Μια γνήσια επιτάφια επιγραφή του 2ου π.Χ. ή, σύμφωνα με άλλους μελετητές, του 1ου π.Χ. αιώνα με είχε από καιρό συγκινήσει. Διευκρινίζω πως αναφέρομαι στη γνησιότητά της για να επισημάνω πως δεν πρόκειται για λογοτεχνικό επιτύμβιο επίγραμμα αλλά για επιγραφή πραγματική, που συνοδεύει το ταφικό μνημείο ενός ανώνυμου δασκάλου που έζησε στη Ρόδο κατά την ύστερη αρχαιότητα και αποτελεί κατάθεση ευγνωμοσύνης των μαθητών του για την υπερπεντηκονταετή προσφορά του διδακτικού του έργου.
Διαπιστώνοντας σήμερα πως το παλαιό πρότυπο του δασκάλου ολοένα εκλείπει, καθώς οι παλαιοί φωτισμένοι δάσκαλοι και δασκάλες εκδημούν σε τόπους ἔνθα ναίουσι ψυχαὶ και δίκαιοι αναπαύονται, αποφάσισα —με αφορμή μάλιστα την πρόσφατη εκδημία του Αναστάσιου Στέφου, κλασικού φιλολόγου και αιώνιου δασκάλου— να μεταφράσω την επιγραφή ως ένα ελάχιστο αφιέρωμα στη μνήμη τους.
[ μαθητών πόσα πλήθη τους λευκούς μου κροτάφους στεφάνωσαν]
Επί χρόνια πενήντα, και δύο ακόμη, τα γράμματα δίδαξε εκείνος.
Των αγίων ο τόπος τώρα πια τον κατέχει.
Γιατί εκεί τον δεχτήκαν ο Πλούτων κι η Κόρη.
Κι ο Ερμής κι η δαδούχος Εκάτη —προσφιλής καθώς ήταν—
επιστάτη τον όρισαν των μυστηρίων
—τόση πίστη του είχαν.
Καθώς έρχεσαι, ξένε, στον τάφο μου, μάθε
ακριβώς μαθητών πόσα πλήθη
τους λευκούς μου κροτάφους στεφάνωσαν.
1 [γ]ράμ̣μ̣ατ̣’ ἐδίδαξεν ἔτεα πεν[τήκ]ον[θ’ ὅδε]
δύο τ’ ἐπὶ τούτοις καὶ εὐσεβῶν [χ]ῶρός [σφ’ ἔχει].
Πλούτων γὰρ αὐτὸν καὶ Κόρη κα[τ]ώικισ[αν],
Ἑ̣ρμῆς τε καὶ δαιδοῦχος Ἑκάτη̣ προσφ[ιλῆ]
5 [ἅ]πασιν εἶναι μυστικῶν τε [ἐ]πιστά̣[την]
ἔταξαν αὐτὸν πίστεως πά[σ]ης χά̣[ριν].
7 αὐτὸς ἐσελθὼν ξεῖνε σαφῶς μά̣θε [πόσσα μαθητῶν]
[π]λήθη τοὺς πολιοὺς στέψαν ἐμοὺ[ς] κ[ροτάφους].
IG (Inscriptiones Graecae) XII 1, 141
Η λέξη γράμματα χρησιμοποιείται, όπως και σήμερα στον προφορικό και μάλιστα στον λαϊκό λόγο, για να υποδηλώσει την αληθινή και ουσιαστική παιδεία: Έτσι και στα σχετικώς επίκαιρα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα έξοχα εξαίρεται η ανθοφορία που υπόσχονται τα γράμματα με την ωραία μεταφορά του ξερού κλαδιού που ανθίζει στα χέρια του Άη Βασίλη:
— Βασίλη μ’ πούθεν έρχεσαι, και πούθεν κατεβαίνεις;
— Από τη μάνα μ’ έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω
— Και σαν πηγαίνεις στο σχολειό, κάτσε να τραγουδήσεις
—Εγώ γράμματα μάθαινα τραγούδια δεν ηξεύρω
—Και σαν ηξεύρεις γράμματα, πες μας την αλφαβήτα.
Και στο ραβδί τ’ακούμπησε να πει την αλφαβήτα.
Και το ραβδί ‘τονε ξερό, και βλάστησε κλωνάρια
Κι απάνω στα κλωνάρια του πέρδικες κελαηδούσαν
Δεν ήταν μόνο πέρδικες ήταν και περιστέρια.
Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, Πωγώνι Ηπείρου (απόσπασμα)
Τα γράμματα λοιπόν αντιπροσωπεύουν ένα ιδανικό παιδείας το οποίο διαπερνά το σύνολο της γραμματειακής μας παράδοσης, γραπτής και προφορικής.
Ο ανώνυμος δάσκαλος της ροδιακής επιγραφής τιμάται από τους άρχοντες του Κάτω Κόσμου, τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη, ενώ ο ψυχοπομπός Ερμής, οδηγός των ψυχών στην πορεία προς τα παλάτια του Άδη, και η δαδούχος Εκάτη, η θεά των μαγικών τελετών και της νεκρομαντείας, του εμπιστεύονται μετά θάνατον τον ηγετικό ρόλο του επιστάτη των μυστηρίων. Ερμής και Εκάτη εξάλλου ως φορείς μιας χθόνιας λατρείας εικονίζονται συχνά μαζί στην αγγειογραφία να μετέχουν μυστηριακών τελετών.
Ο πραγματικός όμως έπαινος για τον ανώνυμο δάσκαλο εμπεριέχεται στους δύο τελευταίους στίχους της επιγραφής, οι οποίοι υπέροχα συμπυκνώνουν τη συγκίνηση στον μεταφορικό στέφανο που απονέμουν τα πλήθη των μαθητών του για να κοσμεί για πάντα τους λευκούς του κροτάφους. Να πρόκειται άραγε για περιγραφή μιας επιτύμβιας αναπαράστασης; Το βέβαιο πάντως είναι πως εκτός από την ανωνυμία του δασκάλου ανακαλύπτει κανείς εδώ έναν αυθεντικό, επίσης ανώνυμο, ποιητή.
