπως και πριν, το αριστερό χέρι της όπου τρεμόλαμπε η βέρα.

Αγκομαχώντας σε μια έσχατη απεγνωσμένη προσπάθεια να πάρει ανάσα, η Ρόντα σήκωσε με ορμή το δεξί χέρι της και, αρπάζοντας την απειλητική οπτασία από το προκλητικό αριστερό χέρι, την έριξε πίσω καταγής καταφέρνοντας, με μια πνιχτή κραυγή, να απελευθερωθεί.

«Κύριε των Δυνάμεων!» ξεφώνισε καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού λουσμένη στον κρύο ιδρώτα, «αυτό δεν ήταν όνειρο! Ήτανε ‘δω εκείνη!»

Ακόμα ένιωθε στο χέρι της, μες στη λαβή της, το μπράτσο της αντίζηλης – τη σάρκα και τα οστά της, θαρρείς. Κοίταξε κάτω στο πάτωμα όπου είχε σπρώξει βίαια την οπτασία, αλλά δεν υπήρχε τίποτα εκεί.

Η Ρόντα Μπρουκ δεν κοιμήθηκε άλλο τη νύχτα εκείνη, και όταν πήγε για ν’ αρμέξει το χάραμα όλοι παρατήρησαν ότι ήταν κάτωχρη κι εξουθενωμένη. Το γάλα που άρμεγε στάλαζε αδύναμα μες στην καρδάρα. Το χέρι της δεν είχε ακόμα ηρεμήσει, είχε ακόμα εκείνη την αλλόκοτη αίσθηση στην παλάμη της. Γύρισε σπίτι για το πρωινό τόσο κουρασμένη που θα ‘λεγες ότι ήταν κιόλας ώρα για δείπνο.

…………………………………………………………………………………………………….

 

 

 

 

Η Ρόντα απάντησε πως ήταν μια χαρά. Και πράγματι, αν και η ωχρότερη από τις δύο, στα καλοσχηματισμένα χαρακτηριστικά του προσώπου της και στο ψηλό της παράστημα υπήρχε περισσότερη δύναμη, απ’ ότι στης ροδομάγουλης κοπέλας που τώρα στεκόταν μπροστά της. Σιγά σιγά η κουβέντα τους έγινε οικεία, προχώρησε σε αμοιβαίες εξομολογήσεις γύρω από τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες τους. Και, καθώς η κυρία Λοτζ ετοιμαζόταν να φύγει, η Ρόντα είπε, «Ελπίζω να σας ταιριάζει το κλίμα της περιοχής, κυρία, και να μην υποφέρετε από την υγρασία των υδρολειμώνων».

Η νεαρή γυναίκα απάντησε ότι σε γενικές γραμμές η υγεία της ήταν καλή. «Αν και τώρα που το αναφέρατε», πρόσθεσε, «θυμήθηκα ότι έχω μια μικρή αδιαθεσία που με βάζει σε σκέψεις. Τίποτα το σοβαρό, απλώς είναι κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω».

Και, με τα λόγια αυτά, σήκωσε το μανίκι του αριστερού της χεριού. Και τότε, μπρος στα έκπληκτα μάτια της Ρόντα, παρουσιάστηκε το ίδιο εκείνο χέρι που είχε αρπάξει στο όνειρό της. Κάτι παράξενα σημάδια υπήρχαν πάνω στη ροδαλή επιδερμίδα, από μια βάναυση θα ‘λεγες λαβή. Η Ρόντα δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από τις κηλίδες· ήταν λες και διέκρινε εκεί το σχήμα των δικών της τεσσάρων δακτύλων.

«Πώς έγινε αυτό;» ρώτησε μηχανικά.

«Δεν ξέρω», απάντησε  η κυρία Λοτζ κουνώντας το κεφάλι. «Ένα βράδυ που κοιμόμουν ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουν κάπου πέρα μακριά, σ’ ένα άγνωστο μέρος, και ξάφνου ένιωσα ένα πόνο εδώ στο χέρι μου, κι ήταν τόσο οξύς που ξύπνησα. Φαίνεται ότι κάπου το είχα χτυπήσει κατά τη διάρκεια της ημέρας, αν και δεν θυμάμαι τίποτα τέτοιο». Και πρόσθεσε με ένα γέλιο, «Είπα στον αγαπημένο μου τον άντρα ότι μάλλον εκείνος μου το ’κανε, ότι με χτύπησε σε μια στιγμή θυμού. Α, μα δεν είναι τίποτα, θα περάσει σε λίγο».

«Χα, χα! Βέβαια! Και ποια νύχτα έγινε αυτό;»

Η κυρία Λοτζ αναλογίστηκε λιγάκι, κι ύστερα είπε ότι πρέπει να είχαν περάσει καμιά δεκαπενταριά ημέρες από τότε.

«Όταν ξύπνησα δεν καταλάβαινα πού βρισκόμουν», πρόσθεσε, «ώσπου το ρολόι χτύπησε δύο κι ήρθα στα συγκαλά μου».

Είχε προσδιορίσει τη νύχτα και την ώρα εκείνη που η Ρόντα είδε το όραμα. Κι αυτό  τη γέμισε με ενοχές, η απονήρευτη αυτή αποκάλυψη της κοπέλας την αναστάτωσε. Ούτε μια στιγμή δεν της πέρασε από το νου ότι μπορεί να ήταν απλώς μια διαβολική σύμπτωση. Και το σκηνικό της εφιαλτικής νύχτας επανήλθε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στο νου της.

«Μα είναι δυνατόν», μονολόγησε όταν η επισκέπτριά της είχε πια φύγει, «είναι δυνατόν να ασκώ τέτοια ολέθρια δύναμη πάνω στους άλλους παρά τη θέλησή μου;»

Γνώριζε ότι, μετά το παραστράτημά της, οι συγχωριανοί της την αποκαλούσαν «μάγισσα» πίσω από την πλάτη της, όμως επειδή ποτέ δεν κατάλαβε γιατί τη χαρακτήρισαν έτσι, γιατί την στιγμάτισαν με τον τρόπο αυτό, το είχε αφήσει να περάσει. Τώρα όμως αναρωτιόταν μήπως αυτή ήταν η εξήγηση, μήπως παρόμοια πράγματα είχαν γίνει στο παρελθόν;”

 

 

  • προδημοσίευση από τα διηγήματα Ιστορίες του Ουέσεξ και Μικρές ειρωνείες της ζωής. μτφρ. Έφη Φρυδά. εκδόσεις Printa / Ροές 

 

 

 

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
One comment
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.