You are currently viewing Φωτεινή Χρηστίδου: Τα δέντρα που αγάπησα

Φωτεινή Χρηστίδου: Τα δέντρα που αγάπησα

                                                                  

                        

Η αγάπη μου για τα δέντρα ξεκινάει από τα παιδικά μου χρόνια και με διάλειμμα κάποιων ετών, οπότε και δοκιμάστηκε σοβαρά, φτάνει μέχρι σήμερα. Όταν ήμουν παιδί δεν είχα συνειδητοποιήσει τα συναισθήματά μου για τα δέντρα, απλά τα βίωνα. Πολύ αργότερα, διαβάζοντας το διήγημα του Στρατή Τσίρκα ‘’Το δέντρο’’, ταυτοποίησα την αγάπη αυτή.

Τα συναισθήματά μου πάγωσαν την εποχή των πολλών οικογενειακών και επαγγελματικών ευθυνών, μια εποχή που η σωματική και η ψυχοπνευματική κόπωση παραχώρησαν μέρος της ευαισθησίας και της τρυφεράδας στην απάθεια και ενίοτε τη σκληρότητα. Ντρέπομαι, μα θα το ομολογήσω. Υπήρξα, πριν δεκαετίες, θιασώτρια της κοπής ενός δέντρου, μιας τεράστιας ακακίας Κωνσταντινουπόλεως που γέμιζε την είσοδο του παραθεριστικού μας με ξερά λουλούδια και φύλλα. Στο πρώτο χάδι του ανέμου σέρνονταν όλα στην πλακόστρωτη μικρή του αυλή και μ΄ανάγκαζαν να είμαι καθημερινά με τη σκούπα στο χέρι.

Ευτυχώς για μένα, το έγκλημα δεν συντελέστηκε τότε, διαφορετικά θα το είχα βάρος στη συνείδησή μου. Μερικά χρόνια αργότερα όμως, όταν αρχές καλοκαιριού επισκέφθηκα το σπίτι, διαπίστωσα την απουσία της ακακίας και τότε πήρα το μάθημά μου. Ούτε σκιά πιά, ούτε κελαηδήματα πουλιών, ούτε απάγκιασμα του βλέμματος! Μόνο η άχαρη ταράτσα του απέναντι σπιτιού με τη μεταλλική εγκατάσταση του ηλιακού θερμοσίφωνα να αντανακλά τις φλογερές ακτίνες!

Τα πρώτα δέντρα που αγάπησα ήταν αυτά του κήπου μας. Μεγάλωσα σε μονοκατοικία με ευρύχωρο κήπο πνιγμένο στα λουλούδια και τα οπωροφόρα. Το σπίτι ήταν διώροφο. Μια αυτοσχέδια ξύλινη σκάλα πλάι στην άνετη βεράντα της κουζίνας οδηγούσε στην αυλή. Στα δεξιά της μικρής σκάλας υψώνονταν μια σχετικά κομψή για το είδος της συκιά. Καρποφορούσε άφθονα, λεπτόφλουδα, γλυκύτατα άσπρα σύκα, κι η χαρά μου ήταν να τ΄ανακαλύπτω ανάμεσα στα φύλλα και να τα καταναλώνω άμεσα. Με το που κατέβαινα στην αυλή, στα αριστερά μου συναντούσα τη λυγερόκορμη, κοντούλα μα πολύκλωνη, κορομηλιά. Η σκιά στο μονοπάτι δίπλα της ήταν ανακουφιστική, τα φυλλαράκια της μικρά αλλά τόσο πυκνά, σχεδόν αδιαπέραστα από τις ηλιακές ακτίνες! Τα ρείκια της όμως δοκίμαζαν για καλά την υπομονή μου! Περίμενα πώς και πώς να κιτρινίσουν, να μαλακώσουν και να γλυκάνουν για να μπορέσω να τα γευτώ με ευχαρίστηση, χωρίς γκριμάτσες ξινίλας στο πρόσωπο. Λίγο ψηλότερα, ένα επίπεδο πιο πάνω απ΄το κοτέτσι, στέκονταν ταπεινή, εποπτεύοντας λόγω θέσης όλο σχεδόν τον κήπο, η ελιά. Με γοήτευε το ασήμι των μυτερών της φύλλων, δεν μου άρεσαν και πολύ τότε οι καρποί της, μεγαλύτερη αδυναμία είχα στα φρούτα, τα βερύκοκα και τα σύκα κυρίως. Η βερυκοκιά μας ως δέντρο ήταν μάλλον συνηθισμένη, ψηλόκορμη κι ευθυτενής, αλλά κάπως άχαρη. Στην εποχή της καρποφορίας της όμως ήτανε χάρμα οφθαλμών! Το καταπράσινο των φύλλων της ερχόταν σε αρμονική αντίθεση με το πορτοκαλί των φρούτων της που μοσχοβολούσαν κι ήταν γευστικότατα. Η ροδιά και μια ακόμη συκιά συμπλήρωναν την παρέα των οπωροφόρων μας. Την ροδιά μας την καμάρωνα στην ανθοφορία της, παρατηρούσα τους καρπούς της να δένουν σιγά σιγά, να μεγαλώνουν, ν΄ανοίγουν, ν΄αποκαλύπτουν το χυμώδες εσωτερικό τους με τα αμέτρητα βυσσινιά σπυριά, αλλά ως εκεί.

                                                                          

                                                                                                                                                

Τα αισθητικά υπέροχα ρόδια της δεν ήταν αρκετά γλυκά για τις προτιμήσεις μου.

Την πιο στενή και αγαπητική σχέση την είχα με τη συκιά μας με τα σκουρόχρωμα σύκα. Ένα δέντρο θεόρατο, κάπως άγριο στην όψη, γεμάτο σκληρούς κόμπους στον χοντρό, γκρίζο κορμό και τα κλαδιά του, με φύλλα μεγάλα, τραχιά, με φουσκωμένα νεύρα να τα διατρέχουν και καρπούς χοντρόφλουδους, σαρκώδεις και γαλακτερούς. Πολλές φορές μετάνιωνα που κρεμιόμουν στα κλαδιά της για ν΄αδράξω ένα λαχταριστό σύκο όταν το άγγιγμα των φύλλων της γέμιζε την επιδερμίδα μου κοκκινίλες και μου έφερνε ανυπόφορη φαγούρα. Παρόλα αυτά ήταν το καταφύγιό μου! Η κατανομή των κλαδιών της ήτανε τέτοια που μου επέτρεπε να εγκαταστήσω εκεί το δεντρόσπιτό μου. Σκαρφάλωνα με άνεση και καθόμουν στις διχάλες που σχημάτιζαν ο κορμός με τους βραχίονες των κλωναριών της με τις ώρες, μαζί με τις αγαπημένες μου κούκλες, τα κουζινικά μου, υποδυόμενη ρόλους μεγάλης γυναίκας, μητέρας και νοικοκυράς. Στο δεντρόσπιτό μου δεχόμουν και τις φίλες μου, εκεί να δείτε παιχνίδι, έχει μείνει όμως μέσα μου κυρίως ως ένας χώρος προσωπικός, μυστικός κι απροσπέλαστος στους άλλους.

Ένα άλλο αγαπημένο μου δέντρο, που όμως μόνο από μακριά χαιρόμουν, καθώς βρισκόταν στις εσχατιές του κήπου μας, τριγυρισμένο από τσουκνίδες και αγκαθερούς θάμνους, ήταν η αμυγδαλιά. Καρποφορούσε λίγα μύγδαλα, ωστόσο το καμάρι όλων μας για τη νυφούλα του κήπου μας, προάγγελο της Άνοιξης, ήταν μεγάλο!

Το μοναδικό μη οπωροφόρο δέντρο μας ήταν το κυπαρίσσι. Ευθυτενές, θλιμμένο, αποκομμένο από τα υπόλοιπα, μόνο με τη μυγδαλιά γειτόνευε, βρισκόταν στη γωνία της ανατολικής με τη νότια πλευρά του κήπου, σηματοδοτώντας το όριο του οικοπέδου μας με το παρακείμενο κατηφορικό μονοπάτι και τον κάτω δρόμο. Μου προκαλούσε δέος, με τις δύο σημασίες του όρου, σεβασμό, για τη αυστηρότητα και την περηφάνεια του και φόβο, για το απόκοσμό του. Από πολύ μικρή το είχα συνδέσει με τα κοιμητήρια, όπου ήταν κυρίαρχο.

Δύο ακόμη δέντρα, όχι τόσο γνωστά και διαδεδομένα σήμερα πια, πολύ αγαπητά όμως σ΄ εμένα, συγκινούμαι όταν αραιά και που τ΄ανακαλύπτω κάπου, έμειναν ανεξίτηλα στις μνήμες εκείνων των χρόνων. Πρόκειται για μια τζιτζιφιά και μια μουριά, μεγαλωμένες στην αυλή της γειτόνισσάς μας, που λόγω πληθωρικότητας, της τζιτζιφιάς κυρίως, ένα μεγάλο μέρος των κλώνων τους, γέρνοντας πάνω στο λεπτό σύρμα του φράκτη, έπεφτε στη δική μας μεριά. Η τζιτζιφιά, που δέσποζε επιβλητική στη μικρή γειτονική αυλή, γνώριζε τη μεγαλύτερη δόξα της στην εποχή της ανθοφορίας της. Έβγαζε ένα διακριτικό, λεπτεπίλεπτο, μικρό, ζωγραφιστό θα έλεγες, κίτρινο ανθάκι, σαν αυτά που κοσμούσαν τα τσίτια, υφάσματα καλοκαιρινά, εμπριμέ συνήθως, που φοριόταν πολύ τότε από τις γυναίκες. Οι καρποί της είχανε το χρώμα της ώχρας, κομψοί κι αυτοί, στο μέγεθος της ελιάς, με εύθραυστη φλούδα, μαλακοί, στυφοί στη γεύση. Όσο για τη μουριά, δεν μπορώ να πω πως είχε ξεχωριστή ομορφιά ως δέντρο, οι βαθυκόκκινοι, ζουμεροί καρποί της όμως, που κρέμονταν από το μίσχο τους σαν μικρά τσαμπάκια, μου έχουν μείνει αξέχαστοι για τη γεύση τους!

Στην ωριμότητά μου, τα δέντρα που έκλεψαν το θαυμασμό μου και διεκδίκησαν την αγάπη μου αδιαπραγμάτευτα, βρίσκονται μακριά μου, όχι πια μόνο στο χρόνο, αλλά και τοπικά.

                                                                             

Είναι κάποια δέντρα που συνάντησα στη Νέα Αγγλία και στη Δυτική ακτή των Η.Π.Α. Κυρίαρχη θέση στην καρδιά μου κατέχουν οι ανθισμένες μανόλιες της Βοστόνης, δέντρα απίστευτης ωραιότητας, που διεγείρουν την όραση, την όσφρηση και την αφή όσο λίγα. Υπερμεγέθεις οι περισσότερες, φουντωτές, καλοσχηματισμένες, ελκυστικές, με τα στιλπνά τους φυλλώματα να λάμπουν κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο, επιδεικνύουν φιλάρεσκα τα ροδόχροα, μοσχομυριστά, βελούδινα άνθη τους στον περαστικό, ηδονική απόλαυση που προσφέρεται απλόχερα, χωρίς καμιά φειδώ.

‘Ένα άλλο δέντρο αρκετά συχνό στις επίπεδες, καταπράσινες εκτάσεις της Μασσαχουσέτης, είναι ένα είδος βελανιδιάς. Δεν το έχω πετύχει ποτέ στη φάση της ανθοφορίας του, ούτε κι όταν οι καρποί του είναι στις δόξες τους. Προχωρημένο φθινόπωρο το έχω δει, με τους ξερούς καρπούς του, τα απομεινάρια τους για να είμαι ακριβής, στρώματα γύρω του, άδεια καύκαλα καφετιά, χιλιοσπασμένα. Το δέντρο αυτό όμως έτσι και το δεις δεν το ξεχνάς. Κορμός φαρδύς, παμπάλαιος, ρυτιδιασμένος, γεμάτος κάθετες χοντρές ραβδώσεις σαν αυλάκια, στιβαρός, άκαμπτος. Ρίζες που απλώνονται μέτρα μακριά, βγαίνουν στην επιφάνεια κι ανοίγονται προς όλες τις κατευθύνσεις, αδιάψευστοι μάρτυρες της επιμονής του, της ιστορίας του, της κυριαρχίας του. Δυσθεώρητο ύψος, κλαδιά που ξεκινούν χαμηλά απ΄τον κορμό, κάνουν ένα ελαφρύ σπάσιμο στο πλάι και στη συνέχεια ορθώνονται με την πλούσια φυλλωσιά τους, φτάνοντας ψηλά στον ουρανό, αποζητώντας το ευεργετικό χάδι του ήλιου.

Άφησα τελευταία κάποια λιγνά, κοκκαλιάρικα δέντρα της Δυτικής ακτής των Η.Π.Α. Τα συνάντησα στο παραλιακό μέτωπο της Σάντα Μόνικα. Δεν μ΄εντυπωσίασαν με τα άνθη τους, ούτε με τη μεγαλοπρέπειά τους, όπως τα προηγούμενα. Πρόκειται για έργα τέχνης, γλυπτά της φύσης, σμιλεμένα από τους ανελέητους αέρηδες του Ειρηνικού ωκεανού. Στέκουν ψηλά, στο όριο της παραλιακής οδού και της απέραντης αμμουδιάς που απλώνεται κάτω χαμηλά ώσπου να τη δροσίσει το θαλασσινό νερό. Μοιάζουν με νεαρά κορίτσια, άγουρα ακόμη, με τα μακριά μαλλιά τους ξέπλεκα, αφημένα στη μανιασμένη διάθεση του ανέμου, αναγκαστικά κοντά κοντά το ένα στο άλλο, γερτά στο ένα πλάι για ν΄αντέξουν τις αφηνιασμένες υγρές κι αέρινες ριπές και να προστατευτούν.

Περιέγραψα τα πιο αγαπημένα δέντρα της μέχρι τώρα ζωής μου. Μακάρι ο κατάλογος να μην τελειώσει εδώ και να μου δοθεί η ευκαιρία να βάλω στην καρδιά μου ακόμη περισσότερα δέντρα! Να παίρνω χαρά, ελπίδα και δύναμη μόνο επειδή υπάρχουν!

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.