You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ρέημοντ Κάρβερ, πρώτα πότης, ύστερα νηφάλιος

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ρέημοντ Κάρβερ, πρώτα πότης, ύστερα νηφάλιος

  Αυτό που μένει, είναι αυτό με το οποίο ξεκινάς.  Τσαρλς Ράιτ

 

 Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα καλύτερο που θα μπορούσαν να πουν για μένα, από το ότι υπήρξα ένας συγγραφέας. Εκτός ίσως από ποιητής.   Ρ. Κάρβερ

 

 ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΟΥ

 

Πιστεύω πως είναι δύσκολο να εισέλθεις στην κουζίνα ενός συγγραφέα. Συνήθως η πόρτα αυτή είναι κλειδωμένη απέξω. Σαν κάποιος οικείος του να τον έχει κλειδώσει μέσα στο θάλαμο όπου συντελείται το χτίσιμο του έργου για να τον προστατεύσει. Μόνο κάποιοι, ούτως ή άλλως, αδιάκριτοι και υπερόπτες κριτικοί ή δημοσιογράφοι έχουν το θράσος να πιστεύουν πως μπορούν να ξεκλειδώσουν το κελί ενός συγγραφέα. Βρίσκω πως οι αναγνώστες είναι πολύ πιο διακριτικοί συνήθως. Και δεν ξέρω γιατί – ή μάλλον ξέρω – πως οι αναγνώστες του Κάρβερ είναι συμπονετικοί κι ευαίσθητοι και κατανοητικοί όπως ήταν αυτός. Έτσι νομίζω τουλάχιστον.

Εγώ πάντως έχω πάντα το νου μου να φωνάξω σ’ αυτούς που έχουν την τάση να πιστεύουν πως τα ξέρουν όλα, κι ας παραβιάζουν ανοιχτές θύρες, το στίχο του Γέητς:

«Μα είμαι φτωχός και δεν κατέχω τι άλλο απ’ τα όνειρά μου,/για να διαβαίνεις τ’ άπλωσα στα πόδια σου, Κυρά μου./ Πάτα αλαφρά, γιατί πατάς απάνω στα όνειρά μου».

Νομίζω πάντως πως οποιοδήποτε κλειδί δεν μπορεί να κρατήσει τους αναγνώστες μακριά από τη σκέψη ενός συγγραφέα όπως ο Κάρβερ, γιατί δε ζει στο σαλόνι του πύργου του παρά σ’ ένα καθημερινό δωμάτιο.

«Καμπουριάζει μέσα στο θάλαμο, κλαίγοντας/ στο τηλέφωνο. Κάνει μια δυο ερωτήσεις,/ και κλαίει κι άλλο./ Ο συνοδός της, ένας ηλικιωμένος τύπος με τζην παντελόνι/ και τζην πουκάμισο, στέκεται και περιμένει/ τη σειρά του να μιλήσει, και να κλάψει».

 

Ο ΒΡΩΜΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΙ Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

 

Μακριά από μελοδραματικούς τόνους ο Κάρβερ άμεσα ενταγμένος σ’ αυτόν τον –ισμό που έχει αποκληθεί «βρώμικος ρεαλισμός» προσπαθεί να πει μια ιστορία: «Πιστεύω πως μια υποτυπώδης πλοκή είναι πολύ σημαντική. Είτε γράφω κάποιο ποίημα, είτε γράφω πεζό, προσπαθώ πάντα να πω μια ιστορία». Στα διηγήματά του δεν ισχύει το αν δεν ειπωθεί δεν έχει συμβεί, επειδή οι ιστορίες του είναι οι ιστορίες κοινών καθημερινών ανθρώπων οπότε «γιατί να μην πεις τι συνέβη;» [Ρόμπερτ Λόουελ], αφού έτσι κι αλλιώς συμβαίνουν, είναι κτήμα κοινό, όχι επτασφράγιστα μυστικά.

Φυσικά ο επιθετικός προσδιορισμός βρώμικος καταδεικνύει το περιώνυμο «αμερικάνικο όνειρο» που διαψεύδεται στην καθημερινότητα του αμερικανού αλλά και στα έργα μιας ομάδας αμερικανών δημιουργών που κοσμούν ονόματα όπως Σάλιντζερ, Τομπάιας Γουλφ, Ρίτσαρντ Φορντ, Ντε Λίλο και άλλων. Ίσως ο Κάρβερ είναι ο πιο ανθρώπινος, ο πιο τρυφερός απέναντι στις ραγισμένες καρδιές των απεγνωσμένων ηρώων του. Κι όπως υποστηρίζει ο Τομπάιας Γουλφ όταν κυκλοφόρησε η διηγηματική συλλογή «Λοιπόν θα πάψεις σε παρακαλώ;» ακούστηκε μια φωνή που δεν είχε ξανακουστεί ως τότε. «Η ανθρωπιά τους, η αλήθεια τους, το φευγαλέο χιούμορ τους, η μουσική που έβρισκαν στον καθημερινό λόγο, με συγκλόνισαν. Ήταν ολοφάνερα ένας δεξιοτέχνης».

Ο Κάρβερ και οι σύντροφοι ομότεχνοι ρεαλιστές της ομάδας  συνέτειναν με τον δυναμισμό τους στην  αποδέσμευση από τα μεταμοντέρνα πρότυπα συγγραφέων που είχαν κυριαρχήσει στις δεκαετίες ’60 κι ’70: Πύντσον, Μπάρθελμ, Τζον Μπαρθ.

 

 

ΔΥΟ ΖΩΕΣ

Γεννήθηκε στις 25 Μαΐου του 1938 και πέθανε στις 2 Αυγούστου του 1988 στα 50 του χρόνια. Είχα δύο ζωές, θα πει ο ίδιος. Μία ζωή που τελείωσε όταν τελείωσε και η σχέση μου με το πιοτό και μια νέα που άρχισε όταν σταμάτησα το πιοτό και γνώρισα την Τες. Η δεύτερη αυτή ζωή είναι τόσο γεμάτη, τόσο ανταποδοτική, και γι’ αυτό χρωστάω αιώνια ευγνωμοσύνη. Έκοψε το ποτό στις 2 Ιουνίου του 1977 και έζησε έντεκα χρόνια επιπλέον νηφάλιος και δημιουργικός. Δηλαδή το ένα πέμπτο όλο κι όλο της ζωής του. Ο καρκίνος του πνεύμονα τον νίκησε και δεν του έδωσε τρίτη ζωή, εκτός κι αν θεωρήσουμε σαν τέτοια τον μεταθανάτιο βίο της υστεροφημίας. Αφού η μποτίλια που πέταξε στο πέλαγο έχει πλούσιο περιεχόμενο που συνεχίζει να έχει την αναγνωσιμότητα που θα επιθυμούσε εκείνος.

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

 

Ο Raymond Clevie Carver, Jr γεννήθηκε στο Όρεγκον και πήγε σχολείο στην πολιτεία της Ουάσινγκτον.

Ο πατέρας του που αναζητούσε καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές,  και γι αυτό ανήσυχος όργωνε την αχανή αμερικανική ενδοχώρα, ήταν εργάτης πριονιστηρίου. Η μητέρα δούλεψε, ανάμεσα στα άλλα και σαν σερβιτόρα. Φτωχή οικογένεια, προβληματική ενδοοικογενειακή κατάσταση.

Ο πατέρας αν και δεν το ‘βαζε κάτω δεν βρήκε την καλύτερη τύχη που αναζητούσε και το ‘ριξε στο πιοτό. Ωστόσο έβρισκε χρόνο να λέει στο γιο του ιστορίες. 

 

Η ΣΚΛΗΡΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗ

 

Ο γιος κληρονόμησε και τα δύο: την αφήγηση ιστοριών και το πιοτό, αλλά και την αναζήτηση εργασίας για να επιβιώσει και γι αυτό τριγύριζε στις πολιτείες.

Τον Ιούνιο του 1957 στα 19 του έκανε κάτι τολμηρό, όντας ένας φτωχός και ανεπάγγελτος νεαρός, παντρεύτηκε τη 16χρονη φίλη του Μάριαν που του χάρισε μια κόρη κι ένα γιο μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Οπότε η ανάγκη του βιοπορισμού έγινε αναγκαία προκειμένου να συντηρήσει την οικογένειά του.

Δούλεψε  λοιπόν ως νοσοκομειακός υπάλληλος, εργάτης πριονιστηρίου με τον πατέρα του, βοηθός σε βενζινάδικο,  πωλητής εγκυκλοπαιδειών, διορθωτής δοκιμίων. Οι εμπειρίες του από την καθαρά βιοποριστική περίοδο μαζί με την οικογενειακή ανέχεια και τις συνέπειές της αποτέλεσαν ικανό υλικό για το έργο του, το διηγηματικό κυρίως. Θεωρούσε μάλιστα τον εαυτό του ως τον πιο σκληρά εργαζόμενο άνθρωπο στον πλανήτη προκειμένου να επιβιώσει. Ένας επιπλέον λόγος ήταν πως ο βιοπορισμός μέσα στο ανελέητο οικονομικό περιβάλλον τον καθυστερούσε από την λαχτάρα του για γράψιμο. Ωστόσο μια αναπάντεχη υποτροφία για το συγγραφικό εργαστήρι της Αϊόβα, συν το γεγονός πως το πρώτο του διήγημα αναπλασμένο συγκαταλέγεται στα καλύτερα διηγήματα για το 1964 ξεμπλοκάρει το δρόμο για μια συγγραφική καριέρα πολλά υποσχομένη.

Από τον Οτώβρη του 1976 ως το Γενάρη του 1977 νοσηλεύτηκε τέσσερεις φορές για αποτοξίνωση λόγω για προχωρημένου αλκοολισμού του. Ο Κάρβερ έπινε ασταμάτητα, ακούραστα, χωρίς να χορταίνει. Ωστόσο το 1977 αποδεικνύεται ίσως η σημαντικότερη χρονιά στη ζωή του από πολλές απόψεις. Κόβει το ποτό οριστικά ενώ η συλλογή διηγημάτων του «Λοιπόν θα πάψεις σε παρακαλώ;» [1976] ανακηρύσσεται υποψήφια για το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου της επόμενης χρονιάς  [1977]. Αλλαγή σημειώνεται και στην ερωτική του ζωή. Ερωτεύεται την ποιήτρια Τες Γκάλαχερ με την οποία συζεί αφού χωρίζει από τη Μάριαν και αργότερα την παντρεύεται.

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΖΩΗ

 

Ο δρόμος είναι πια ανοιχτός. Τώρα η προσπάθεια δεν καταβάλλεται στη σκληρή δουλειά του βιοπορισμού αλλά του γραψίματος και στη διδασκαλία της δημιουργικής γραφής. Στη μεν συγγραφή γράφει και ξαναγράφει ένα διήγημα αλλεπάλληλες φορές μέχρις εξαντλήσεως ώστε για κάποιο διάστημα μετά να μη μπορεί να γράψει ούτε μια γραμμή. Ενώ στη διδασκαλία είναι τόσο κοντά στους μαθητές του που τσακίζεται να τους βοηθήσει στα μεταπτυχιακά, στην εύρεση εκδότη, στην προώθηση των βιβλίων τους. Είναι φανερό πως ο Κάρβερ είναι και στις δύο ενασχολήσεις του κατανοητικός, υποστηρικτικός, βοηθητικός άνθρωπος. Δηλαδή πρακτικά ένας καλός και συμπονετικός  άνθρωπος.

 Πριν αποκτήσει κοινωνική και συγγραφική φήμη και αναγνώριση ήταν γνωστός σ’ ένα περιορισμένο κύκλο αναγνωστών που τον διάβαζαν φανατικά. Ήταν η εποχή που δούλευε και το γράψιμο ήταν αναγκαστικά πάρεργο ή η δεύτερη δουλειά χωρίς αμοιβή.  Ήταν η εποχή που έγραφε πίνοντας στα γόνατά του, μέσα στο αυτοκίνητο, ή σε μια άκρη της κουζίνας όπου η γυναίκα του μαγείρευε το δείπνο, ενώ τα παιδιά ήταν στο κυρίως δωμάτιο.

 

 

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ

 

Και στις δύο ζωές του έγραφε ποιήματα και πεζά αδιάλειπτα προσπαθώντας να φτάσει το αποτέλεσμα που επιθυμούσε.

Κατάφερε να γράψει και να εκδώσει τρείς ποιητικές συλλογές, όσο ήταν εν ζωή και μία μεταθανάτια και τρείς οι κύριες διηγηματικές συλλογές. Μετά το «Λοιπόν, θα πάψεις σε παρακαλώ;» ακολούθησαν τα: «Αρχάριοι» [1981], «Καθεδρικός ναός», «Ο ελέφαντας». Η μία καλύτερη από την άλλη.

 

Οι διάλογοι, οι σιωπές, ο τρόπος ομιλίας των ηρώων, η απουσία κάποιου γεγονότος σημαντικού στο κλείσιμο της ιστορίας και οι χαρακτήρες του αποτελούν την κορωνίδα της τεχνικής του.

Οι χαρακτήρες του ολοζώντανοι καθημερινοί άνθρωποι αναπτύσσουν μια ζωηρή σχέση με τον αναγνώστη.

 Άνθρωποι μοναχικοί, αδύναμοι, αποτυχημένοι, τελματωμένοι, συντριμμένοι, μοιρολατρικοί, χωρίς φίλους ή ουσιαστικές σχέσεις, ανίκανοι για επικοινωνία, αποχαυνωμένοι από το αλκοόλ και την τηλεόραση. Είναι σερβιτόροι, κομμώτριες, βιομηχανικοί εργάτες, εμποροϋπάλληλοι, άνεργοι ή πρώην εργαζόμενοι. Άνθρωποι που θέλουν ν’ αλλάξουν τους όρους της ζωής τους αλλά οι αποτυχίες τους καθηλώνουν στην αφόρητοι ζωή τους. Ζουν τις καθημερινές ανιαρές ζωές τους και φοβούνται πως θα χρωστούν το νοίκι, δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους ή στις ανάγκες των παιδιών τους.  Παρόλα αυτά υπήρξαν εκτός από την αναγνώριση και τις διακρίσεις και οι υπερόπτες κριτικοί που δεν θέλουν να καταλάβουν τον μυθοπλαστικό του κόσμο και τους ταπεινούς, σεμνούς ήρωές του. Ένας απ’ αυτούς έγραψε κυνικά για το ψυγείο που δεν μπορούσε να επισκευάσει ένας ήρωάς του και γιατί δεν το φτιάχνει;

 

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

«Σήμερα, η καρδιά μου, σαν την εξώπορτα,

Μένει ανοιχτή για πρώτη φορά εδώ και μήνες».

 

Διαυγής και ταυτόχρονα αινιγματικός, ειλικρινής, αισιόδοξος και πικρός χρησιμοποιεί ένα ‘εσωτερικό κυματισμό στίχων’, μια πύκνωση και μια αραίωση αισθημάτων, τολμηρές μεταφορές και ταυτόχρονα πεζολογική υφή στην ποίησή του ή κυρίως σ’ αυτήν.

«Φλιτζάνια χωρίς χερούλια/ ταξιδεύουν επάνω στο θολό νερό, πιατάκια/με αδιόρατες ρωγμές στην πορσελάνη./ Απ’ το παράθυρο του επάνω ορόφου, πίσω από τις δαμασκηνές /κουρτίνες, /παρακολουθούν τα αχνά γαλάζια μάτια του επιστάτη. /Προσπαθεί να φωνάξει».

 

«Ανάβω τσιγάρο

Και ρυθμίζω τις γρίλιες του παραθύρου.

Στο δρόμο έχει φασαρία

Που ολοένα σβήνει, ολοένα σβήνει».

 

 

ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΙΣ – ΕΠΙΡΡΟΕΣ

 Ο Κάρβερ αγαπούσε τους ποιητές: Ρόμπερτ Λόουελ, Τσέσλαβ Μίλος, Λόρκα, Γιαροσλάβ Σέιφερτ, Τόμας Τράνστρέμερ. Τους πεζογράφους: Τζόζεφ Κόνραντ, Φλάνερυ Ο ‘Κόνορ, Ισαάκ Μπάμπελ, Τσήβερ, Απντάικ.

Οι «Δουβλινέζοι» του Τζόυς, τα πρώτα ιδίως διηγήματα του Χεμινγουαίη, η Μποβαρύ» κι η αλληλογραφία του Φλωμπερ ήταν τα αγαπημένα του αναγνώσματα.  Ποτέ δεν κουραζόταν να αναφέρεται στις οφειλές του. Μαζί με την Γκάλαχερ έγραψε για λογαριασμό του Μάικλ Τσιμίνο ένα σενάριο για τον Ντοστογιέφσκι. Ο Ρόμπερτ Άλτμαν γύρισε το σπονδυλωτό «Στιγμιότυπα» βασισμένο σε διηγήματά του.

 «Όταν γράφω ένα διήγημα και υπάρχει κάποιος που συντονίζεται μ’ αυτό, κατά κάποιο τρόπο, τότε είμαι ευτυχισμένος». Και αλλού λέει: «…θα ήθελα να τραβήξω τον αναγνώστη και να τον μπάσω στην ιστορία με τέτοιο τρόπο, που να μη μπορεί να σηκώσει τα μάτια του απ’ τη σελίδα, παρά μόνο αν το σπίτι άρπαζε ξαφνικά φωτιά».

 

Ο ΤΣΕΧΩΦ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ

 

«Αρχίζω  να νιώθω σαν τσιγάρο μ’ ένα κορμί κολλημένο στην άκρη του», είπε για το άλλο πάθος του στην πρώτη συνέντευξή του το 1977, δέκα χρόνια πριν εμφανίσει καρκίνο στον πνεύμονα. Του αφαίρεσαν τα δύο τρίτα των πνευμόνων, υποβλήθηκε σε χημειοθεραπείες, παρέμεινε στο νοσοκομείο κι ύστερα μεταφέρθηκε στο σπίτι του όπου και πέθανε. Τα τελευταία του διηγήματα τα έγραψε με τη βοήθεια της Γκάλαχερ. Ήταν αδύναμος ακόμα και για να διαβάσει. Έτσι η γυναίκα του του ξαναδιάβαζε διηγήματα του αγαπημένου του συγγραφέα του Τσέχωφ, με τον οποίο είχε ψύχωση, και τον κολάκευε όταν έλεγαν πως είναι ο αμερικανός Τσέχωφ.

Φαντάζομαι πως τα τελευταία λόγια που άκουσε, με δυσκολία μάλιστα, από τη φωνή της Τες ήταν από κάποιο διήγημα του Τσέχωφ, τη στιγμή ακριβώς που του ξέφυγε ένα δάκρυ για το τόσο πρόωρο φευγιό του.

 

 

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
RAYMOND CARVER, ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΝΕΡΟ ΤΟΣΟ  ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ, εισαγωγή-μετάφραση-επίμετρο: Γιάννης Τζώρτζης, Μεταίχμιο, 2021
-ΡΕΫΜΟΝΤ ΚΑΡΒΕΡ, ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΖΗΣΕΙ, ανθολόγηση-μετάφραση-επίμετρο: Άκης Παπαντώνης, Κίχλη, 2020

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.