Loading...
Γραφή & ΑνάγνωσηΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Χρήστος Αντωνίου: Η Προσκύνηση των τριών Μάγων στη ζωγραφική (Λίγα παραδείγματα).

Ένα από τα πιο αγαπητά θέματα στη βυζαντινή αλλά και αναγεννησιακή ζωγραφική είναι η «Προσκύνηση των τριών Μάγων» που ήρθαν από την Ανατολή να προσκυνήσουν τον νεογέννητο Χριστό και να του προσφέρουν τα  δώρα τους: χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Το περιστατικό αναφέρεται μόνο στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (Ματθ.β΄1-2), χωρίς μάλιστα τις απαραίτητες πληροφορίες : «Του δε Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας εν ημέραις  Ηρώδου του βασιλέως, ιδού μάγοι από ανατολών παρεγένοντο εις Ιεροσόλυμα λέγοντες πού εστιν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων; Είδομεν γαρ αυτού τον αστέρα εν τη ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ». Η περαιτέρω αφήγηση του Ευαγγελίου δεν μας πληροφορεί για τον αριθμό των μάγων ούτε για τον ακριβή χρόνο επίσκεψής των, παρά μόνον ότι, μετά την προτροπή του Ηρώδη να πάνε στη Βηθλεέμ, «ιδού ο αστήρ ον είδομεν τη ανατολή προήγεν αυτούς, έως ελθών έστη επάνω ου ην το παιδίον. Ιδόντες δε τον αστέρα εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα, και ελθόντες εις την οικίαν είδον το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού, και πεσόντες προσεκύνησαν αυτώ, και ανοίξαντες  τους θησαυρούς αυτών προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν».

Τίποτε άλλο. Ότι ήταν τρεις το συμπέρανε η χριστιανική παράδοση από τον αντίστοιχο αριθμό των δώρων. Το ότι βρήκαν το νεογέννητο βρέφος όχι στο σπήλαιο αλλά σε «οικία» δηλώνει ασφαλώς ότι ήλθαν μετά τη γέννησή του. Πότε ακριβώς κανείς δεν ξέρει κι ούτε έχει σημασία. Η χριστιανική παράδοση  συναίρεσε τους δύο διαφορετικούς χρόνους και τους ταύτισε, έτσι ώστε στη βυζαντινή αλλά και τη δυτική αναγεννησιακή ζωγραφική στις περισσότερες παραστάσεις της γέννησης να εικονίζονται και οι τρεις μάγοι. Κι είναι αυτές οι παραστάσεις πολλές και πανέμορφες. Αν έπρεπε να δημιουργήσουμε μιαν έκθεση ζωγραφικής στο Βυζαντινό Μουσείο αντίστοιχη με εκείνη που μόλις πρόσφατα είδαμε στο Μουσείο Μπενάκη με θέμα «το κάλλος», οπωσδήποτε θα συναριθμούσαμε πάμπολλες εικόνες γέννησης Χριστού και προσκύνησης των τριών μάγων.

Σε μερικές απ’ αυτές θα ήθελα να αναφερθώ σ’ αυτό το σημείωμα, μιας και έχουμε Χριστούγεννα. Και ως πρώτη προτείνω τη «Προσκύνηση των Μάγων» στο κοντινό καθολικό Μονής Δαφνίου που ανήκει στα τέλη του 11ου αι. μ.Χ. Πρόκειται για πανέμορφο ψηφιδωτό με έξι μορφές: Η Παναγία είναι καθισμένη και κρατά στην αγκαλιά της τον Χριστό που με το χέρι του ευλογεί τους προσερχομένους μάγους. Δίπλα της ένας υψηλός άγγελος σε μετωπική στάση υποδέχεται τους μάγους και με το αριστερό χέρι του τους δείχνει την Παναγία με τον Χριστό. Οι τρεις μάγοι, όχι ακριβώς ο ένας πίσω από τον άλλο, ώστε να δημιουργείται βάθος, υποκλίνονται ευγενικά κρατώντας τα δώρα τους. Οι επί μέρους παρατηρήσεις για την παράσταση κάθε μορφής θα έπαιρνε πολύ χρόνο, ωστόσο να υπογραμμίσω τα στοιχεία εκείνα που δημιουργούν όλο το κάλλος: α) τα πολύ ζωντανά χρώματα: χρυσό φόντο, διάφορα έντονα χρώματα των ενδυμάτων με τις πάμπολλες πτυχώσεις που δείχνουν  κοινωνική ευημερία και υψηλή αισθητική, β) η μεγάλη κινητικότητά των μορφών: οι τρεις μάγοι υποκλίνονται έντονα μπροστά στον Χριστό, αλλά κι ο Χριστός στρέφεται έντονα προς αυτούς ευλογώντας τους με το δεξί του χέρι. Ο άγγελος, αν και στέκεται μετωπικά δίνοντας έτσι στην παράσταση επισημότητα, ωστόσο με το αριστερό του χέρι καλοδέχεται τους προσερχομένους και με την αριστερή πελώρια φτερούγα του αναπεπταμένη δηλώνει δύναμη και προσφέρει ασφάλεια. Η κινητικότητα εντείνεται με την εκφραστική δύναμη των βλεμμάτων που δίνουν την εντύπωση ότι τα πρόσωπα διαλέγονται, γ) οι μορφές έχουν κανονικές αναλογίες που θυμίζουν τις κλασικές αναλογίες των ψηφιδωτών της Μονής της χώρας στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί μάλλον έχουν έρθει άλλωστε οι βυζαντινοί ζωγράφοι και τεχνίτες του ψηφιδωτού στο Δαφνί. Εκεί, στην παλαιολόγεια εποχή έγινε η μίξη των παραδόσεων του ελληνισμού, της λόγιας αριστοκρατικής και της λαϊκής με θαυμαστά αποτελέσματα, με τέτοιο τρόπο ώστε το ελληνικό πνεύμα, μετά την εικονομαχία, να δώσει έργα καταπληκτικού κάλλους.

 

Ως δεύτερη παράσταση  προτείνω την  προσκύνησης των τριών μάγων του Λεονάρντο ντα Βίντσι που φιλοτεχνήθηκε στα 1481-1482 (συλλογή της πινακοθήκης Ουφίτσι στη Φλωρεντία). Ήταν νέος καλλιτέχνης ο Λεονάρντο όταν δέχτηκε την παραγγελία των αυγουστιανών μοναχών του Σαν Ντονάτο α Σκοπέτο, χωριό που βρίσκεται κοντά στη Φλωρεντία. Άρχισε το έργο, αλλά δεν το αποτελείωσε ίσως, μεταξύ άλλων, γιατί θεώρησε  πως δεν μπορούσε να αποτυπώσει καλλιτεχνικά τις αισθητικές του συλλήψεις κι έτσι έμεινε ανολοκλήρωτο. Πρόκειται για ένα ιδιοφυές και ωραιότατο έργο. Για λεπτομερέστερη περιγραφή-ανάλυση δανείζομαι τις πληροφορίες από τη Βικιπαίδεια.

 

«Σε πρώτο πλάνο, στο κέντρο η Παναγία με το Βρέφος περιτριγυρισμένη από ένα πλήθος προσώπων – ανάμεσα στα οποία και οι μάγοι – το οποίο χαρακτηρίζει μια αίσθηση κυκλικότητας, μια δίνη δράσης και κινήσεων που στηρίζεται στο σύμπλεγμα της Παρθένου με το Βρέφος, που δίνει υπόσταση την παρουσία του Θεού που συνταράζει όλους τους παρευρισκόμενους. Μαζί με τους μάγους, η Παρθένος δίνει μορφή σε μια πυραμίδα, της οποίας αποτελεί την κορυφή. Το γεγονός ότι τα πόδια της είναι στραμμένα αριστερά ενώ το κεφάλι της και αυτό του Ιησού στρέφονται δεξιά δίνουν στην πυραμίδα μια αίσθηση περιστροφής. Το κεφάλι της Μαρίας είναι τοποθετημένο στην τομή των δύο διαγωνίων του πίνακα, που είναι σχεδόν τετράγωνος δεδομένης της ελάχιστης διαφοράς ανάμεσα στο μήκος και το ύψος, κι έτσι το κεφάλι της Παναγίας είναι ακριβώς στο κέντρο του πίνακα. Στο φόντο, κατά μήκος της διαγωνίου που σχηματίζουν δύο δέντρα, το πρώτο μια δάφνη, σύμβολο θριάμβου, και το δεύτερο ένας φοίνικας, σύμβολο μαρτυρίου που παραπέμπει στο “Άσμα Ασμάτων” του Σολομώντα, εξελίσσονται δύο σκηνές: στα δεξιά, μια συμπλοκή ενόπλων αντρών και αφηνιασμένων αλόγων, σαν σύμβολο της τρέλας των ανθρώπων που δεν έχουν ακόμη λάβει το χριστιανικό μήνυμα και στα αριστερά ένας ερειπωμένος ναός που παραπέμπει στην πτώση του Ναού της Ιερουσαλήμ. Εναλλακτικά πρόκειται για κάποιο παγανιστικό κτίριο, πιθανώς για τη Βασιλική του Μαξεντίου, για την οποία είχε ειπωθεί πως θα κατέρρεε αν μια παρθένος έφερνε στον κόσμο ένα παιδί. Κατά την παράδοση η βασιλική έπεσε τη μέρα της γέννησης του Χριστού, αν και στην πραγματικότητα χτίστηκε σε κατοπινή ημερομηνία. Στην κομματιασμένη αψίδα εμφανίζονται μικρά δέντρα σαν κι αυτά που βλέπουμε ανάμεσα σε ερείπια, όπου η φύση είχε όλο το χρόνο να ανακτήσει το χαμένο της έδαφος. Όπως και με το έργο του Μιχαήλ Αγγέλου, Doni Tondo, το φόντο αναπαριστά τον παγανισμό που υποτάσσεται στη χριστιανοσύνη, έναν κόσμο που εγκαινιάζεται από τη σκηνή που εξελίσσεται μπροστά. Επίσης, σύμφωνα με κάποιους ειδικούς, ο νεαρός που αποτελεί την τελευταία μορφή δεξιά, αποτελεί αυτοπροσωπογραφία του νεαρού Λεονάρντο. Ο Λεονάρντο αναπτύσσει την πρωτοποριακή του χρήση του chiaroscuro στην εικόνα, δημιουργώντας μια φαινομενικά χαοτική μάζα ανθρώπων βυθισμένων στο σκοτάδι και τη σύγχυση από την οποία οι μάγοι βαίνουν προς τις φωτισμένες μορφές της Μαρίας και του Ιησού, ενώ ο παγανιστικός κόσμος πίσω συνεχίζει να χτίζει και να υπάρχει αγνοώντας την νέα αποκάλυψη που συντελείται». Κι εδώ βρίσκουμε το κάλλος στην απόλυτη μορφή του.

Η τρίτη παράσταση προσκύνησης των τριών μάγων που προτείνω είναι εκείνη του Μιχαήλ Δαμασκηνού που βρίσκεται στο Μουσείο της Αγίας Αικατερίνης στο Ηράκλειο Κρήτης, όπου φιλοξενούνται και άλλες εικόνες αυτού του σπουδαίου ζωγράφου. Η εικόνα ελκύει αμέσως την προσοχή του επισκέπτη. Αφηγείται την έλευση των Μάγων στη Βηθλεέμ και την προσκύνηση του Θείου Βρέφους. Στο κέντρο δεσπόζουν οι μορφές των μάγων με σημαντικότερη και πλέον εντυπωσιακή εκείνη του εστεμμένου μάγου, ο οποίος κοιτάζει κατάματα τον θεατή. Το ντύσιμό του είναι βενετσιάνικο και παραπέμπει σε άνδρα υψηλής κοινωνικής τάξης. Η μετωπική ματιά του έχει οδηγήσει πολλούς μελετητές στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για τον ίδιο τον ζωγράφο του έργου.

Κάτω αριστερά εικονίζεται η Αγία Οικογένεια. Η Παναγία κρατά στην αγκαλιά της τον Ιησού και  δέχονται από κοινού τα δώρα των μάγων. Ο Ιωσήφ εικονίζεται σε μικρή απόσταση από την Παναγία και τον Χριστό, όπως στις περισσότερες παραστάσεις γέννησης, αφού δεν είναι ο πατέρας, αλλά ο προστάτης της Οικογένειας. Η έκφρασή του σε όλες τις αντίστοιχες παραστάσεις δείχνει απορία και συλλογισμό, αφού δεν μπορεί να κατανοήσει το μυστήριο της παρθενογέννησης. Οι μορφές τους είναι βυζαντινής νοοτροπίας, αλλά είναι φανερό  πως φέρνουν επάνω τους και δυτικές επιρροές.

Ο γέροντας μάγος με τη μακριά γενειάδα και πολυτελή ενδυμασία προσφέρει το δώρο του, ενώ ο Χριστός τον ευλογεί με το χέρι του. Ο εστεμμένος με ακτινωτό στέμμα φοράει ένα σταυρόσχημο σκουλαρίκι κι έχει περιποιημένα κατάξανθα γένεια και η έκφρασή του είναι ευγενική. Ο τρίτος μάγος είναι μελαμψός με ενδυμασία που φανερώνει την ανατολική του προέλευση. Στο κεφάλι φοράει πτυχωτό σαρίκι στην κορυφή του οποίου διακρίνεται ακτινωτό στέμμα. Φοράει κι αυτός σκουλαρίκι από πολύτιμη κόκκινη πέτρα με χρυσό δέσιμο. Τους τρεις μάγους ακολουθεί πολυπληθής συνοδεία στρατιωτών και υπηρετών με άλογα και καμήλες. Μικρό αγγελούδι που ακτινοβολεί πάνω ψηλά μάλλον συμβολίζει τον αστέρα της Βηθλεέμ.

Στη μέση της παράστασης υπάρχει ένας σχηματοποιημένος βράχος και στο πάνω μέρος του αριστερά και δεξιά άγγελοι. Δύο απ΄αυτούς καθώς πετούν κρατούν τεντωμένο ένα κόκκινο πανί. Αριστερά από τον βράχο υπάρχει ένα κτίριο με χοντρές κολόνες και σκεπή από χόρτα.

Πρόκειται για ένα πίνακα που αντιπροσωπεύει περισσότερο από κάθε άλλο έργο του Δαμασκηνού  την επίδραση της δυτικής ζωγραφικής στην τέχνη του. Η πολυπρόσωπη σύνθεση, ο τρόπος απόδοσης των μορφών, η έντονη προοπτική, η κίνηση, η πλαστικότητα είναι μερικά χαρακτηριστικά που δείχνουν τον βαθμό αφομοίωσης της δυτικής από τη βυζαντινή τέχνη στα τέλη του 16ου αι. Είναι πίνακας άπειρου κάλλους.

Και τέλος, θα ήθελα να προσέξει ο αναγνώστης  την εικόνα του αγιογράφου Νεόφυτου Ν. Ζωγράφου που ζει στην Κύπρο στα 1880-1961. Είναι μια σπάνια εικόνα προσκύνησης των μάγων, γιατί στα μεταβυζαντινά χρόνια δεν συνηθίζεται να ζωγραφίζουν αυτό το θέμα. Στην Κύπρο μάλιστα δεν υπάρχει καμιά άλλη παρόμοια δυτικότροπη εικόνα  Το κριτήριο επιλογής της εικόνας δεν είναι βέβαια η σπανιότητα αλλά το κάλλος και ο τρόπος που το πετυχαίνει ο ζωγράφος. Καταρχάς, να πω ότι, απ’ όσο μελέτησα τον πίνακα, το εικονογραφικό πρότυπο αποτελεί μια προσωπική σχεδιαστική εκτέλεση του θέματος εμπνευσμένη από την εικονογραφία της δύσης αλλά και εμπλουτισμένη με μεταβυζαντινά και λαϊκά στοιχεία.

 Η εικόνα αναπαριστά τη στιγμή που οι μάγοι φτάνουν στη Βηθλεέμ στην οικία που βρίσκεται ο Χριστός. Η Παναγία είναι καθισμένη σε πολυτελή καρέκλα βαστάζοντας τον Χριστό γυμνό. Είναι ντυμένη με κόκκινο φόρεμα και στο κεφάλι έχει ριγμένη άσπρη μαντίλα. Σε αντίθεση με άλλες παραστάσεις εδώ ο Ιωσήφ παραστέκεται στη Μαρία έχοντας προστατευτικά περάσει το δεξί του χέρι πίσω από την καρέκλα, ενώ τ’ αριστερό το ακουμπάει στο στήθος του. Οι τρεις μάγοι βρίσκονται γονατιστοί με σκυμμένο το κεφάλι τους. Όσοι ακολουθούν τους μάγους συνωστίζονται, για να χωρέσουν μέσα στο σπίτι. Δύο απ’ αυτούς κρατούν ριπίδιο (βεντάλια), όπως στην Αίγυπτο οι ριπιδοφόροι του Φαραώ. Όλη η σύνθεση είναι γεμάτη ζωτικότητα και κίνηση κι έχει σκηνογραφική διάθεση και θεατρικότητα. Εντυπωσιάζουν κι εδώ τα ζωντανά χρώματα στα ενδύματα αλλά και παντού μέσα στο σπίτι, στα φωτοστέφανα.

Και πού βρίσκεται το κάλλος;; Μα, σε όλ’ αυτά! Ας τα παρατηρήσουμε.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.