Loading...
Γραφή & ΑνάγνωσηΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Χρ. Δ. Αντωνίου:  «ΜΙΑ ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ»

Ήταν ωραία όλ’ αυτά, μια περιδιάβαση. («Λεπτομέρειες στην Κύπρο»)

 

Οι  ελπίδες ότι το «Κυπριακό» θα λυθεί μέσα στο 2016 και θα γίνει η «Επανένωση» του νησιού διαψεύστηκαν παταγωδώς. Και ήδη λήγοντος του 2021 ο διάλογος για το Κυπριακό  έχει πλήρως ναυαγήσει. Βασική αιτία το θέμα των εγγυήσεων και της αποχώρησης των στρατευμάτων. Αυτά τα ίδια δηλαδή που, κακώς βέβαια,  συμφωνήθηκαν το 1960 στη Συνθήκη της Ζυρίχης και που οδήγησαν το νησί σε τόσες περιπέτειες με τελική κατάληξη την κατάληψη τού 40% του εδάφους του από τους Τούρκους. Η εμμονή της τουρκικής πλευράς σ’ αυτές τις δύο βασικές παραμέτρους δεν μπορεί πλέον  να γίνει κατανοητή σ’ ένα πλαίσιο καλής γειτονίας και της ευρωπαϊκής προοπτικής της. Η ιστορία φαίνεται να εξελίσσεται ερήμην της πείρας που προσέφεραν 60 ολόκληρα χρόνια πολλαπλών επικίνδυνων πολιτικών και αιματηρών γεγονότων που, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρά λίγο να προκαλέσουν πόλεμο μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Όμως και μόνο η συμφορά του 1974 θα έπρεπε από μόνη της να διδάξει την πολιτική ότι υπάρχει ένα plafon στα σχέδιά της, που είναι ο άνθρωπος.

Η δική μας πλευρά  φαίνεται να πληρώνει μέχρι σήμερα σφάλματα του παρελθόντος, γιατί η ελληνική κυβέρνηση πολιτεύτηκε  επιπόλαια στα χρόνια της συμφωνίας του 1959.  Στο βωμό τής μη διατάραξης των καλών σχέσεων με την Αγγλία ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής και ο υπουργός Εξωτερικών Ευ. Αβέρωφ θυσίασαν την Κύπρο. Και κανείς δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη στάση αυτή ως αποτέλεσμα άγνοιας ή έλλειψης ικανότητας για πρόβλεψη των συνεπειών σε βάρος τού, γενικότερα, ελληνισμού. Ο Πρέσβης στο Λονδίνο και ειδικός σύμβουλος του υπουργού εξωτερικών επί του «Κυπριακού» Γιώργος Σεφέρης, πέραν των άλλων ενεργειών του για την ορθή λύση του «Κυπριακού ζητήματος», εγκαίρως και επανειλημμένα ενόχλησε τον υπουργό του για τις αδυναμίες αυτής της Συνθήκης, ιδίως στα επίμαχα σημεία των εγγυήσεων και των στρατευμάτων. Και επειδή ο Αβέρωφ έδειχνε να αδιαφορεί για τις υποδείξεις του κ. Σεφεριάδη, που ήταν τότε ο μόνος άνθρωπος που ήξερε καλύτερα  από κάθε άλλον το θέμα της Κύπρου, ο πρέσβης αναγκάστηκε να στείλει στον υπουργό του το γνωστό πλέον σήμερα υπόμνημά του με αριθμό πρωτοκόλλου 357.918/25 Δεκ. 1958, για να διαχωρίσει τη θέση του απ’ όσα επρόκειτο να συμβούν. Πρέπει να το τονίσουμε αυτό, γιατί πολλοί εκ των υστέρων υπονόησαν ότι ο Σεφέρης πρόδωσε το «Κυπριακό» για την υπόθεση του Νόμπελ. Η αλήθεια είναι όμως ότι ευθύς μετά την πρωτοκόλληση του υπομνήματός του, αυτός ο αριθ. Πρωτοκόλλου θεωρήθηκε από τον Αβέρωφ, όπως γράφει ο Σεφέρης, «μεγάλη προδοσία, υποθέτω γιατί τον εμπόδιζε να ξεχάσει το γράμμα μου στην τσέπη του». Αυτό είχε άλλωστε ως συνέπεια να αποκλειστεί ο Σεφέρης από τη συνδιάσκεψη της Ζυρίχης.

Μ’ αυτή τη συνθήκη διαψεύστηκαν οι ελπίδες μερικών δεκαετιών του ελληνισμού, η συμμετοχή των Κυπρίων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν εκτιμήθηκε με τιμιότητα από τους Άγγλους και η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ή, έστω, η δημιουργία «ανεξάρτητου» ειρηνικού κράτους,  έμεινε  ανεκπλήρωτος πόθος. Ο ποιητής στο ποίημα «Ελένη» ξεκινώντας απ’ αυτή την απογοήτευση γενικεύει όσο αφορά τον πόλεμο που όχι μόνο δεν λύνει τα προβλήματα αλλ’ αντίθετα δημιουργεί νέα προβλήματα και οδηγεί στην απογοήτευση:

…τόσος πόνος τόση ζωή

πήγαν στην άβυσσο

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

Το ενδιαφέρον του Σεφέρη για την Κύπρο, απ’ όσο μαθαίνουμε από την Ιωάννα Τσάτσου, είχε αρχίσει πολύ νωρίς, από το 1931,χρονιά που οι Κύπριοι επαναστάτησαν και ζητούσαν την Ένωση με την Ελλάδα. Ύστερα, διαπιστώνουμε διαβάζοντας το Χειρόγραφο ’41 ότι ο Σεφέρης προβληματίζεται για τα ανοιχτά εθνικά θέματα της Κύπρου και της Δωδεκανήσου, που το μέλλον τους, εκτιμά, εξαρτιόταν από τη συμμετοχή ή μη της Τουρκίας στον πόλεμο στο πλευρό ή όχι των Άγγλων». «Σε τελευταία ανάλυση», γράφει ο ίδιος,  «ο θεός έβαλε το χέρι του και δε βγήκε η Τουρκία να μας βοηθήσει. Αν είχε γίνει αυτό, τα Δωδεκάνησα θα ήταν τώρα τούρκικα. (Μπορώ τώρα να προσθέσω αδίσταχτα: και η Κύπρος». ( Η τελευταία αυτή εγγραφή ανήκει στο Νοέμβριο του 1954).

 Στα 1945 παρότρυνε μάλιστα τον Αντιβασιλέα Δαμασκηνό να θέσει στους Άγγλους «ανοιχτά» το θέμα της Κύπρου προς όφελος της Ελλάδας εκμεταλλευόμενος τον όποιο σεβασμό είχαμε κερδίσει εκ μέρους των Άγγλων στα χρόνια του πολέμου. Η πολιτική των Άγγλων έκρινε βέβαια τότε το αίτημα για Ένωση με την Ελλάδα ότι δεν ήταν ώριμο κι αυτό από τότε δημιουργούσε μεγάλες ανησυχίες στον Σεφέρη. Επακολούθησε ο Εμφύλιος, ο οποίος άφησε πίσω του ένα σκηνικό αποτυχίας των Ελλήνων, απόγνωσης και πόνου από το αδελφοκτόνο μίσος, μια δραματική ματαίωση, που, για τον ποιητή, συμπεριλαμβάνει και το σκηνικό της καταστροφής της Σμύρνης. Σ’ αυτό το τραγικό σκηνικό, στο οποίο η απόγνωση του ποιητή έχει χτυπήσει κόκκινο αναφέρονται και δύο ποιήματά του: “Μνήμη Α’” και “Μνήμη Β’”, που γράφει στα 1950, όταν επισκέφτηκε τη Σμύρνη για πρώτη φορά, από τότε που έφηβος την άφησε (1914). Τα θεωρώ ως κατεξοχήν σεφερικά ποιήματα, υπαινικτικά, αινιγματικά, δραματικά, αλλά και με μια διέξοδο στον κόσμο του φωτός, της αγάπης και της δικαιοσύνης. Και μόνο η αναφορά  σε μερικούς στίχους αυτών των ποιημάτων είναι ικανή να δείξει, αν τους αποκρυπτογραφήσει κανείς, την έντονη αγωνία του ποιητή για τη μοίρα των Ελλήνων.

Κι εγώ στα χέρια μου μόνο μ’ ένα καλάμι·

ήταν έρημη η νύχτα το φεγγάρι στη χάση

και μύριζε το χώμα από την τελευταία βροχή.

Ψιθύρισα· «Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί,

ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα πια δεν υπάρχει,

ό,τι σκοτώνουν τη μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω από τη ράχη».

 

(…) και πάλι ψιθύρισα· «Θα γίνει η ανάσταση μιαν αυγή,

πώς λάμπουν την άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του  όρθρου η μαρμαρυγή,

θα ξαναγίνει το πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη·

είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει»

(«Μνήμη Α”»)

 

«…Κι έτρεξε στην ορχήστρα ουρλιάζοντας:

«Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδελφό μου!».

Κι ήταν σκληρή η σιγή τριγύρω μας

κι αχάραγη στο γυαλί του γαλάζιου».

(«Μνήμη Β’»)

Στα 1953-1954 ο Σεφέρης επισκέπτεται δύο φορές την Κύπρο και γνωρίζει από κοντά και βαθιά το νησί αυτό, που το θεωρεί καθαρά ελληνικό, αν και η αγγλική προπαγάνδα προσπαθεί να το αποκόψει από τις ελληνικές ρίζες του. Γράφει τη γνωστή ποιητική συλλογή «…Κύπρον, ού μ’ εθέσπισεν…», που περιέχει την εμπειρία του Σεφέρη από τον κόσμο της Κύπρου. Στη συλλογή εντάσσει ο ίδιος ο ποιητής και τα δύο μόλις λίγο παραπάνω ποιήματα, γιατί φαίνεται ότι η ανησυχία του αφορούσε και τη μοίρα της Κύπρου και άρα  έχουν «κυπριώτικο» χαρακτήρα. Άλλωστε η σύνδεση όλων αυτών γίνεται πολύ εύκολα μέσα στον κόσμο των συναισθημάτων του ποιητή, μέσα από τον πόνο και την αίσθηση της αδικίας που δημιουργούν ο πόλεμος, οι σφαγές, οι απάνθρωπες πολιτικές.

Μετά τη Συνθήκη της Ζυρίχης φαίνεται ότι ο σεφερικός στίχος από το «Μνήμη Β’»:

Θα ξαναγίνει το πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη

όσο αφορά την Κύπρο (αλλά και γενικότερα), δυστυχώς δεν επαληθεύτηκε μέχρι τώρα. Από την επομένη άρχισαν οι περιπλοκές  για την Κύπρο, για την Ελλάδα και για την Τουρκία. Τον Αύγουστο του 1964 η περιοχή της Τηλλυρίας βομβαρδίζεται από την τουρκική αεροπορία με βόμβες ναπάλμ, ύστερα βέβαια από επίθεση της Εθνικής Φρουράς σε  τουρκοκυπριακό θύλακα της περιοχής. Ήδη το καθεστώς της Συνθήκης της Ζυρίχης είχε ουσιαστικά ανατραπεί. Οι αιματηρές συγκρούσεις στην Κοφίνου (Νοέμβριος 1967), όταν η Εθνική Φρουρά επιτέθηκε στην περιοχή ύστερα από προκλήσεις των Τουρκοκυπρίων, κόντεψε να οδηγήσουν σε πόλεμο την Ελλάδα και την Τουρκία και έπαιξαν καταλυτικό ρόλο για την τουρκική εισβολή στα 1974.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.