You are currently viewing Γιάννης Κολοκοτρώνης: Οι κολυμβήτριες της Δέσποινας Κουβάτσου

Γιάννης Κολοκοτρώνης: Οι κολυμβήτριες της Δέσποινας Κουβάτσου

Υπάρχουν εικόνες που δεν περιγράφουν μια σκηνή, αλλά μια κατάσταση ύπαρξης. Στη νέα ζωγραφική ενότητα της Δέσποινας Κουβάτσου, το βλέμμα δεν παρακολουθεί απλώς μια μορφή να κολυμπά ή να βυθίζεται, αλλά ένα σώμα να διαπραγματεύεται την ύπαρξή του μέσα στο νερό. Το νερό δεν είναι απλά, το φόντο! Είναι το μέσο που απορροφά το βάρος, επιβραδύνει την κίνηση, παγώνει το χρόνο, μετατρέπει τη μορφή σε ίχνος. Σαν μεμβράνη, άλλοτε λεπτή κι άλλοτε ταραγμένη, μετατρέπεται σε φυσικό φίλτρο διάθλασης και, άλλες φορές, σε θόλο χρωμάτων και θραύσματα φωτός. Η μορφή δεν κυριαρχεί στο υδάτινο στοιχείο ούτε απορροφάται, αλλά συνυπάρχει μαζί του, κάθε φορά σε νέες ισορροπίες.

 

Η σχεδόν εμμονική παρουσία του υφάσματος δεν είναι διακοσμητική, ούτε απλώς χρωματική. Είναι μια σκηνογραφική λύση που μεταμορφώνει την υποβρύχια σκηνή σε χορογραφία: προσθέτει ένταση, σπάει τη μονοχρωμία του γαλάζιου και γίνεται εργαλείο ανάδειξης του σώματος, οργανώνοντας τον χώρο με τις κινήσεις του και χαράσσοντας ανάλαφρες, χορευτικές διαδρομές. Κάπως έτσι, η Κουβάτσου παρακάμπτει την πιθανή μονοτονία του ρεαλισμού, επιμένοντας σε παραλλαγές όπου το ίδιο θέμα ανανεώνεται κάθε φορά από τη μεταβαλλόμενη σχέση σώματος – νερού – υφάσματος, σαν χορογραφία που εκτυλίσσεται πάνω στον μουσαμά. Η «υποβρύχια Αφροδίτη» παύει να είναι απλό εικονογραφικό μοτίβο και γίνεται μορφή διερεύνησης της ρευστής ταυτότητας, της σωματικής ευπάθειας και της αναστολής του χρόνου (https://www.periou.gr/giannis-kolokotronis-i-synaisthimatiki-noimosyni-tis-zografikis-tis-despoinas-kouvatsou/)

Η Κουβάτσου δεν κάνει απλή περιγραφή ενός υποβρύχιου ρεαλισμού. Ο βυθός, άλλοτε συμπαγής και σκοτεινός, άλλοτε φωτεινός και διαφανής, ξεδιπλώνει ένα πεδίο μνήμης και ονείρου. Σε κάποια έργα της, τα φυτικά θαλάσσια μοτίβα μεταμορφώνουν το νερό σε «κήπο», έναν τόπο προβολής του εσωτερικού της κόσμου, όπως στο Πηγές Νερού (Waters Spring. 2025. Λάδι σε μουσαμά 70×50 εκ.) και στο Περίπατος στο Νερό (Water Walk. 2025. Λάδι σε μουσαμά 70×50 εκ.). Το περιβάλλον παύει να είναι χώρος και γίνεται κατάσταση: μια γεωγραφία ψυχής με τη μορφή να δοκιμάζει τα όριά της, όπως η ίδια η καλλιτέχνις, που αναμετριέται με τους πρόσφατους προσωπικούς σωματικούς περιορισμούς που επηρεάζουν τις κινήσεις της. Η ανθρώπινη μορφή παραμένει αναγνωρίσιμη, όμως η διάθλαση και η ρευστότητα υπονομεύουν την ασφαλή αναγνώριση της ταυτότητας, όπως στην Κόκκινη Εξαίρεση (Red Exception. 2025. Λάδι σε μουσαμά 90×130 εκ.). Και επειδή μέσα στο νερό, τίποτα δεν είναι πλήρως καθαρό, αυτή η αμφισημία δημιουργεί την ποιητική διάσταση της ζωγραφικής της Δέσποινας Κουβάτσου, η οποία δεν βλέπει απλώς, αλλά καταγράφει ό,τι αισθάνεται.

Από τότε που η καλλιτέχνης αποφάσισε να εστιάσει στο υδάτινο στοιχείο, η ζωγραφική της έγινε ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη με τις καθηλωτικές υποβρύχιες σκηνές, τις οποίες πρέπει να δούμε ως αλληγορίες μεταμόρφωσης, ως διαφυγή από τον «θόρυβο» της σύγχρονης ζωής, ως ψυχολογικό καταφύγιο ανανέωσης, ως συνθήκη αντίληψης που αναστέλλει τη βαρύτητα και τον χρόνο. Έτσι, το νερό, ως φυσικό περιβάλλον και ως υπαρξιακό καταφύγιο, γίνεται τόπος προέλευσης της ζωής και ταυτόχρονα τόπος αποφόρτισης από τη «βαρύτητα» του κόσμου. Το σώμα, επανασυνδέεται με μια αρχέγονη μνήμη, μια πρωταρχική μήτρα όπου  η βύθιση μοιάζει με τελετουργία εμβάπτισης (On my bottom. 2025. Λάδι σε μουσαμά 70×50 εκ.).

Σε αυτό το επίπεδο, η ζωγραφική της Κουβάτσου μπορεί να τοποθετηθεί σε έναν γόνιμο διάλογο με σύγχρονες προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το νερό ως πεδίο υπαρξιακής εμπειρίας. Η τελετουργική διάσταση της εμβάπτισης θυμίζει την εικαστική γλώσσα του Bill Viola, όπου το νερό γίνεται μηχανισμός κάθαρσης και μεταμόρφωσης. Η ιδέα του νερού ως τόπου προστασίας και θεραπείας συναντά αντίστοιχες θεματικές στη ζωγραφική της Calida Rawles, ενώ η εμπειρία της αιώρησης και της αναστολής του χρόνου παραπέμπει, σε επίπεδο αίσθησης, σε έργα του Eric Zener. Ακόμη και η αντιμετώπιση του νερού ως χώρου που αναδιαμορφώνει την αντίληψη, τη διάρκεια και τη σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον μπορεί να συσχετιστεί, σε διαφορετική κλίμακα και μέσο, με τις μνημειώδεις εγκαταστάσεις του Olafur Eliasson, όπου το στοιχείο γίνεται εμπειρία και η εμπειρία γίνεται γνώση. Και σε σύγκριση με τους ανοιχτόχρωμους «Κολυμβητές» της Μαρίας Φιλοπούλου, όπου ο υποβρύχιος χώρος βιώνεται ως τιρκουάζ παράδεισος ελευθερίας και αυτογνωσίας, η Δέσποινα Κουβάτσου αντιμετωπίζει το νερό ως κατώφλι, ως ψυχικό καταφύγιο αλλά και ως συνθήκη μεταμόρφωσης με ένα κόκκινο ύφασμα, σχεδόν πάντα, να είναι μια υπενθύμιση επιστροφής στην υλικότητα.

 

Γιάννης Κολοκοτρώνης
Καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Τέχνης – Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών / Δ.Π.Θ.

 

 

Yannis Kolokotronis: Despoina Kouvatsou’s swimmers

 

There are images that do not so much describe a scene as articulate a condition. In Despoina Kouvatsou’s new painting series, the gaze does not simply follow a figure swimming or submerging; it follows a body negotiating its existence within water. Water is not merely a background: it is the medium that absorbs weight, slows movement, suspends time, and turns the figure into a trace. Like a membrane—at times thin, at times turbulent—it becomes a natural refractive filter, and at other moments a vault of colour and fractured light. The figure neither dominates the aqueous element nor dissolves into it; rather, it coexists with it, each time in newly configured balances.

The persistent presence of fabric is neither decorative nor merely chromatic. It functions as a scenographic device that transforms the underwater scene into choreography: it intensifies the image, breaks the blue monochrome, and becomes an instrument for revealing the body—organizing space through its movement and inscribing light, dance-like trajectories. In this way, Kouvatsou avoids the potential monotony of realism, insisting on variations in which the same theme is renewed through the shifting relation between body, water, and fabric, like a visual choreography unfolding across the canvas. The “underwater Aphrodite” ceases to operate as a simple iconographic motif and becomes a means of investigating fluid identity, corporeal vulnerability, and the suspension of time. (https://www.periou.gr/ giannis-kolokotronis-i-synaisthimatiki-noimosyni-tis-zografikis-tis-despoinas-kouvatsou/)

Kouvatsou does not offer a straightforward description of underwater realism. The seabed—sometimes compact and dark, sometimes luminous and translucent—unfolds a field of memory and dream. In several works, vegetal marine motifs transform the water into a “garden,” a site onto which an inner world is projected, as in Waters Spring (2025, oil on canvas, 70 × 50 cm) and Water Walk (2025, oil on canvas, 70 × 50 cm). The environment ceases to function as space and becomes a state: a geography of the soul in which the figure tests its limits, echoing the artist’s own confrontation with recent physical constraints affecting movement. The human form remains recognizable, yet refraction and liquidity destabilize any secure identification, as in Red Exception (2025, oil on canvas, 90 × 130 cm). And because beneath the surface nothing is ever fully clear, this ambiguity generates the poetic dimension of Kouvatsou’s painting: it does not merely see, but registers what it feels.

Since choosing to focus on the aquatic element, Kouvatsou’s work has become distinctively recognizable through its compelling underwater scenes—scenes that may be read as allegories of metamorphosis, as an escape from the “noise” of contemporary life, as a psychological refuge of renewal, and as a perceptual condition that suspends both gravity and time. Water, as natural environment and existential shelter, becomes both a site of origin and a space of release from the world’s “weight.” The body reconnects with a primal memory, a primordial matrix in which submersion takes on the character of a ritual of immersion, as in On My Bottom (2025, oil on canvas, 70 × 50 cm).

At this level, Kouvatsou’s painting may be situated in a productive dialogue with contemporary practices that treat water as a field of existential experience. The ritual dimension of immersion recalls Bill Viola’s visual language, in which water operates as a mechanism of catharsis and transformation. The idea of water as a site of protection and healing resonates with themes in the work of Calida Rawles, while the sensation of suspension and temporal arrest evokes, at the level of affect, the paintings of Eric Zener. The treatment of water as a space that reshapes perception, duration, and our relationship to the natural environment can also be related—on a different scale and in another medium—to Olafur Eliasson’s monumental installations, where element becomes experienced and experience becomes knowledge. And in comparison, with Maria Filopoulou’s light-toned “Swimmers,” where the underwater realm is imagined as a turquoise paradise of freedom and self-awareness, Kouvatsou approaches water as a threshold: a psychic refuge and a condition of transformation, with the recurring red fabric serving—almost invariably—as a reminder of a return to materiality.

 

Yannis Kolokotronis
Professor of History and Theory of Art -Department of Architectural Engineering / Democritus University of Thrace

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.