ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Φάνης Κωστόπουλος: VIRGINIA  WOOLF, η μεγάλη κυρία του μοντερνισμού

  Μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, η  Βιρτζίνια Γουλφ ( 1882-1941 ) σφράγισε με το έργο της  τη λογοτεχνία του 20ου αιώνα και έλαβε περίοπτη θέση ανάμεσα στους νεωτεριστές του αιώνα: Τζόις, Προυστ, Κάφκα. Το έργο της συνέβαλε στην ανατομία της συνείδησης μέσα από ριζικούς, μορφικούς νεωτερισμούς και χάραξε τη νέα πορεία του μυθιστορήματος στον 20ο αιώνα. Για τη Γουλφ στόχος της μυθοπλασίας δεν είναι η αληθοφανής εξωτερική πραγματικότητα, όπως υποστηρίζουν οι ρεαλιστές, αλλά οι ρευστές και ασυνεχείς διεργασίες της ανθρώπινης συνείδησης. Η γραφή της είναι λυρική, υπαινικτική, ελλειπτική, διερευνητική και στρέφεται προς το εσωτερικό, όπου κουρνιάζουν αντιφατικά συναισθήματα, φευγαλέες σκέψεις και ετερόκλιτες και αποσπασματικές εντυπώσεις των καθημερινών ανθρώπων. Όλα τούτα αποτυπώνονται σε ατελείς και πολυπρισματικές αφηγήσεις, στις οποίες κυριαρχούν οι τεχνικές του εσωτερικού μονόλογου και της ροής της συνείδησης.

   Οι μοντερνιστικές καινοτομίες της Γουλφ εγκαινιάζονται ήδη στο μυθιστόρημα Το δωμάτιο του Ιάκωβου ( 1922 ), το οποίο μάλιστα διαδραματίζεται εν μέρει στην Ελλάδα, και όπως παρατηρεί ο Έλιοτ, σε τούτο το έργο η Γουλφ αρχίζει να βρίσκει τη «δική της φωνή». Εδώ πρώτη φορά εγκαταλείπει τη γραμμική αφήγηση για να πειραματιστεί με τη σκιαγράφηση του μυθιστορικού χαρακτήρα. Από όσα ειπώθηκαν καταλαβαίνει κανείς ότι η Γουλφ είναι δύσκολη συγγραφέας και ένας μέσος αναγνώστης διστάζει, για παράδειγμα, να μπει σε αναγνωστική περιπέτεια για να διαβάσει την  Κυρία Νταλογουέι, ένα βιβλίο όπου η Γουλφ αφηγείται, όπως ο Τζόις στον Οδυσσέα, μια καθημερινή μέρα της ηρωίδας. Εδώ η μυθιστορηματική της στόφα διακρίνεται για τον τρόπο που κεντάει σκηνές της καθημερινότητας: απλές κινήσεις, βλέμματα, λόγια και σκέψεις πίσω απ’ τα λόγια. Οι μεταφορές της αστράφτουν και βοηθούν  το μάτι να φτάσει στο βάθος των πραγμάτων, ενώ ο τρόπος που περιγράφει το πέρασμα ενός αυτοκινήτου ή το πώς ανοίγει μια γυναίκα την ομπρέλα της, απλές δηλαδή λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, που διηγούνται πολύ πιο παραστατικά τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ηρώων. Και αυτό γιατί η Γουλφ ήξερε καλά πως ό,τι και να λένε φωναχτά οι άνθρωποι, ό,τι και να ισχυρίζονται στα σαλόνια και στις κρεβατοκάμαρες, το σώμα και οι μικρές κινήσεις αποκαλύπτουν τον εσωτερικό κόσμο καλύτερα. Η εκλεκτικιστική της παιδεία – που  οφείλεται  σε βιβλία ιστορίας, φιλοσοφίας, βιογραφίας, κλασικής και νεότερης γραμματείας – είχε μια ευρύτητα που δύσκολα απαντά κανείς σε άλλους συγγραφείς και που αντανακλάται προσφυώς στο πολυσχιδές και απαιτητικό έργο της.

    Πολλοί είναι εκείνοι που θυμούνται τον τίτλο του θεατρικού έργου του Έντουαρντ Άλμπι  Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;, ένα έργο που δεν έχει σχέση με την Αγγλίδα μυθιστοριογράφο, ο τίτλος όμως υπαινίσσεται μια αλήθεια για το ύφος και το ήθος της κορυφαίας συγγραφέα. Πράγματι, μετά τις πρώτες λογοτεχνικές επιτυχίες και το πρώτο πληρωμένο άρθρο της στην εφημερίδα Γκάρντιαν, η Βιρτζίνια απέβαλε τη ντροπαλοσύνη που τη χαρακτήριζε τις πρώτες Πέμπτες στην ομάδα Μπλούμσμπερι και η αδεξιότητα αυτή μετατράπηκε ξαφνικά σε καυστική ειρωνεία. Η πολυμάθειά της, η τάση της να σατιρίζει και η νεοαποκτηθείσα λογοτεχνική της φήμη, συνέθεσαν μια προσωπικότητα που όλοι τη θαύμαζαν, αλλά και όλοι τη φοβόντουσαν. Η Βιρτζίνια Γουλφ, όπως και μερικές άλλες γυναίκες πρωτοπόροι, υπήρξε ένα  είδωλο του φεμινισμού, που τόλμησε να ζήσει με τον τρόπο που διάλεξε. Στο  Ένα δικό σου δωμάτιο, που αποτελεί μια συμβολική στροφή στο έργο της, η Γουλφ για πρώτη φορά χρησιμοποιεί την προσωπική της εμπειρία, για να υποστηρίξει το γυναικείο κίνημα. Αν λοιπόν στο μυθιστόρημα Ορλάντο σατιρίζει ανελέητα τις κοινωνικές συμβάσεις, σε τούτο το βιβλίο υπερασπίζεται, με ασυνήθιστη τόλμη, την ελευθερία των γυναικών. Αντίθετα, μάλιστα, από ό,τι φοβόταν, η κριτική δεν επέκρινε τον φεμινισμό της και το βιβλίο έσπασε όλα τα ρεκόρ τόσο στην Αγγλία όσο και στις ΗΠΑ. Σήμερα, όπως την ξέρουμε από τα βιβλία της, τα ημερολόγιά της και τις βιογραφίες που γράφτηκαν για τη ζωή της και το έργο της, πέρα από το ότι ήταν μια πολυδιάστατη γυναίκα που έζησε στο μεταίχμιο της εκπνοής των βικτωριανών αξιών και των αρχών του 20ου αιώνα, ενός αιώνα με δραματικές αλλαγές στην ανθρώπινη ιστορία, υπήρξε ακόμα και μια γυναίκα σχεδόν μυθική.

                                                 

   Το 1878, όταν η Τζούλια Πρίνσεπ Τζάκσον, η μητέρα της Βιρτζίνιας Γουλφ, παντρεύεται τον Λέσλι Στίβεν, έναν σκοτεινό και αυστηρό διανοούμενο, έχει ήδη τρία παιδιά από τον πρώτο της γάμο με τον Χέρμπετ Ντράκγουερθ: τον Τζορτζ, γεννημένο το 1868, τη Στέλλα, γεννημένη το 1869, και τον Τζέραλντ, που γεννήθηκε το 1870, λίγους μήνες μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του. Ο Λέλσι, από την πλευρά του, έχει επίσης από τον πρώτο του γάμο ένα κορίτσι, τη Λάουρα, που περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε άσυλο ψυχοπαθών. Μαζί το ζευγάρι θ’ αποκτήσει τέσσερα παιδιά: τη Βανέσα, το 1879, τον Τόμπι, το 1980, τη Βιρτζίνια, το 1882 και τον Έντριαν, το 1883. Όπως κάθε ευκατάστατη, βικτωριανή οικογένεια, έτσι και οι γονείς της Βιρτζίνια έχουν δυο σπίτια: εκείνο στο Λονδίνο, στον αριθμό 22 της Χάιντ Παρκ Γκέιτ, στη μεγαλοαστική συνοικία  Κένσινγκτον, και εκείνο στο Σεντ Άιβς, όπου η οικογένεια πήγαινε για τις καλοκαιρινές διακοπές. Για τη μικρή Βιρτζίνια το εξοχικό σπίτι της οικογένειας ήταν το σπίτι της ευτυχίας και το Σεντ Άιβς ένας παιδικός παράδεισος.

    Αντίθετα από τον μεγάλο αδελφό της, τον Τόμπι – που τον θαύμαζε πολύ και που ήταν το κεντρικό πρόσωπο όχι μόνο στο μυθιστόρημα της Στο Φάρο, ένα βιβλίο με θέμα τα παιδικά της χρόνια, αλλά και στην ίδια της τη ζωή – η Βιρτζίνια δεν πήγε ποτέ σχολείο. Πήρε την εγκύκλια μόρφωση με ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι. Τις περισσότερες ώρες διάβαζε μόνη της μέσα στο δωμάτιό της. Η ανάγνωση ήταν η μόνη της διασκέδαση και τα βιβλία η καλύτερη συντροφιά της. Μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών, οι αναγνώσεις της μικρής Βιρτζίνια καθοδηγούνται, σε μεγάλο βαθμό, από τον αυστηρό και δεσποτικό πατέρα της, που συμβάλλει με αυτόν τον τρόπο στην καλλιέργεια της κλίσης της. Από καιρό σε καιρό όμως, της επιτρέπει να διαβάσει και μυθιστορήματα. Συνήθως όμως της υποδεικνύει δύσκολα βιβλία για ένα κοριτσάκι της ηλικίας της. Κάτω από την πατρική καθοδήγηση θ’ ανακαλύψει τα ιστορικά βιβλία του Τόμας Καρλάιλ που ήταν φίλος του πατέρα της, ενώ θα ξεκοκαλίσει και την πολύτομη αυτοβιογραφία του Ουώλτερ Σκότ, που ήταν ο αγαπημένος συγγραφέας της μητέρας της. Αυτό πάντως που εντυπωσιάζει είναι ότι αυτό το μικρό κορίτσι δεν φοβόταν τον όγκο των βιβλίων και ότι στο προσκεφάλι του υπήρχαν πάντα τρία ή τέσσερα βιβλία: Όμηρος, Ευριπίδης, Σοφοκλής, Πλάτων, αλλά και Τζέιν Όστεν, Ντίκενς, Τζορτζ  Έλιοτ, Χόθορν, που της άρεσε να τα διαβάζει φωναχτά στην αδελφή της. Ακόμα κάτι: σε όλη της τη ζωή θα κρατάει κατάλογο των βιβλίων που διαβάζει.

  Όσο όμως προχωρούσαν τα χρόνια της εφηβικής ηλικίας, τόσο πιο πολύ άρχισε να της αρέσει το Λονδίνο με τα περίφημα σουαρέ του από την εξοχή που προτιμούσε στα παιδικά της χρόνια. Αν και αντιπαθούσε τον Τζον Ντάκγουερθ, τον  πρωτότοκο ετεροθαλή αδελφό της, αυτός είναι που θα τη μυήσει στα λονδρέζικα σουαρέ, αλλά και στους παραδείσους του σαρκικού έρωτα. Πάντως, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι κατ’ εξακολούθηση βιασμοί, στους οποίους υπέβαλε ο Τζορτζ τις δυο ετεροθαλείς αδελφές του, συνέβαλαν πολύ στο  να κλονιστεί περισσότερο η ήδη κλονισμένη υγεία της Βιρτζίνια. Ο Τόμπι, ο μεγάλος αδελφός της, που ήταν φοιτητής εκείνη την εποχή, προτιμούσε να κλείνει τα μάτια σε αυτά που γίνονταν στο σπίτι. Όσο για τις δυο αδελφές, το να καταγγείλουν τον ετεροθαλή αδελφό τους για βιασμό, σε μια τόσο πουριτανική εποχή, ήταν κάτι αδιανόητο. Η ζωή της Βιρτζίνια, πάντως, είναι κόλαση, καθώς αντιμετωπίζει  την ημέρα τις αδικαιολόγητες επιπλήξεις του αυταρχικού πατέρα  και τη νύχτα τις «επιθέσεις» του αδελφού, που συνήθιζε μάλιστα να επαίρεται για τις βικτωριανές του αρχές.

  Το 1895, η μάνα με τους τέσσερις γιους και τις τρεις κόρες έκλεισε για πάντα τα μάτια της. Εκείνη ακριβώς την χρονιά, που η Βιρτζίνια είναι μόλις δεκατριών ετών, άρχισαν να παρουσιάζονται τα πρώτα συμπτώματα της κατάθλιψης. Εννέα χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας, το 1904, δυο οικογενειακά γεγονότα θα βάλουν τέρμα στο δικτατορικό καθεστώς που επικρατούσε στο σπίτι  των Στίβεν. Το ένα είναι ο θάνατος του πατέρα, του οποίου ο αυταρχισμός ήταν ολέθριος για την εύθραυστη υγεία της Βιρτζίνια× το άλλο ήταν ο γάμος του Τζορτζ Ντράκγουερθ , πράγμα που σημαίνει ότι ο βιαστής αδελφός θα φύγει οριστικά από το πατρικό σπίτι. Τέρμα λοιπόν στις αδικαιολόγητες επιπλήξεις του Λέλσι  Στίβεν× τέρμα και στα υποχρεωτικά σουαρέ, που ξέρουμε πολύ καλά πού  κατέληγαν…

  Το καλοκαίρι του 1904 η Βιρτζίνια περνάει μια περίοδο βαθιάς κατάθλιψης. Ακόμη και για την αγαπημένη της αδελφή Βανέσα ήταν ένα βάρος για την αυστηρή προσοχή που απαιτούσε η αρρώστια της. Για ν’ απαλλαγούν από την παρουσία της, την έστελναν για λίγες μέρες σε διάφορους συγγενείς. Η μόνη της παρηγοριά τότε ήταν η λογοτεχνία, ενώ στο στόμα της ήταν συχνά αυτή η φράση: «Να επιβιώσω για να γράψω». Στο τέλος του καλοκαιριού η κατάσταση της υγείας της αλλάζει προς το καλύτερο, γιατί όπως λέει και ο Ελύτης στη συμβουλή που θα μπορούσε να της δώσει: Υπάρχει πάντα μια δεύτερη τύχη που ακολουθεί πίσω από την πρώτη (Εκ του Πλησίον). Η Βιρτζίνια σημειώνει τότε στο Ημερολόγιό της: «Ξέρω καλά ότι μπορώ να γράψω». Ο θάνατος του πατέρα και ο γάμος του ετεροθαλούς αδελφού λειτούργησαν μέσα της σαν καταλύτης. Λίγο-λίγο ξαναβρήκε την ενέργεια που της έλειπε και ένα κουράγιο που δεν είχε ποτέ υποψιαστεί.

   Τον Οκτώβριο του 1904 τα παιδιά των Στίβεν μετακομίζουν στον αριθμό 46 της  Γκόρντον Σκουέαρ. Όσο για τη Βιρτζίνια μοιάζει να έχει ξαναγεννηθεί. Μεγάλη είναι η δυσαρέσκεια των φίλων των γονιών τους, όταν μαθαίνουν πως τα παιδιά των Στίβεν εγκαταλείπουν την αστική συνοικία του Κένσινγκτον, για να εγκατασταθούν στη μποέμ συνοικία του Μπλούμσμπερι. Εκείνη την εποχή η Βιρτζινία γράφει στο Ημερολόγιό της: «Το Μπλούμσμπερι είναι χίλιες φορές πιο ενδιαφέρον από το Κένσινγκτον». Όσο για τις βικτωριανές αρχές του βιαστή αδελφού και του αυταρχικού πατέρα, ρίχτηκαν για καυσόξυλα στο τζάκι. Κάθε Πέμπτη, στις εννιά το βράδυ, μαζεύονταν στο σπίτι των αδελφών Στίβεν νέοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, που οι περισσότεροι ήταν συμφοιτητές και φίλοι του Τόμπι. Ένας από αυτούς ήταν και ο μελλοντικός σύζυγος της Βιρτζίνια, ο Λέοναρντ Γουλφ. Χωρίς αμφιβολία η Βιρτζίνια, καθώς ήταν πειραχτήρι, συνέβαλε στο να δημιουργηθεί μια ψεύτικη εικόνα για εκείνη την ομάδα των διανοούμενων, που δεν είχε ακόμα  ονομαστεί Μπλούμσμπερι και που σόκαρε πολύ την αστική τάξη. Πράγματι, όλα τα μέλη της ομάδας – που είχαν βγει κατευθείαν από το Κέμπριτζ, το ίδιο πανεπιστήμιο από το οποίο είχε βγει και ένας μεγάλος ποιητής που είχε επίσης προκαλέσει όλο το Λονδίνο με τη νεανική του παρουσία και συμπεριφορά, ο Μπάιρον – ήταν ο ένας πιο ατημέλητος απ’ τον άλλο. Αυτή η αδιαφορία για την εμφάνισή τους ήταν αυτό που γοήτευε πάνω απ’ όλα τη Βιρτζίνια, ενώ επεδίωκε με κάθε τρόπο να διαδοθεί παντού ότι «η αδιαφορία για την εμφάνιση αποτελεί ένδειξη ανωτερότητας».

  Στο Ημερολόγιο της Γουλφ, υπάρχει μια αποκαλυπτική φράση, την οποία ο Λέοναρντ Γουλφ, ο σύζυγος και φύλαξ άγγελος της Βιρτζίνια στην αρρώστια της, αυτός που φρόντισε να μην πάει ποτέ σε ίδρυμα ψυχοπαθών για να έχει καιρό για γράψιμο, βιάστηκε να τη λογοκρίνει. Ήταν μια φράση που αποκάλυπτε μια ακόμη πλευρά του εαυτού της: «Οι φιλίες μου με τις γυναίκες μ’ ενδιαφέρουν». Είχε λοιπόν σοβαρούς λόγους ο Λέοναρντ Γουλφ που ήθελε να εξοβελίσει αυτή τη φράση, γιατί η έλξη που αισθάνεται η Βιρτζίνια για τις γυναίκες εμφανίζεται από τα εφηβικά της χρόνια. Πιθανότατα μετά τον θάνατο της μητέρας της. Η Ματζ Σίμοντς, κόρη του συγγραφέα Άντινγκτον Σίμοντς, ήταν η πρώτη που σκλάβωσε την καρδιά της. Με την πρώτη ματιά  η Βιρτζίνια γοητεύεται από αυτό το όμορφο και αντισυμβατικό κορίτσι με τις μεγάλες λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Αμέσως μετά θα την κάνει πρότυπό της. Η Ματζ, από την πλευρά της, θα την κατατάξει στις παλιές, καλές φιλίες της. Είναι, πράγματι, πολλές  οι γυναικείες φιλίες που είχε η Βιρτζίνια Γουλφ  στη σύντομη ζωή της. Είναι, θα έλεγε κανείς, σχέσεις με γυναίκες, κατά κανόνα, μεγαλύτερές της στην ηλικία. Και αυτό γιατί κοντά τους έβρισκε την ερωτική διέγερση και ταυτόχρονα τη μητρική συμπαράσταση. Πάντως, αρνείται τις ετικέτες και τις τυμπανοκρουσίες. Γιατί η Βιρτζίνια Γουλφ, μια γυναίκα ερωτευμένη με την ελευθερία, ο λεσβιασμός δεν αντιστοιχεί σε καμία κατηγορία που θα μπορούσε να ενταχθεί. Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στην άρνησή της να επιλέξει μία ανάμεσα  στις ταυτότητες που συνθέτουν την προσωπικότητά της. Δεν θεωρεί, λοιπόν, τον εαυτό της ούτε κανονική σύζυγο, ούτε  «σ α π φ ί σ τ ρ ι α » , όρο που προτιμά από εκείνον της λ ε σ β ί α ς. Τελείως αντίθετα,   αναγνωρίζει πως είναι μια γυναίκα  « π ο λ ύ   α ν ά μ ι κ τ η ».

                                                                

     « Αυτοί οι κακούργοι, οι Θεοί. δεν πρόκειται να τα έχουν όλα με το μέρος τους», γράφει με φανερή αγανάκτηση στο αριστούργημά της  Η Κυρία Ντάλογουεϊ. Είναι  στην τελευταία μέρα της ζωής της με απόφαση  βέβαια δική της και όχι κάποιας ανώτερης δύναμης. Και αυτό γιατί  θέλουν  οι Θεοί να βάλουν τέρμα στο έργο της με έναν άδικο και εξευτελιστικό τρόπο: της παίρνουν το λογικό με αντάλλαγμα την παράνοια. Ναι, με τέτοιες, ακριβώς τέτοιες συναλλαγές διασκεδάζουν οι Θεοί με τους ανθρώπους. Η  γ ρ α φ ή  όμως είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για ν’ αποφασίζουν οι Θεοί  πότε θα μπει τελεία και παύλα. Γι αυτό κι εκείνη φρόντισε, με αφορμή την ανθρώπινη αξιοπρέπειά της, να μην τους κάνει το χατίρι – και έβαλε μόνη της τελεία και παύλα στο έργο της και στη ζωή της, απορρίπτοντας την επονείδιστη προσφορά τους, που  είχε σκοπό, με την  παράνοια, να εξευτελίσει το υπέροχο πνεύμα της. Πριν όμως  σπάσει τον κάλαμό της, έγραψε, φεύγοντας για το μεγάλο ταξίδι, δυο επιστολές με αποδέκτες τα πρόσωπα που μετρούν περισσότερο στη ζωή της: τον σύζυγό της και την αδελφή της Βανέσα, όπου τους εξηγεί τους λόγους για τους οποίους πήρε αυτή την απόφαση. Η Βιρτζίνια  Γουλφ, η εμβληματική μοντερνίστρια του 20ου  αιώνα, έχοντας πέτρες βαριές στις τσέπες του παλτού της, ρίχτηκε , εκείνο το πρωί, στον ποταμό Ους , αφήνοντας πίσω της ένα μεγάλο έργο στην παγκόσμια λογοτεχνία. Το πρωινό εκείνο, το ημερολόγιο έδειχνε 28 του Μάρτη 1941.

                                         

 

                     

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.