You are currently viewing Παυλίνα Παμπούδη: Στη μνήμη μιας νεαρής ποιήτριας που θα γιόρταζε προχθές

Παυλίνα Παμπούδη: Στη μνήμη μιας νεαρής ποιήτριας που θα γιόρταζε προχθές

Η ΜΙΚΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΣΕ ΤΟΠΟ ΑΛΛΟΥ, ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

Πριν καταπιαστώ να γράψω δυο λόγια στη μνήμη της βιαστικής, μικρής μου φίλης, αναζήτησα το πρώτο της βιβλίο. Δεν ήθελα να το ξαναδιαβάσω, ήθελα απλώς να το αγγίξω, σαν για να επικαλεστώ το πνεύμα της, να το μυρίσω, σαν για να εντοπίσω το ίχνος της.

Η βιβλιοθήκη μου δεν φημίζεται για την τάξη της. Η μικρή Ελευθερία βρισκόταν, συμπτωματικά (;) ανάμεσα σε δυο ποιητές, συνομήλικούς της τώρα στην ισότητα της αιωνιότητας: ανάμεσα στον πλήρη ημερών Σαχτούρη και τον στερημένο ημερών Ρεμπώ.

Η μικρή Ελευθερία ήταν ξαφνικά εκεί, κι ήταν τώρα, από την απόσταση ανάμεσα στις διαφορετικές διαστάσεις, μια κόρη σκοτεινή που φέγγει. Ίσως, η Ποίηση η ίδια.

 

Μου είχε γράψει μια γλυκιά αφιέρωση σ’ αυτό το βιβλίο, αφιέρωση με αναφορά στα παραμύθια μου.

Όταν είχαμε πρωτοσυναντηθεί, τότε που μου έφερε τους πρώτους της στίχους, εκείνη ανήκε ακόμη στην ηλικία των παραμυθιών. Ήταν μαθήτρια – και ήξερε ότι δεν θα σταματούσε ποτέ να μαθητεύει.

Στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας. Από τα μακριά μαλλιά της ξετυλιγόταν ένα φως και άχνιζε ολόγυρά της. Μου φάνηκε σαν άγγελος, απ’ αυτούς που συναντάς σε ζωγραφιές κολλημένες στα τετράδια «Μικρών Μυστικών» που κρατούσαν τα παλιά κορίτσια. Ήταν όλο χρώματα, αλλά σκοτεινή. σαν βασιλοπούλα σε επιχρωματισμένη γκραβούρα.

Τις επόμενες ώρες συζητούσα μ’ ένα παιδί συνεσταλμένο, αλλά όχι εξημερωμένο, δειλό και αρπακτικό σαν πουλί μπροστά στη ζωή, με πεινασμένα και έκθαμβα μάτια. Αλήθεια, με είχαν εντυπωσιάσει τα μάτια της. Και ήταν περιτριγυρισμένα από εκείνους τους μαβιούς κύκλους, που έχουν όλα τα παιδιά, τα γεννημένα για τη νύχτα.

Στο δεύτερο, το μεταθανάτιο βιβλίο της η Ελευθερία απολογήθηκε γι αυτούς τους κύκλους:

 

Τα δάκρυα που δεν κλαίγονται / γίνονται λίμνες σκοτεινές / που στοιχειώνουν κάτω απ’ τα μάτια / έπειτα οι σκιές τρώνε σιγά σιγά / όλους τους άλλους δρόμους του προσώπου (…)

Είχε ένα μικρό σώμα που έκρυβε το νεύρο του κάτω από μια πανοπλία απανωτών ρούχων. Σε στίχο απολογήθηκε και για το σώμα της:

 

Το σώμα, άφτερο, βιαζόταν (…)

 

Το δέρμα της ήταν διάφανο, η φωνή της το ίδιο, ένας ψίθυρος. Με ανάγκαζε να μιλώ κι εγώ πιο χαμηλόφωνα απ’ όσο συνήθως. Σαν αντικατοπτρισμός ομιλίας ήταν η συζήτησή μας.

Τι στίχους μου έδειξε τότε, και τι είπαμε; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι όμως πως μου είχε ζητήσει να της πω εγώ κάποιο στίχο, κάποιο στίχο που θα τον θεωρούσα σηματωρό.

Δεν ξέρω αν ήταν για καλό που της είπα τον στίχο του Ελύτη: Ο, τι σώσεις μες στην αστραπή / καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει. Δεν ήξερα πως εκείνη θα ζούσε μέσα στην αστραπή.

Θυμάμαι, ακόμη, πως σκέφτηκα, ότι το παιδί αυτό είχε έρθει μ’ ένα θησαυρό λέξεων, και φαινόταν αποφασισμένο να συνεχίσει, με κάθε μέσο, να πλουτίζει για πάντα. Και ότι ήταν, σίγουρα, σημαδεμένο.

Έκανα και μια ανάλαφρη σκέψη: το είχαν βαφτίσει με το δεσμευτικό όνομα Ελευθερία, με ένα όνομα το οποίο είναι ιδέα, σύνθημα, που είναι ο δρόμος ο οδηγώντας παντού, ως το χάος. Η επίκληση της Ελευθερίας, επηρεάζει. Θα πρέπει να επηρεάζει κι αυτόν που αποκαλείται έτσι, σκέφτηκα.

 

Η μικρή Ελευθερία, λοιπόν, έγραφε ποιήματα παιδιόθεν, έγραφε πριν αρχίσει να αναζητά και τους άλλους τρόπους έκφρασης. Αλλά δεν της άρκεσε ούτε η γραφή, ούτε η ζωή – ήταν άπληστη:

 

Είμαι πολλά, και μήπως δεν προλάβω καν εγώ να με χορτάσω (…) έγραψε.

 

Μεγαλώνοντας, δοκίμασε τα πάντα: τη γλώσσα του σώματος, τη σκηνοθεσία και μίμηση άλλων ζωών, αγωνιώντας αδιάκοπα για την ερμηνεία . Εξερεύνησε την ύπαρξη νοήματος στα βαθιά της γλώσσας, στον αφρό της φιλοσοφίας. Στα ποιήματα, όμως, ήταν που ξαναγυρνούσε πάντα, στα ενδιάμεσα της πολυδαίδαλης διαδρομής της – σαν να έπρεπε να πατά, σε τακτά ή άτακτα διαστήματα, τη γη που τη γέννησε για να πάρει ξανά δύναμη ή σαν να έπρεπε να ανεβαίνει κάθε τόσο για να πάρει αναπνοή.

Γιατί; Γιατί, σαν δημιουργός ήξερε ότι η ποίηση είναι η πιο ακαριαία και άμεση η πιο αυτοκινούμενη αντίδραση του θνητού απέναντι στο ακατανόητο. Οι άλλες τέχνες, που όλες τις προσέγγισε η Ελευθερία, είναι λιγότερο ορμέμφυτες, πιο προμελετημένες, πιο περίτεχνες. Το θέατρο είναι μίμηση, η μουσική είναι διύλιση, οι εικαστικές τέχνες είναι αυθάδεια. Τα ποιήματα όμως, αυτού του είδους η άρθρωση λόγου, ψέλλισμα και ταυτόχρονα απόσταγμα, προέρχονται κατευθείαν από την αρχέγονη ιλύ, την αξεδιάλυτη από την ύπαρξη. Συντίθενται από αισθήσεις, από προαισθήματα και αναμνήσεις – κυρίως από αναμνήσεις: από συλλογικές μνήμες, όχι μόνο του δικού μας είδους, αλλά και από μνήμες φυτών, πτηνών, εντόμων, πετρωμάτων…

Φαντασία δεν υπάρχει: όλα έχουν συμβεί, όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα. Ο δημιουργός τα αντιλαμβάνεται σε ανύποπτο χρόνο, κι όλα συνεχίζουν, στο διηνεκές, να ανακαλούνται στο νου του σε εκλάμψεις.

Το ποίημα γεννιέται από τη βαθύτερη, εγγενή γνώση, την ενιαία και αρραγή, αρραγή μέχρι να διατυπωθεί κάποιο ψήγμα της.

Τα ήξερε αυτά η μικρή Ελευθερία. Ίσως και περισσότερα. Το ισχυρίζομαι αυτό, γιατί ήταν σαν να έγραφε εξαρχής πρωθύστερα: ένα μεγάλο ποσοστό των στίχων της ήταν, ήδη, μεταθανάτιοι.

 

Αλίμονο σ’ αυτούς που φεύγουν πάντα πρώτοι / ναρκοθετούμαι και λεω (…) έγραψε στην πρώτη της συλλογή. Και, πιο κάτω, το φοβερό : Απεταξάμην χρόνο (…)

 

Είπαμε ότι οι ποιητές αυτονεκρολογούνται  πάντα: πότε ασυναίσθητα πότε ηθελημένα. Κρυφά ή φανερά, τόπους – τόπους υπάρχουν μέσα στα κείμενά τους – από τα πιο αθώα πρωτόλεια ως τα τελευταία, τα υποψιασμένα – ξαφνικές συστάδες λέξεων που αναφέρονται στον άλλο τους χρόνο.

 

Στο επόμενο, το δημοσιευμένο μετά θάνατον βιβλίο της, οι νύξεις πύκνωσαν: όλα σχεδόν, είχαν αρχίσει να αττακάρουν καίρια, το μπαλάκι πηγαινοερχόταν συνεχώς, χτυπώντας ανάμεσα στο παρόν και στο άγνωστο.

Παντού, η Ελευθερία έκανε βιαστικές, στενογραφημένες εγγραφές των συμβάντων που έπεφταν στην αντίληψή της, αλλά κι αυτών που διέφευγαν από τα σκισίματα στο δίχτυ της καθημερινότητας. Κοίταζε αδιάκριτα πίσω και κάτω από τις σκέψεις, τις σχέσεις, τον έρωτα, τη μοναξιά, περιεργαζόταν με ακοίμητη περιέργεια, κατέγραφε και σχολίαζε όλα αυτά τα προικώα αγαθά και πάθη του ζώντος όντος.

Από την άλλη, αναφερόταν, επί ίσοις όροις, σαν αποστασιοποιημένος παρατηρητής, και σε συμβάντα άγνωστα ακόμη, αλλά οιονεί παρόντα, καθώς βαθιά τα διαισθανόταν:

 

Πάει η όχθη, την πέρασα / και λόγο δεν έχω / ή Ορφέα να με φέρει απ’ τους ύπνους (…)

Εγώ πέρασα στη χώρα του ήσυχα, την πέρασα / Χωρίς άλλο να δηλώσω από ύπαρξη (…)

 

Αναφερόταν στο συμβάν το οποίο, ερήμην του ζώντος όντος, δρομολογείται αυτόματα, και το ακολουθεί εκ γενετής, για να το συναντήσει κάπου απροσδόκητα, στην κοινή (αλλά προσωπική) διαδρομή άνευ επιστροφής που αυτό ακολουθεί. Και έγραφε προφητικά:

 

Έμεινα στη μέση των οδών μου / χτυπημένη απ’ το μοιραίο. (…)

 

Είχε πολύ υλικό. Ήθελε να πει πολλά, έπρεπε να τα συμπτύξει, να τα κωδικοποιήσει, δεν πρόφταινε:

 

Επείγομαι / τώρα όλα, ο, τι είναι να γίνει(…)

 

Επιθυμούσε διακαώς να διατυπωθεί, αλλά, την ίδια στιγμή ένιωθε και τη ματαιότητα:

 

Τι να πω για το Όλον, όταν ροκανίζομαι; (…)

 

Πολύ συχνά μιλούσε στον αόριστο, η σύνταξη διαστρεφόταν στο χρονικό ασυνεχές, σε παραβολική τροχιά, η συνέχεια μπερδευόταν ατέρμονα καθώς ο μικρός διάττων τής ζωής της έπεφτε. Το έπαιρνε απόφαση, – χωρίς να το ξέρει. Έκανε μια γενναία, παρακινδυνευμένη δήλωση:

 

Θα ζήσω σε χρόνο διαρκή / του παρελθόντος (…)

 

Κάποτε στάθηκε έξω από το σώμα της – το έκανε σαν άσκηση. Διαπίστωσε:

 

Αναίτια υπάρχει ο χρόνος / αφού εγώ τώρα κοιμάμαι.

 

Και πάλι ξανάγινε ένα παιδί, που του κόβουν στη μέση το παραμύθι, ενώ αυτό δεν θέλει ακόμη να κοιμηθεί, (και για άγνωστο λόγο πρέπει). Μουρμούρισε:

 

Αυτή η ιστορία δεν ξέρω πώς τελείωσε / ή αν έχει τέλος αυτή η ιστορία.

 

Η Ελευθερία είχε πάρει υπερβολική δόση συμπυκνωμένης ζωής, – μαζί με το αντίδοτό της. Διέπραξε ο, τι πρόφτασε να σώσει μες στην αστραπή.

Τώρα, το πρώτο της βιβλίο ήδη κιτρινίζει. Ο χρόνος συνεχίζει να κυλά απρόσκοπτα στις σελίδες του, ερήμην της διαχρονικής τους ύλης που τον περιέχει, ερήμην της ίδιας της αυτουργού του.

 

Η μικρή Ελευθερία, οριστικά εκτός χρόνου, συνεχίζει να απομακρύνεται περίβλεπτος, στη μεγάλη Ελευθερία.

 

 

 

 

(Πρόκειται για την Ελευθερία Σαπουντζή. Στη φωτό, ποζάρει μπροστά σε έργο του θείου της, φίλου μου, Γιάννη Μιχαηλίδη. Τώρα, θα έχουν ξανασυναντηθεί οι δυο τους…)

Παυλίνα Παμπούδη

Η Παυλίνα Παμπούδη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου (Ιστορία – Αρχαιολογία) και παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή και ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στο κολέγιο Byahm Show School of Arts του Λονδίνου. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 15 ποιητικές συλλογές, 3 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και 31 μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων. Επίσης, έχει κάνει 3 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, και έχει γράψει σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

This Post Has One Comment

  1. Vera Pavlou

    τι ομορφη κοπελα..και ποσο ομορφο το κειμενο! αιωνια της η μνημη

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.