You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Φερνάντο Πεσόα, γλιστρώντας στον υπόγειο εαυτό

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Φερνάντο Πεσόα, γλιστρώντας στον υπόγειο εαυτό

                                 Εγώ είμαι ο άλλος

                                                        Νερβάλ

 

                                   Εγώ είναι ένας άλλος

                                                             Ρεμπώ 

                                                               

 

                                        Εκεί που έπαιζε.

                             Ξαφνικά είπε: είμαι δ ύ ο

                                                             Πεσόα

 

 

ΟΙ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΙ

 

 «Υπήρξε ένας ανάμεσα σε πολλούς και πολλοί μέσα σε έναν, έτσι ώστε να υπάρξουν σχόλια επί σχολίων του έργου του μέσα στα ίδια τα ποιήματα και τα πεζά του από τους ίδιους του τους εαυτούς των ετερωνύμων» σημειώνει εύστοχα ο Νάνος Βαλαωρίτης. Ωστόσο να τονίσουμε εμείς πως βιολογικά μεν ήταν ένας [πώς θα μπορούσε να ήταν αλλιώς;] αλλά λογοτεχνικά ήταν πολλοί: οι ετερώνυμοι ποιητές και πεζογράφοι: Ρικάρντο Ρέις, Άλβαρο ντε Κάμπος, Μπερνάρντο Σοάρες, Αλμπέρτο Καϊέρο… Και όλοι αυτοί oι ετερώνυμοι είχαν δικό τους βιογραφικό και δικό τους αυτόνομο έργο. Εννοείται διαφορετικό από εκείνα του επινοητή τους αλλά και μεταξύ τους.

«Πόσες και πόσες μάσκες

Πάνω από το πρόσωπό της ψυχής μας φοράμε»

Αν σκεφτούμε πως το επώνυμο του πολυώνυμου συγγραφέα και ποιητή είναι ταυτόσημο με τη λέξη και την έννοια: πρόσωπο [πσόα στα πορτογαλικά] τότε θα λέγαμε πως μοιραία ο Πεσόα οδηγήθηκε σ’ αυτήν, την έστω λογοτεχνική πολυδιάσπαση, αφού αδυνατούσε να υπάρξει ως μονάδα και προτιμούσε να συζητά με τα ετερώνυμά του και όχι με τους άλλους.

«Είμαι, κατά μεγάλο μέρος

η ίδια η πρόζα που γράφω»

«Ό,τι σκέφτομαι γίνονται

πάραυτα λέξεις».

 

Το Είναι του ήταν «ένας κανένας κι εκατό χιλιάδες» ή το του Ρεμπώ το εγώ του ήταν ένας άλλος με την πληθυντική έννοια, ή ακόμα όπως το διατυπώνει ο ίδιος: «Τίποτα δε μένει απ’ το τίποτα κι εμείς δεν είμαστε τίποτα», ή αλλού κι αλλιώς ειπωμένο «Δεν ξέρω ποιος είμαι, ποια ψυχή έχω. Όταν μιλάω με ειλικρίνεια δεν ξέρω με ποια ειλικρίνεια μιλάω. Είμαι διαδοχικά άλλος από ένα εγώ που δεν ξέρω αν υπάρχει [εάν είναι αυτοί οι άλλοι]. […] Δημιούργησα μέσα μου διάφορες προσωπικότητες. […]  Κάθε όνειρό μου μπορεί να τα’ ονειρευτεί κάποιος άλλος, όχι όμως εγώ. […]Γίνε πολλαπλός σαν το σύμπαν».

Ο προδρομικός αυτός  μοντερνιστής έζησε έναν αυστηρά μονήρη βίο. Το ‘’λάθε βιώσας’’ του ταιριάζει γάντι.

 

 

ΕΝΑ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ

Αυτή η μοναχική λοιπόν φιγούρα που περιφερόταν ανά τας ρίμας και τας οδούς της Λισαβόνας μετρίου αναστήματος, φορώντας κοστούμι και παπιγιόν κι ένα μικρό μουστάκι, με δυο μεγάλα μάτια κρυμμένα πίσω από τα στρογγυλά του γυαλιά-θαρρείς και γεννήθηκε μαζί τους- δεν εμφανιζόταν ποτέ ασκεπής. Δεν ξέρω αν οι ετερώνυμοι- καθόλου πανομοιότυποι με τον δημιουργό τους-ήταν ασκεπείς ή φορούσαν καπέλο. Τείνω να πιστεύω πως ισχύει το πρώτο και μάλλον δεν ήταν το μοναδικό σημείο διαφοροποίησής τους απέναντί του, πέρα από το έργο τους και το βιογραφικό τους.

Παραδόξως ο ανθρωπιστής, καθηγητής λατινικών Ρικάρντο Ρέις, ο ποιητής των περίφημων «Ωδών», που γενναιόδωρα του παραχώρησε ο Πεσόα, γεννήθηκε ένα χρόνο πριν απ’ αυτόν[!]- το 1887.

 

 

ΕΝΑ ΧΡΟΝΙΚΟ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ

 

Επομένως ο Fernando Antonio Nogueira Pessoa γιος δημοσίου υπαλλήλου αλλά και μουσικοκριτικού γεννήθηκε την ίδια χρονιά [1888] με άλλον ετερώνυμο, όχι τόσο γνωστό, τον Αλεξάντερ Σέρτς. Το 1889, στις 16 Απριλίου, γεννήθηκε ο βασικός ετερώνυμος Αλμπέρτο Καϊέρο, που ο Πεσόα τον αναγόρευσε δάσκαλό του και δάσκαλο κι άλλων ετερώνυμών του. Τον επόμενο χρόνο γεννιέται ο άλλος βασικός ετερώνυμος, φουτουριστής και υπέρμαχος των μοντερνιστικών ιδεών Άλβαρο ντε Κάμπος.

Πεθαίνει ο πατέρας του, μόλις 43 ετών, η μητέρα του ξαναπαντρεύεται τον πρόξενο στη Νότια Αφρική. Οπότε μετακομίζουν εκεί. Η γιαγιά Ντιονίζια μπαίνει σε ψυχιατρείο. Γεννιέται η αδελφή του Χενρικέτα.

1895.Το πρώτο ποίημα αφιερωμένο στη μητέρα του. Είναι μόλις 7 ετών. Εγκύκλιες σπουδές στη Ν. Αφρική. Μυείται στη λατινική παιδεία. Γράφει ποιήματα στα αγγλικά. Εμπορικές σπουδές. Βραβείο της Βασίλισσας Βικτωρίας. Διαβάζει, μεταξύ άλλων Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σαίξπηρ, Μολιέρο, Βολταίρο, Σέλλεϋ, Βύρωνα, Κητς, Σοπενχάουερ, Τολστόι. Το 1905 επιστρέφει οριστικά στη Λισαβόνα. Γράφεται στη φιλολογική σχολή. Διαβάζει Μίλτωνα , Μπωντλαίρ, Σεζάριο Βέρντε. Συνεχίζει να γράφει αγγλικά. Το 1907 εγκαταλείπει τις σπουδές του. Μετακομίζει στην ψυχικά διαταραγμένη γιαγιά που με την κληρονομιά που του αφήνει στήνει μια τυπογραφική επιχείρηση που χρεοκοπεί.

Γίνεται ξένος ανταποκριτής, αφού μετακομίζει διαρκώς. Μένει σε συγγενείς, σε φίλους, σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Ενώ η βιοποριστική του απασχόληση ήταν να φροντίζει την εμπορική αλληλογραφία στα αγγλικά και στα γαλλικά σε εταιρεία εισαγωγών-εξαγωγών.

Επηρεασμένος από τον Πόε και τον Μπωντλαίρ γράφει αγγλικά, γαλλικά, πορτογαλικά ποιήματα και πεζά με επιρροή από τον συμβολισμό. Το 1912 συλλαμβάνει για πρώτη φορά την ιδέα των ετερωνύμων. Συνεχίζει να γράφει τον «Φάουστ», θεατρικό έργο.

«Για να δημιουργήσω εξολόθρευσα τον εαυτό μου. […] Μέσα μου δεν υπάρχω παρά μόνο εξωτερικά. Είμαι η μοναδική σκηνή όπου παρελαύνουν διάφοροι συγγραφείς δίνοντας διάφορές παραστάσεις», λέει με το στόμα του ο ετερώνυμος Σοάρες. Κι ο ντε Κάμπος: «Για να με νιώσω, χρειάστηκε να νιώσω τα πάντα, /Ξεχείλισα, χύθηκα έξω από μένα».

«Ο Θεός δεν είναι ένα.

Πώς λοιπόν ένα να είμαι;»

Ενώ ο Πεσόα δημιουργεί ακατάπαυστα, άπληστα άλλους που γι αυτόν γίνονται πραγματικοί, αφού διαφέρουν στο ύψος, στον τόπο γέννησης, στο ζώδιο, στην εξωτερική εμφάνιση, στην ημερομηνία θανάτου, στις ιδέες, στο ύφος ο Οκτάβιο Παζ περιγράφει τον ποιητή Πεσόα, το πρόσωπο: αγγλομανής, μύωψ, ευγενής, αλλοπαρμένος, ντυμένος στα σκούρα, απόμακρος και οικείος, κοσμοπολίτης που κηρύσσει τον εθνικισμό, ερευνητής ασήμαντων πραγμάτων, άνθρωπος με χιούμορ που δε χαμογελά, συγγραφέας ενός παράδοξου λόγου καθαρού σαν το νερό και σαν αυτό απύθμενου. Μυστηριώδης σαν το φεγγάρι το καταμεσήμερο, σιωπηλό φάντασμα του πορτογαλικού μεσημεριού. Κι έτσι τον καθιστά πιο πραγματικό αλλά τον εξομοιώνει με τα ετερώνυμα δημιουργήματά του.

Ή μ’ έναν αντιθετικό τρόπο: κοσμοπολίτης και μοναχικός, ευαίσθητος και κυνικός, εθνικιστής και μυστικιστής, φουτουριστής και υπαρξιστής, κλασικός και μπαρόκ, εκκεντρικός και συντηρητικός.

Το 1915 γράφει τη «Θαλασσινή Ωδή» του Κάμπος, ένα λυρικό ποίημα που αρχίζει και τελειώνει με τον ερχομό και την αναχώρηση ενός βαποριού, λέει η μεταφράστριά του Μαρία Παπαδήμα.

 

Μόνος, στην έρημη αποβάθρα, τούτο το

                                                      καλοκαιρινό

πρωινό,

κοιτάζω την είσοδο του λιμανιού, κοιτάζω το

                                                                  Ακαθόριστο,

Κοιτάζω και χαίρομαι να βλέπω,

μικρό, μαύρο και καθαρό, ένα υπερωκεάνιο να

                                                                 [μπαίνει στο

λιμάνι»]

 

«Να θέλεις λίγα: θα τα έχεις όλα.

 

Τίποτε να μη θέλεις: θα είσαι ελεύθερος.

 

Ο ίδιος ο έρωτας που νιώθουν

 

Για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει».

 

 14 αποκρυφιστικά σονέτα.

 

Το 1920, συναντά την Οφηλία που ήταν γραμματέας στην εταιρεία που εργαζόταν. Πρώτα ερωτικά γράμματα.

Εγκαθίσταται οριστικά στο σπίτι της μητέρας του που επιστρέφει στη Λισαβόνα μετά το θάνατο του συζύγου της. Κατάθλιψη. Ρήξη με την Οφηλία, με την οποία η δυνατή σχέση που είχε αναπτύξει απέναντί της ήταν πολύ σύντομη. Δεν είναι γνωστή και μάλλον δεν υπήρχε καμία άλλη σχέση με καμία  γυναίκα. Θυμίζει τη Ρεγγίνα του Κίρκεγκορ που για άλλους λόγους εκείνος απομάκρυνε όταν εγκατέλειψε την αισθησιακή του φάση.

«Κανείς τον άλλο δεν αγαπά, παρά μονάχα αγαπά,

ό,τι δικό του ο άλλος έχει, ή πως έχει νομίζει».

 «Ο αναρχικός τραπεζίτης» [1922]. Υπερασπίζεται τα ποιήματα του ομοφυλόφιλου Αντόνιο Μπότο.

  1. Μεγάλη θλίψη του προκαλεί ο θάνατος της μητέρας του.

Γράφει ποιήματα του ορθώνυμου Πεσόα, το «Καπνοπωλείο» του Κάμπος, «Ωδές» του Ρέις.

 

«Σήμερα είμαι νικημένος, σαν να γνώριζα την αλήθεια.

Σήμερα είμαι διαυγής, σαν να επρόκειτο να πεθάνω […]

Σήμερα είμαι αμήχανος σαν κάποιος

                                    [που σκέφτηκε και

Βρήκε και ξέχασε.

Σήμερα είμαι μοιρασμένος ανάμεσα

                        [στην πίστη που οφείλω

στο ψιλικατζίδικο στην απέναντι πλευρά

                                           [του δρόμου, σαν

πράγμα πραγματικό απ’ έξω,

 

και την αίσθηση ότι όλα είναι όνειρο,

                                             [σαν πράγμα

        πραγματικό από μέσα».

 

Ο Πεσόα συνήθιζε να γράφει ποικιλώνυμα κείμενα σε σημειωματάρια, σε χαρτάκια, πίσω από επιστολές, διαφημιστικά φυλλάδια, αποδείξεις, καταλόγους καφενείων, ακόμα και μεταξύ των γραμμών των δικών του κειμένων. Όπου έβρισκε κάποια καθαρή επιφάνεια  προσάρμοζε ανάλογα την έκταση του κειμένου του.

 

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΣΗ

 

 Το 1928 δημοσιεύει μια μπροσούρα με τίτλο: «Μεσοβασιλεία» όπου υπερασπίζεται και δικαιολογεί τη στρατιωτική δικτατορία που έχει επιβληθεί στην Πορτογαλία, αν και αργότερα θα πάψει να συμφωνεί με πολλές από τις θέσεις της κυρίως μετά από την επιβολή του «Νέου Κράτους» του Σαλαζάρ. Είναι περίεργο που ένας τόσο αντικοινωνικός τύπος που ήταν έξω από όλα και αφοσιωμένος αποκλειστικά και μόνο στη λογοτεχνία είχε γνώμη για το πώς έπρεπε να κυβερνηθούν οι συμπατριώτες του και έμπαινε στον κόπο να τη δημοσιεύσει.

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ

Από το 1912 κι ως το 1932 συνέθετε το πεζογράφημα «Το βιβλίο της ανησυχίας» δημοσιεύοντας κομμάτια σε διάφορα περιοδικά. Αποσπασματικό, κρυφό ημερολόγιο, κείμενο υπαρξιακής εναγώνιας ενδοσκόπησης. Μια ανίχνευση των ορίων ανάμεσα στο είναι και το μη είναι. Μια ατέρμονη αυτό-εξιστόρηση που μερικά αποσπάσματα της υπογράφουν κάποιοι από τους ετερώνυμους. Αυτός ο ορμητικός ποταμός σκέψεων και φιλοσοφικού λόγου εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Πορτογαλία το 1982, δηλαδή 47 χρόνια μετά το θάνατό του.

 [«Είναι η Εξομολόγησή μου, κι αν δε λέω τίποτα, είναι που δεν έχω τίποτα να πω».

«Εγώ τη μέρα δεν είμαι τίποτα και τη νύχτα είμαι εγώ»]

 

Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΜΕ ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

Ο εκ των μεταφραστών του Γιάννης Σουλιώτης αναφέρεται στο μπαούλο που στα πορτογαλικά είναι και η κιβωτός [arca] στο οποίο όταν ανοίχθηκε το 1966, τριάντα ένα χρόνια μετά το θάνατό του, βρέθηκαν φίρδην – μίγδην 25.426 χειρόγραφα υπογεγραμμένα από 72 πρόσωπα. Μεγάλο μέρος από αυτά δεν έχουν ακόμα γίνει γνωστά. Ωστόσο η καθυστερημένη ανακάλυψη έκανε γνωστό το έργο του και τη σπουδαιότητά του.

Ο Πεσόα πέθανε από κίρρωση του ήπατος καθότι αλκοολικός σε ηλικία 47 ετών.

 

 ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

 

«Είμαι αυτός που θέλει πάντοτε να

                                                 [φύγει

Και πάντοτε μένει, πάντοτε μένει,

                                              [πάντοτε

μένει

Ως το θάνατό του μένει, ακόμα και αν

                                                       [φεύγει

μένει, μένει, μένει».

 

Ο Νάνος Βαλαωρίτης ισχυρίζεται πως τρείς χώρες αδύναμες, περιθωριοποιημένες όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ελλάδα εξωθημένες στην πολιτική και οικονομική εξάρτηση και όπου εκδηλώνονται παραληρηματικοί υπερεθνικισμοί και αυταρχικά καθεστώτα και έχουν χάσει τη βούληση για αλλαγή χαρακτηρίζονται από ένα αίσθημα παραλυσίας που ανιχνεύεται στο έργο των Τζόυς, Μπέκετ, Καρυωτάκη, Καβάφη και φυσικά του Πεσόα.

Όταν ο Πεσόα αρχίζει να συνθέτει τα ποιήματά του δεν έχει ακόμη επινοηθεί τίποτα από ό, τι ακολουθεί: Μπρετόν, τα μανιφέστα του,«η συνείδηση του Ζήνωνα» του Σβέβο, το «Ένας κανένας κι εκατό χιλιάδες» του Πιραντέλο, «η Αγρύπνια των Φίνεγκαν»του Τζόυς, το Νουβώ ρομάν, η ομάδα Ούλιπο του Περέκ και πάει λέγοντας, όπως πιστεύει ο συγγραφέας και μελετητής του Αντόνιο Ταμπούκι, ο οποίος συνέβαλε αποφασιστικά στη διάδοσή του.

Ο Πεσόα είναι μόνος του μέσα στη μοναξιά της ετερωνυμίας, μέσα στον πληθυντικό λογοτεχνικό εαυτό του. Είναι ένας προδρομικός συγγραφέας που ακολούθησε εξαιτίας της καθυστερημένης πρόσληψης αυτούς που ήρθαν έπειτα από αυτόν.

Τελικά παρόλο τον πεσιμισμό και τη σκοτεινότητά του ή και εξαιτίας τους διαλάλησε:

«λείπει πάντοτε κάτι, ένα ποτήρι, μια αύρα, μια φράση, /και η ζωή πληγώνει τόσο περισσότερο, όσο τη χαιρόμαστε και όσο περισσότερο την επινοούμε».

 

 

ΒΟΗΘΗΜΑ:
-περιοδικό Διαβάζω, τχ. 390, Νοε.1998
FERNANDO PESSOA, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, μτφρ. Γιάννης Σουλιώτης, PRINTA, 2007
-Άλβαρο ντε Κάμπος, Η Θαλασσινή Ωδή κ.ά. ποιήματα, μτφ. Μαρία Παπαδήμα, Εξάντας, 2003
-ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ, Το βιβλίο της Ανησυχίας, μτφρ. Άννυ Σπυράκου, Αλεξάνδρεια, 1993

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.