Loading...
Ολίγα τινάΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Φάνης Κωστόπουλος: Μάθημα ελευθερίας από γυναικείο ηρωισμό

                                                                                                                                                 

               

  Πριν από κάμποσα χρόνια πολύς θόρυβος έγινε για το αν υπήρξε ή δεν υπήρξε το ‘’κρυφό σχολειό.’’ Χύθηκε τότε πολύ μελάνι όχι τόσο, θα ‘λεγε κανείς, για την ιστορικότητά του, όσο γιατί το θέμα πολιτικοποιήθηκε και το πνευματικό φως των ρασοφόρων, στα σκοτεινά χρόνια της δουλείας, ενοχλεί σήμερα ιστορικούς και κόμματα.. Το θέμα με γυρίζει πίσω στα τρυφερά χρόνια, στην πρώτη δημοτικού  και στο αλφαβητάριο, που διδάχτηκα τότε και που έχω ακόμα στη βιβλιοθήκη  με τίτλο Τα παιδάκια.  Διαβάζω τώρα στη σελίδα 79 το γνωστό ποιηματάκι για το κρυφό σχολειό σε όλο τον παιδόκοσμο :

                                    Φεγγαράκι μου λαμπρό

                                    φέγγε μου να περπατώ,

                                   να πηγαίνω στο σχολειό,

                                  να μαθαίνω γράμματα,

                                  γράμματα σπουδάματα

                                  του Θεού τα πράματα.

 

Αυτοί οι στίχοι βγήκαν από το στόμα του ελληνικού λαού και όχι από τα  συνθήματα κομματικής νεολαίας. Και ό,τι βγαίνει από το στόμα του λαού δεν μπορεί να είναι πέρα για πέρα ψέμα. Κάτι θα κρύβεται πίσω από αυτούς τους στίχους. Και το λέω αυτό γιατί οι Οθωμανοί μπορεί στον 18ο και το 19ο  αιώνα  να επέτρεπαν τη  λειτουργία ελληνικών σχολείων στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και σε άλλες μεγάλες πόλεις, δεν υπάρχει όμως μαρτυρία που ν’ αποτελεί ένδειξη ή απόδειξη ότι στα μικρά χωριά της υπόδουλης Ελλάδας, που τα όριζε ένας αγάς με απόλυτη εξουσία, λειτουργούσαν δημοτικά σχολεία για την εκπαίδευση των ραγιάδων. Ο Διονύσιος Κόκκινος στο πολύτομο έργο του για την Ελληνική Επανάσταση το λέει ξεκάθαρα: « Το κρυφό σχολειό δεν είναι θρύλος ». Το « συνετήρησε [….] ο βαθύτατος πόθος του τυραννουμένου έθνους να υπάρξη»  και « η ελληνική κοινότης το εξησφάλιζεν». Με την τελευταία φράση ο ιστορικός θέλει να πει ότι η ελληνική κοινότητα του χωριού το συντηρούσε, κρυφά από τον αγά και στο φως του φεγγαριού, όπως λέει το ποιηματάκι, με δάσκαλο τον παπά της εκκλησίας του χωριού. Αυτά τα μικρά χωριά είχε στη σκέψη  του ο Γύζης, ο μεγάλος ζωγράφος του 19ου αιώνα και της Σχολής του Μονάχου,  όταν ζωγράφισε τον γνωστό πίνακα με θέμα το κρυφό σχολειό, ενώ είναι βέβαιο ότι είχε συζητήσει το θέμα με ανθρώπους που ήταν εν ζωή και είχαν βιώσει την κατάσταση που επικρατούσε στα μικρά χωριά κατά τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.

   Λίγα χρόνια μετά το κρυφό σχολειό ήρθε η σειρά ν’ αμφισβητηθεί ως ιστορικό γεγονός και ο χορός του Ζαλόγγου. Οπωσδήποτε βέβαια δεν θα πάρω θέση σε αυτή την αντιπαράθεση των ιστορικών , των φιλολόγων και εκείνων που έχουν γνώμη επί παντός επιστητού. Μένω πιστός σε όσα έμαθα ως μαθητής και φοιτητής γ’ αυτό το θέμα, ενώ δεν έχω διάθεση να βγάλω απ’ την καρδιά μου τον παιδικό μου θαυμασμό για τον ιστορικό πίνακα του Γύζη ή να σβήσω από τη μνήμη μου τους σολωμικούς αυτούς στίχους,  που τους θυμάμαι από παιδί, επειδή κάποιοι έχουν ή νομίζουν ότι έχουν λόγους ν’ αμφισβητούν την ιστορικότητα αυτού το γεγονότος:

                                   Τες εμάζωξε εις  το μέρος

                                  Του Τσαλόγγου το ακρινό

                                  Της ελευθεριάς ο έρως

                                  Και τες έμπνευσε χορό.

                                           *

   Άλλωστε στο σημείωμα αυτό το θέμα μου είναι άλλο. Ίσως μάλιστα να είναι η πρώτη φορά που θίγεται αυτό το θέμα σχετικά με το χορό του  Ζαλόγγου: Αποτελεί μοναδικό παράδειγμα γυναικείου ηρωισμού στην παγκόσμια ιστορία ο χορός του  Ζαλόγγου, όπως πολλοί από εμάς τους Έλληνες πιστεύουμε, ή υπάρχει τέτοιος ηρωισμός  και στην ιστορία άλλων λαών; Και θέτω αυτό το ερώτημα, γιατί πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου το υπέροχο βιβλίο της  Μερόπης Ν. Σπυροπούλου, το οποίο επιγράφεται  Μνήμες και δάφνες  και στο οποίο γίνεται λόγος για τον ηρωικό θάνατο των γυναικών στο Ζάλογγο. Λέει, λοιπόν, η συγγραφέας  μεταξύ άλλων στο βιβλίο της. «Στο Ζάλογγο, στην Αραπίτσα, αλλά και σε άλλες περιοχές της πατρίδας μας, μια ατέλειωτη σειρά από γυναίκες άγνωστες και ανώνυμες, στήνουν χορεύοντας, μέσα στην άβυσσο των γκρεμών, άυλα, αλλά αξεπέραστα και μ ο ν α δ ι κ ά    σ τ ο ν  κ ό σ μ ο   μνημεία  θυσίας για χάρη ενός ιδανικού».  ( Η υπογράμμιση είναι δική μου ). Δεν πρέπει, νομίζω, να μας παρασύρει η εθνική μας υπερηφάνεια σε τέτοιες υπερβολές, γιατί, όπως λέει ο Ζαν Ζακ Ρουσό στην αρχή του Κοινωνικού συμβολαίου, «ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος» ( L’ homme est né libre ). Και αυτή η φράση δεν ειπώθηκε, βέβαια, για τον Γάλλο, τον Άγγλο ή για κάποιον άλλο πολιτισμένο Ευρωπαίο, αλλά για τον άνθρωπο γενικά, πολιτισμένο ή απολίτιστο. Χωρίς ελευθερία, θέλει να πει ο Ρουσό, δεν έχει νόημα η ζωή του. Ας δούμε, λοιπόν, τώρα αν τέτοια παραδείγματα γυναικείου ηρωισμού, όπως αυτό στο Ζάλογγο, υπάρχουν στην ιστορία  και άλλων λαών.

   Λίγοι είναι εκείνοι που έχουν προσέξει ότι ένα τέτοιο παράδειγμα γυναικείου ηρωισμού μάς  δίνει ο συμπατριώτης μας Ξενοφών στο έργο του Κύρου ανάβασις. Αναφέρεται  όμως αυτό το γεγονός τόσο σύντομα και τόσο φευγαλέα μέσα στον όγκο του έργου, ώστε περνάει σχεδόν απαρατήρητο, παρ’ όλο που ο Ξενοφών το χαρακτηρίζει, πριν αναφερθεί σ’ αυτό, ως « δεινόν θέαμα », για να το προσέξει καλύτερα ο αναγνώστης. Τα πράγματα σχετικά με αυτό το γεγονός έχουν ως εξής: Όταν ο Ξενοφών έφτασε με τους μυρίους στη χώρα των Ταόχων, αυτοί κατοικούσαν σε τόπους οχυρούς, όπου είχαν συγκεντρώσει όλα τα τρόφιμα της περιοχής. Από την άλλη πλευρά, στο στρατόπεδο των Ελλήνων είχαν έλλειψη τροφών. Έπρεπε λοιπόν με κάποιο τρόπο να λύσουν τον πρόβλημα. Είχαν φτάσει σε μια περιοχή η οποία, καθώς λέει ο Ξενοφών, « πόλιν μεν δεν είχε, ουδ’ οικίας». Εκεί είχαν συγκεντρωθεί οι Τάοχοι ( άντρες, γυναίκες και παιδιά ) με πολλά ζώα. Η περιοχή αυτή ήταν ένας πελώριος βράχος ψηλός και απόκρημνος. Κάτω απ’ αυτόν περνούσε ο μόνος δρόμος που έπρεπε να πάρουν οι Έλληνες για να συνεχίσουν την πορεία τους. Οι Τάοχοι είχαν συγκεντρωθεί εκεί, για να τους  αντιμετωπίσουν, πετώντας κάτω στον δρόμο πέτρες. Ήταν το μόνο όπλο που είχαν. Το σχέδιο του Ξενοφώντος ήταν ότι κάποια στιγμή οι πέτρες θα τελείωναν και τότε θα ήταν εύκολο για τους Έλληνες να καταλάβουν την οχυρή αυτή θέση, που τους ήταν όχι μόνο εμπόδιο στον δρόμο τους, αλλά και  θα τους έλυνε το πρόβλημα της διατροφής. Πράγματι, όταν οι Τάοχοι έμειναν κάποια στιγμή χωρίς πέτρες και οι Έλληνες κατάφεραν να καταλάβουν την οχυρή αυτή θέση, ο Ξενοφών λέει: « ενταύθα δη δεινόν ην θέαμα. Αι γαρ γυναίκες ρίπτουσαι τα παιδία είτα εαυτάς επικατερρίπτουν, και οι άνδρες ωσαύτως » ( Δ, ζ, 13 ). Αυτά είναι όσα λέει ο Ξενοφών για το συγκλονιστικό αυτό γεγονός× και αυτός είναι ο λόγος που παρέθεσα τα ίδια τα λόγια του Αθηναίου ιστορικού, για να φανεί ότι δεν υπερβάλλω όταν λέω ότι αυτό το γεγονός περνάει σχεδόν απαρατήρητο μέσα στο πλήθος των σελίδων του βιβλίου.

   Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω περισσότερα από όσα είπε ο Ξενοφών, για να καταλάβει κανείς ότι αυτό το γεγονός, αν και προγενέστερο, θυμίζει εκείνο στο Ζάλογγο. Κανένας βέβαια δεν μπορεί να γνωρίζει ποια θα ήταν η συμπεριφορά του ελληνικού στρατεύματος, αν αυτός ο λαός δεν έπαιρνε αυτή την απόφαση που τον κάνει τώρα αξιομνημόνευτο. Την ώρα της μάχης πολλές σφαγές και καταστροφές γίνονται και πολλές απ’ αυτές τις ωμότητες δικαιολογούνται. Και το λέω αυτό γιατί αν και η φράση του Ξενοφώντος « δεινόν ην θέαμα » μόνο από έναν πολιτισμένο άνθρωπο θα λεγόταν ή θα γραφόταν, είναι αδύνατο να γνωρίζει κανείς τι θα συνέβαινε, αν οι Τάοχοι έπεφταν ζωντανοί στα χέρια των Ελλήνων. Ας μην ξεχνάμε ότι στράτευμα πεινασμένων και ταλαιπωρημένων μισθοφόρων ήταν οι Έλληνες και όχι φιλοσόφων. Αλλά και κανένας πάλι δεν μπορεί να μη θαυμάσει αυτό τον πρωτόγονο λαό που έκανε πράξη αυτά τα λόγια που λέει για τέτοιες περιπτώσεις ο Περικλής στον μνημειώδη λόγο του για τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου: «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες, μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους» ( II, 43, 4 ).

   Θ’αναφέρω ακόμα ένα ιστορικό παράδειγμα γυναικείου ηρωισμού. Κι αυτό όχι γιατί αυτό που μας έδωσε ο Ξενοφών δεν είναι αρκετό για να μας πείσει, αλλά γιατί σε αυτό το παράδειγμα τώρα οι λεπτομέρειες είναι περισσότερες και ακόμη πιο τραγικές. Πρέπει να γυρίσουμε το ρολόι του χρόνου πάλι στα χρόνια της αρχαιότητας και συγκεκριμένα στα χρόνια που η δημοκρατική Ρώμη αντιμετώπιζε τον δεύτερο μεγάλο κίνδυνο μετά τον Αννίβα, τους Κίμβρους και τους Τεύτονες, τους δυο αυτούς γερμανικούς λαούς που ενώθηκαν σε μια στρατιωτική δύναμη και βάδιζαν προς τα νότια, απειλώντας τη Ρώμη. Οι Ρωμαίοι — μετά από την ήττα που υπέστησαν το 113 π.Χ. – στήριζαν τις ελπίδες τους για σωτηρία της πόλης μόνο σε έναν άντρα, τον Μάριο, που εκείνη την εποχή είχε νικήσει τον Ιουγούρθα στην Αφρική και είχε γυρίσει θριαμβευτής στη Ρώμη. Ο Μάριος ανέλαβε τη στρατιωτική ηγεσία για την αντιμετώπιση του νέου κινδύνου και νίκησε πρώτα τους Τεύτονες στο Aix – la Chapelle της Νότιας Γαλλίας. Στη συνέχεια αντιμετώπισε και νίκησε, το 101 π.Χ., τους Κίμβρους στην περιοχή Vercellea, ανάμεσα στο Μιλάνο και το Τουρίνο. Μετά τη δεύτερη αυτή νίκη του ο Μάριος βάδισε με τις λεγεώνες του προς το στρατόπεδο των ηττημένων. Εκεί τους περίμενε κάτι τελείως διαφορετικό από ό,τι είχαν ως τώρα αντιμετωπίσει. Από εδώ και πέρα, όμως, τη σκυτάλη της αφήγησης θα την πάρει ο σπουδαίος Γάλλος ιστορικός του !9ου αιώνα  Jules Michelet ( 1798-1874 ).

   Στο ιστορικό του έργο Ρωμαϊκή Ιστορία και στο κεφάλαιο “ Ο Μάριος εξολοθρεύει τους Κίμβρους και τους Τεύτονες’’ ( Marius extremine les Cimbres et les Teutons ) διαβάζουμε σε δική μου απόδοση την παράγραφο που κλείνει αυτό το κεφάλαιο: « Έμενε τώρα το βαρβαρικό στρατόπεδο με τις γυναίκες και τα παιδιά των ηττημένων. Ντυμένες με πένθιμα ρούχα, τους παρακάλεσαν να τους υποσχεθούν πως θα τις σεβαστούν και πως θα τις δώσουν ως σκλάβες  σε Ρωμαίες ιέρειες. Βλέποντας κατόπιν ότι η παράκλησή τους έγινε δεκτή με χλευασμούς, φρόντισαν οι ίδιες για την ελευθερία τους. Πρώτα απελευθέρωσαν τα παιδιά τους με τον θάνατο: τα έπνιξαν και τα έριξαν κάτω από τους τροχούς των κάρων. Έπειτα κρεμόντουσαν και  προσαρτούσαν, δεμένες με σκοινί, το σώμα τους πάνω στα κέρατα των βοδιών. Στη συνέχεια τα τσιγκλούσαν για να τις συντρίψουν. Τα σκυλιά της ορδής υπερασπίστηκαν τα πτώματά τους. Χρειάστηκε οι Ρωμαίοι να τα εξοντώσουν με σαϊτιές». Ιστορική πηγή για τον Michelet o  ιστορικός  Τitus  Livius, Ab Urbe Condita, L, 68.

  Διαβάζοντας κανείς αυτό το περιστατικό της Ρωμαϊκης Ιστορίας, θέτει, με αρκετή δόση ειρωνείας βέβαια, το εξής ερώτημα: Ποιος από τους δυο αυτούς λαούς δείχνει με τη  στάση του πολιτισμένος, οι αλαζόνες νικητές Ρωμαίοι, που ειρωνεύονται και σαρκάζουν τα γυναικόπαιδα,  ή οι γυναίκες των βαρβάρων, που έβαλαν πάνω από τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους τα ιδανικά της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας; Και αυτό που κάνει ακόμα πιο καυστική την ειρωνεία αυτής της ερώτησης είναι ότι ο ιστορικός που φέρνει στο φως αυτό το περιστατικό, που αμαυρώνει κάπως τη μεγάλη αυτή νίκη των Ρωμαίων, είναι συμπατριώτης τους. Επομένως, η αξιοπιστία αυτού του γεγονότος είναι αναμφισβήτητη. Συμπέρασμα: Αν θέλουμε  η εθνική μας  υπερηφάνεια να μη φτάνει ποτέ στα όρια της αλαζονείας, για να μην πω της γελοιότητας, κάπου-κάπου ας διαβάζουμε και παγκόσμια ιστορία. Ιδιαίτερα για εμάς τους Έλληνες, που συχνά ρέπουμε  προς την προγονοπληξία, η παγκόσμια ιστορία είναι ό,τι για τον ιεροκήρυκα η Βίβλος.

            

 

                                                                                                                  

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.