Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Φάνης Κωστόπουλος: ένα αφήγημα

  ΤΟ   ΜΠΟΥΝΤΟΥΑΡ

   Δεν ξέρω αν ήταν αυτό σωστό ή όχι για ένα μικρό παιδί , αλλά το  θυμάμαι σαν να ‘ναι τώρα: Ήταν λίγο μετά την Κατοχή και την Απελευθέρωση, που  από τα τέσσερα  ως τα έξι μου χρόνια έζησα κυριολεκτικά στο δωμάτιο τριών κοριτσιών, το Μπουντουάρ, όπως  συνήθιζαν να το λένε. Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα, όταν γράφω ή διαβάζω τη λέξη «μπουντουάρ», στη σκέψη μου έρχεται πάντα αυτό το δωμάτιο των τριών αδελφών,  που σήμερα βέβαια δεν υπάρχει. Δεν είμαι μάλιστα καθόλου υπερβολικός, αν πω ότι πέρασα από τη νηπιακή στην παιδική ηλικία, έχοντας ζήσει για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα ανάμεσα σε τσιμπιδάκια, φουρκέτες, μπικουτί, λίμες και ψαλιδάκια για τα νύχια, καθρεφτάκια, κορδέλες για τα μαλλιά,  και γυναικεία εσώρουχα ξεχασμένα πότε πάνω σε μια καρέκλα και πότε κρεμασμένα στο πόμολο της πόρτας, τιμητικά, θα έλεγε κανείς, όπως σημαία σε μπαλκόνι για εθνική γιορτή. Το γυναικείο δωμάτιο σ’ όλο το μεγαλείο του… Ήταν και οι  τρεις κάμποσα χρόνια μεγαλύτερες από μένα. Έτσι πρέπει να είχαν τα πράγματα, γιατί  στα τέσσερά μου χρόνια που πρωτομπήκα σ΄αυτό το δωμάτιο, η πιο μεγάλη από τις τρεις αδελφές, η Ελένη, ήταν ένα όμορφο δεκαεξάχρονο κορίτσι, που το βλέμμα του και γενικά η συμπεριφορά του απέπνεαν μια ευγένεια που μόνο σε πνευματικά καλλιεργημένες γυναίκες βρίσκεις. Η δεύτερη αδελφή, που  είχε βιβλικό όνομα, Σάρρα, και ήταν ακόμη πιο όμορφη, ήταν στα δεκατέσσερα και όλα επάνω της έδειχναν πως είχε κερδίσει την εύνοια της κυθέρειας θεάς. Η Τρίτη, η  πιο μικρή αλλά και πιο αδικημένη απ’ όλες, θα πρέπει να είχε την ηλικία του δωδεκαετούς Χριστού στον Ναό. Την έλεγαν Θάλεια και ,επειδή ήταν πιο κοντά στη δική μου ηλικία, με έπαιζε περισσότερο απ’ τις άλλες. Αν και είχε το όνομα μιας απ’ τις τρεις Χάριτες, οι χάρες της, όπως είπα, ήταν λιγότερες από εκείνες που είχαν οι αδελφές της. Κι αν πάλι  δε θύμιζε πνευματικά τη μούσα προστάτιδα της κωμωδίας, μουσίτσα, λόγω της γυναικείας εξυπνάδας της, ήταν σίγουρα.         

     Το σπίτι τους, ένα ισόγειο νεοκλασικό, γεμάτο κοριτσίστικα γέλια και φωνές,  ήταν στο δρόμο της Μιχαήλ Βόδα, δίπλα στο δικό μου το πατρικό. Είχε τρία παράθυρα στην πρόσοψη και μια σιδερένια, αρ ντεκό αυλόθυρα, που τη στόλιζαν ένθεν και ένθεν δυο παραστάδες και  οδηγούσε σε μια μικρή, ασβεστωμένη αυλή γεμάτη γλάστρες με λουλούδια. Οι μητέρες μας ήταν στενές φιλενάδες και προκειμένου να πιούν τον καφέ τους με ησυχία στο σπίτι μου και να μιλήσουν για τα νέα της γειτονιάς, με έστελναν δίπλα στο άλλο σπίτι να με απασχολήσουν τα κορίτσια. Θυμάμαι ακόμη πως εκείνη την εποχή οι τρεις αδελφές, για να σκοτώσουν την πλήξη τους, είχαν ζητήσει από τους γονείς τους να πάρουν στο σπίτι τους ένα σκυλάκι. Ο πατέρας, όμως, που αντιπαθούσε τα σκυλιά, αντιτάχθηκε σε αυτή  την επιθυμία τους και τα τρία κορίτσια, παρά το κλάμα και τις φωνές που έμπηξαν, δεν μπόρεσαν να του αλλάξουν τη γνώμη. Η μάνα τότε , που είχε πραχτικό και θηλυκό μυαλό, σκέφτηκε, αν κατάλαβα καλά, πως το πρόβλημα των κοριτσιών της έβρισκε τη λύση του με μένα. Όσο λοιπόν παράξενο κι αν φαίνεται, είναι αλήθεια: Έγινα δεκτός στο Μπουντουάρ των τριών αδελφών μάλλον σαν ένα χαριτωμένο κουτάβι, παρά σαν ένα μικρό παιδί, που μόλις είχε αρχίσει να καταλαβαίνει τον κόσμο.

   Το Μπουντουάρ ήταν ένα ευρύχωρο, τετράγωνο δωμάτιο που  το φώτιζαν δυο παράθυρα και του οποίου  οι τρείς πλευρές  καταλαμβάνονταν από τα κρεβάτια των κοριτσιών. Στην πλευρά που έμενε ελεύθερη υπήρχε μια καρέκλα και ένα στενόμακρο παλιό τραπεζάκι, πάνω στο οποίο υπήρχαν τα σύνεργα του καλλωπισμού  και ένας  μεγάλος καθρέφτης που τον πλαισίωνε μια παλιά κορνίζα πλούσια ποικιλμένη.  Από τον πρόχειρο αυτό συνδυασμό καρέκλας, τραπεζιού και καθρέφτη πήρε αυτή η κρεβατοκάμαρα ως τίτλο ευγενείας, θα λέγαμε, το όνομα Μπουντουάρ. Στη δεξιά πλευρά του καθρέφτη ήταν η ιματιοθήκη. Παρά τη μεγαλομανία τους και τις λόγιες λέξεις που συχνά χρησιμοποιούσαν, ποτέ δεν άκουσα την ελληνική αυτή λέξη να βγαίνει απ’ το στόμα τους. Μάλλον δεν θα την ήξεραν, γιατί αυτό το ογκώδες έπιπλο για τα φουστάνια τους και τα παλτά τους ήταν γνωστό μέσα σ’ αυτό το σπίτι ως «ντουλάπα», όπως ήταν και στο δικό μου και σε όλα τα σπίτια της Αθήνας. Πάνω απ’ τα κρεβάτια των κοριτσιών κρεμόταν στον τοίχο μια μικρή εικόνα της Αγίας Μαγδαληνής, αξιέραστης αγίας και πολύανδρης όπως η Φρύνη. Η επιλογή αυτή της μάνας έδειχνε , με ανάγλυφο τρόπο, στους θρήσκους και διαβασμένους ανθρώπους ότι έχοντας εμπιστοσύνη στην ερωτική πείρα αυτής της αγίας, απέβλεπε στην προστασία των κοριτσιών της από τους μπερμπάντηδες της Αθήνας, ενώ δεν πρέπει να παραλείψω και αυτή τη λεπτομέρεια, ότι  κάτω απ’ το μαξιλάρι τους η στοργική αυτή μάνα έβρισκε, συχνά  πυκνά, τη φωτογραφία κάποιου κινηματογραφικού αστέρα και γελούσε πονηρά για τα αντρικά γούστα των θυγατέρων της…  Αυτός ήταν, θα έλεγα, ο γυναικωνίτης μέσα στον οποίο έζησα δυο ολόκληρα χρόνια ως μασκότ που θα φέρει τύχη στα τρία κορίτσια της οικογένειας.

    Είναι αλήθεια ότι , παρά τη νηπιακή μου ηλικία, στην αρχή τουλάχιστον, οι δεσποινίδες του Μπουντουάρ ήταν προσεκτικές , σχεδόν, θα έλεγα, ντροπαλές. Φρόντιζαν, όταν ήμουν μες στο δωμάτιό τους, να φοράνε κάτι και να μην κάθονται στην καρέκλα ή στο κρεβάτι απρόσεκτα και προκλητικά. Όσο μικρός κι αν ήμουν, δεν έπαυε  το βλέμμα μου να είναι γι’ αυτές το βλέμμα ενός αρσενικού. Με τις μέρες όμως και τους μήνες που έτρεχαν άρχισαν οι αδελφές να με συνηθίζουν και εγώ να μεγαλώνω και να καταλαβαίνω περισσότερο αυτά που έβλεπα. Είχα μάλιστα τόσο ξεθαρρέψει που άρχισα να μπαίνω στο Μπουντουάρ χωρίς να χτυπώ την πόρτα. Και πρέπει να παραδεχτώ πως δεν ήταν λίγες οι φορές που η αγένειά μου αυτή τις έβρισκε με τα εσώρουχα ή καμιά φορά και σε στιγμές που δεν είχαν προλάβει να τα φορέσουν. Αυτές τότε ή γελούσαν ή δεν έλεγαν τίποτα για να μη με πονηρέψουν. Θα έλεγα ακόμη ότι συχνά  πυκνά η ατμόσφαιρα στο Μπουντουάρ ήταν αποπνιχτική λόγω της κλεισούρας το χειμώνα.  Καθώς το σπίτι δεν είχε τις σημερινές ανέσεις για το λουτρό των κοριτσιών και  έπρεπε να έρθει το σαββατόβραδο για να βάλουν τη σκάφη στο πάτωμα και μία μία, με τη σειρά της ηλικίας και γυμνή και αχτένιστη όπως η Εύα, να πάρει το μπάνιο της με ζεστό νερό και πράσινο σαπούνι, η δυσοσμία,  από τα χνότα, την απλυσιά και τα λερά εσώρουχα που τύχαινε να μην έχουν αλλάξει, ή είχαν ξεχάσει επάνω στα κρεβάτια τους,  ή ακόμη από τις πούντρες και τα αρώματα που είχαν χρησιμοποιήσει, η δυσοσμία, λέω, ήταν τόσο έντονη, ώστε μου έκοβε την ανάσα, μόλις έμπαινα στο Μπουντουάρ, και με έκανε να κλείνω με το χέρι μου το στόμα και τη μύτη. Πάλι καλά που άντεξα και δε σιχάθηκα το γυναικείο φύλο που θεωρείται το αριστούργημα του Παντοδύναμου και το πιο επικίνδυνο όπλο του Εωσφόρου. Και το λέω αυτό γιατί όλα μπορούν να ηττηθούν από το ανθισμένο σώμα μιας γυναίκας.

   Όσο μεγάλωνα όμως και γινόμουν σιγά σιγά   ένα μελαχρινό αγοράκι σαν αυτά που φιλοτέχνησε ο Μουρίλλο, τόσο πιο συχνά δεχόμουν τα χάδια τους και τα αθώα φιλιά τους. Κάποια στιγμή όμως που ο Εμφύλιος στην Αθήνα σταμάτησε, για να συνεχιστεί στο Γράμμο, οι δρόμοι της πρωτεύουσας γέμισαν ξαφνικά παιδιά και η ειρηνική ζωή απλώθηκε παντού σαν ευλογία. Εκείνο το καλοκαιρινό πρωινό — που, αντί να πάω στο Μπουντουάρ, πήρα τον πρώτο χωματόδρομο που βρήκα μπροστά μου, για ν’ ανταμώσω με παιδιά κάθε ηλικίας, που κυνηγιόντουσαν φωνάζοντας χαρούμενα ή γελώντας — αυτό το πρωινό το θυμάμαι από τότε ως πρώτη μέρα της παιδικής μου αλητείας. Πράγματι, από εκείνη την ημέρα και μετά δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να επιστρέψω στο Μπουντουάρ των αδελφών. Με είχαν οριστικά κερδίσει οι αθηναϊκοί δρόμοι, που ήταν για μένα, όπως θα έλεγε η Μιράντα στην Τρικυμία του Σαίξπηρ, ένας « εξαίσιος νέος  κόσμος». Εκεί όμως γρήγορα κατάλαβα πως ήμουν ο μόνος από τους παιδικούς μου φίλους που  ήξερε καλά τα μυστικά θέλγητρα του γυναικείου σώματος. Παρ’ όλα αυτά, έπρεπε να ξυπνήσει η ήβη μέσα μου, για να νιώσω  την ακαταμάχητη δύναμή τους.

    Πέρασαν από τότε χρόνια, πολλά χρόνια, όταν μια μέρα τα θυμήθηκα όλα αυτά και έγραψα τις  Τολμηρές Κυρίες, ένα ποιηματάκι με το οποίο προσπαθώ να πω αυτά που έβλεπαν τα παιδικά μου μάτια στο Μπουντουάρ πρώτα και αργότερα σε άλλα σπίτια καμιά φορά ή ακόμη και στις εκκλησίες, και με το οποίο θα κλείσω αυτό το κείμενο για την ασυνήθιστη, νηπιακή μου αυτή εμπειρία.

                                      ΟΙ  ΤΟΛΜΗΡΕΣ  ΚΥΡΙΕΣ

                          Τρελός γι’ αυτές τις τολμηρές κυρίες

                         είμαι, που μου θυμίζουν Βαλκυρίες.

                        Παιδί τα μυστικά του φουστανιού τους

                        με δένανε στα μάγια του κορμιού τους.

                                                  *

                       Το πάθος τους ξεχνούσε την ευπρέπεια

                      και γίνονταν του έρωτα απρέπεια…

                      Και μένα απ’ αγνό παιδί για πάντα

                      του φουστανιού τους μ’ έκαναν τιράντα !

                                                    *

                   Τις θρήσκες,  που ‘βλεπα παιδί, κυρίες

                   να ψάχνουν γι’ άντρα και στις εκκλησίες,

                    τις σκέφτομαι ξανά αυτή την ώρα

                   κι είμαι για χάρη τους  παιδί και τώρα!

                                    ——————–

                                         

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                    

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.