You are currently viewing Κατίνα Βλάχου: Αντίο, Φραντσέσκα μου!

Κατίνα Βλάχου: Αντίο, Φραντσέσκα μου!

Αντίο, Φραντσέσκα μου!

Είχε μείνει πια η σκιά του εαυτού της η Φραντσέσκα. Σε οίκο ευγηρίας, κλινήρης εδώ και δώδεκα χρόνια, μόνο ανάσκελα, ούτε στο πλάι δεν μπορούσε να γυρίσει. Είχε φροντίδα καλή στο Saint Joseph, καθολική η Φραντσέσκα, αλλιώς δεν θα ζούσε τόσα χρόνια. Ήταν και γερό σκαρί. Απορούσαν όλοι, γιατροί και προσωπικό, πώς άντεχε ακόμα αυτό το ταλαιπωρημένο κορμί.

«Θέλω να φύγω, κουράστηκα», μου ‘λεγε, κάθε φορά που πήγαινα να τη δω τώρα τελευταία. Ωστόσο, ζωντάνευε όσο ήμουν εκεί. Μού ‘λεγε ιστορίες από τα παιδικά της χρόνια στην περιοχή Μαλτέζικα, καθολική αγροτική οικογένεια, με ήθος και αρχές ο πατέρας, δουλευταράδες όλοι.

Δεν έκανε οικογένεια δική της η Φραντσέσκα. Δεν το ‘φερε η τύχη, ήταν και χαρακτήρας δυνατός για γυναίκα της εποχής. Δούλεψε σαν άντρας. Στα χωράφια και τα ζωντανά της οικογένειας παιδί, στη Γερμανία εργάτρια μετά , αργότερα βαρέα και ανθυγειινά στου Γιώτη στην Αθήνα, όπου φρόντισε τη μάνα της μέχρι το τέλος. Ύστερα γύρισε στην Κέρκυρα, και δούλευε σε σπίτια για να συμπληρώσει τη σύνταξή της.  Είχε αδέλφια, ξαδέλφια,  ανήψια  σπαρμένα όπου γης που αγαπούσε.  Κι εδώ και στην Αθήνα και στην Αγγλία. Είχε και τους θετούς της συγγενείς, όπως εμένα και τα παιδιά μου.

Σ ‘ εμάς δούλεψε πρώτα νέα, πριν φύγει από την Κέρκυρα. Όμορφη γυναίκα, καθαρομελάχροινη, με μάτια κάρβουνα και λυγερή. Μας αγάπησε και την αγαπήσαμε. Γυρνούσα από το σχολείο με κοιλόπονο κι εκείνη, πιο πολύ κι από μάνα – η δική μου έλειπε στη δουλειά της μέχρι το μεσημέρι-  με φρόντιζε. Με τρυφερότητα, με ένα ζεστό και έναν λόγο παρηγοριάς. Πέρασαν χρόνια. Στο ίδιο σπίτι που μεγάλωσα εγώ, βρέθηκα να μεγαλώνω τα παιδιά μου και πάλι η Φραντσέσκα μας  εκεί.  Όλα μας τα βάσανα τα έζησε διακριτική, σιωπηλή, συμπάσχουσα.

Σε ένα από τα πρώτα βιβλία μου, η Φραντσέσκα είναι παρούσα με άλλο όνομα και με αδρές τις γραμμές της ζωής της. Αλλά με όλη της την εξαιρετική ψυχή.  Έκανα το λάθος να μην της το πω ποτέ. Θα μπορούσε να το είχε διαβάσει. Γιατί διάβαζε η Φραντσέσκα. Διάβαζε και θρησκευτικά κείμενα αλλά και την ιστορία των Μαλτέζων της Κέρκυρας κι άλλα βιβλία με ιστορικό περιεχόμενο. Τώρα το σκέφτομαι, ότι θα έπρεπε να της είχα δώσει το βιβλίο. Ίσως θα αναγνώριζε τον εαυτό της μέσα. Θα της το πω τώρα, ποτέ δεν είναι αργά. Η Φραντσέσκα, άλλωστε, ήταν σίγουρη ότι όταν την πάρει ο Θεός θα βρει τους ανθρώπους της εκεί πάνω. Σίγουρα στον παράδεισο, εννοείται. Μόνο εκεί χωράει η καλοσύνη της. Ίσως κι ένα βιβλίο, για να περνάει η ατελεύτητη ώρα του επέκεινα.

Πριν καταπέσει, όσοι πέρναγαν από το δωμάτιό της ένιωθαν να τους τραβάει σαν μαγνήτης. Είχε πάντα ένα αστείο, μια ιστορία που ήταν αληθινή και χαριτωμένη και μια σοφία πίσω από τα αστεία της, ένα χιούμορ.  Πονηρό άλλοτε και άλλοτε αθώο.  Πάντα πάνω σε ένα καμβά καλοσύνης και σοφίας. Οπότε οι  επισκέπτες , οι λίγοι συγγενείς που ακόμα την είχαν έγνοια και το προσωπικό, απολάμβαναν τα λίγα λεπτά της παρουσίας τους στο δωμάτιο της  Φραντσέσκας κι έφευγαν με την θετική αύρα της. «Μα τι άνθρωπος! Τόσα χρόνια καθηλωμένη και πάντα να έχει ένα λόγο που θα σου χαϊδέψει την ψυχή…»

Η Φραντσέσκα  έζησε μόνη αλλά είχε τον τρόπο να μην είναι μόνη. Σ’ όποια γειτονιά κι αν βρέθηκε, σε όποια πόλη,  οι άνθρωποι γύρω της την γυρόφερναν όπως οι πλανήτες τον ήλιο. Ακόμα και στη δύση της.  Τα χρόνια της ανημπόριας  έφερε την μοίρα της με  αξιοπρέπεια. Ούτε παράπονο ούτε θυμός. Όταν κουράστηκε, εδώ και δυο τρεις μήνες,  παραιτήθηκε, δεν ήθελε να φάει ή δεν μπορούσε, και με τον τρόπο της διευκόλυνε τον ουράνιο Κύριό της να την αναπαύσει. «Θέλω να φύγω, Κατίνα μου» μου έλεγε κάθε φορά. «Κάθε μέρα τον παρακαλάω να φύγω, κουράστηκα». Ύστερα θα εύρισκε κάτι να πει για να γελάσουμε.

Οι κυρίες που την φρόντιζαν μου είπαν πως το μόνο που ήθελε πια να βάλει στο στόμα της ήταν κόκκινο κρασί και ξύδι. Έστειλα κρασί από το δικό μας. Της είπαν «τό ‘φερε η Κατίνα». Κατάλαβε.

 Ήθελα να πάω από μέρες αλλά είχαν καραντίνα λόγω κορονοϊού.  Χθες, η αδελφή Monica με ειδοποίησε ότι μπορώ να πάω για λίγο. Πήγα. Έκοψα λίγα κλωνάρια μιμόζας, να δει αυτό το φωτεινό κίτρινο ίσως για τελευταία φορά, η Φραντσέσκα μας, που είχε περάσει τα παιδικά της χρόνια μέσα στη φύση.

«Βλέπει;» ρώτησα την αδελφή Monica. «Ναι» μου λέει και προσθέτει: «Ίσως να σε   περιμένει για να σε χαιρετήσει και να φύγει».

Τη βρήκα σε λήθαργο. Μίλησα δυνατά. Είπα ποια είμαι. Της κράτησα τα χέρια στα δικά μου. Ανταποκρίθηκε με ένα αδύναμο σφίξιμο.  Είπα για τη μιμόζα που είναι από τον κήπο μας, είπα ότι έχει χαιρετισμούς και την αγάπη των παιδιών μου. Άνοιξε λίγο τα μάτια της. Κάτι έμοιασε να ψιθυρίζει. Κάτι σαν «ευχαριστώ». Ύστερα μου έδωσε να καταλάβω πως ήθελε να πιει νερό. Ήπιε με το καλαμάκι. Την άφησα να ξεκουραστεί. Δεν είπα όπως άλλες φορές «θα ξανάρθω». Θα ήταν ψέμα.

Ήρθε όμως εκείνη, σήμερα στις έξι το πρωί, και με ξύπνησε. Δεν κατάλαβα τι με ξύπνησε τόσο πρωί. Όταν σηκώθηκα αργότερα,  μου τηλεφώνησε η αδελφή Μonica. « Έφυγε η Φραντσέσκα», μου είπε, «στις έξι το πρωί. Είναι που ήρθες χτες και σε χαιρέτισε».

Αντίο,  Φραντσέσκα μου!

Σ.τ.Σ  Και να μην ξεχάσω. Τη Φραντσέσκα την έλεγαν Κακία στο επώνυμο. Μαλτέζικο επώνυμο μεταφερμένο στα ελληνικά.  Αυτή η κατάφωρη αναντιστοιχία ονόματος και ανθρώπινου χαρακτήρα, με έκανε να χαμογελάσω. Της Φραντσέσκας το χρωστάω κι αυτό το χαμόγελο.

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.