Σχ. 1
ΑΝΔΡ. Ω τρισαγαπημένο μου παιδί, ω συ περίσσια τιμημένο,
από το χέρι των εχθρών θα σκοτωθείς
αφήνοντας τη δύστυχή σου μάνα!
Εσένα του πατέρα σου η τρανή γενιά θα σ’ αφανίσει,
γενιά που σωτηρία για τους άλλους γίνεται·
και τελικά, η αίγλη τού γονιού σου δεν σου βγήκε σε καλό.
Ω κλίνη μου βαριόμοιρη και παντρειά
που κάποτε στου ΄Εκτορα τ’ αρχοντικό μ’ οδήγησες
για να γεννήσω εγώ τον γιο μου, όχι σφαχτάρι για τους Δαναούς,
μα βασιλιά για την πολύκαρπη Ασία!
Παιδάκι μου δακρύζεις;
Καταλαβαίνεις το κακό που θα σε βρει;
Γιατί με τα χεράκια σου με πιάνεις κι από τα πέπλα μου
κοιτάς να κρατηθείς, σαν το πουλάκι το μικρό
που κάτω απ’ τις φτερούγες μου να σκεπαστεί γυρεύει;
Δεν θά ’ρθει πια ο ΄Εκτορας — δεν θά βγει από τη γη
το ξακουστό ν’ αρπάξει δόρυ του κι εσένανε να σώσει —
μήτε και του πατέρα οι συγγενείς
μηδέ και των Φρυγών η δύναμη·

Ο Έκτορας αποχαιρετά την Ανδρομάχη και τον Αστυάνακτα. Carl Friedrich Deckler (1838-1918)
μα πέφτοντας από ψηλά με το κεφάλι κάτω
δίχως κανένα έλεος — αχ σάλτο τού ολέθρου!—
θα τερματίσεις τη ζωή σου.
Ω νιούτσικε της αγκαλιάς μου θησαυρέ
μυριάκριβε για τη μανούλα,
ω μυρωδιά γλυκιά τού σώματος!
Άσκοπα, το λοιπόν, ετούτος ο μαστός σε έθρεψε
σαν ήσουν μες στα σπάργανα,
του κάκου μόχθησα και μ’ έφαγαν οι κόποι.
Τώρα — κι άλλη φορά ποτέ — αποχαιρέτα τη μανούλα σου,
πέσε πάνω σ’ εκείνη που σε γέννα, τύλιξε τα χεράκια σου
τριγύρω στο κορμί μου και έλα, φίλησέ με.
Ω ΄Ελληνες, που έργα απαίσια, βάρβαρα σοφιστήκατε,
γιατί σκοτώνετε ετούτο το παιδί χωρίς αυτό σε τίποτα να φταίει;!
Ω του Τυνδάρεω βλαστάρι, ποτέ δεν ήσουνα του Δία θυγατέρα,2
αντίθετα, από πολλούς πατέρες λέω ότι ελόγου σου γεννήθηκες·
και πρώτα απ’ τον Αλάστορα3 και έπειτα απ’ τον Φθόνο,
τον Φόνο και τον Θάνατο κι όσα η γης θρέφει κακά!
Όχι, ποτέ δεν είπα εγώ τουλάχιστον πως σ’ έκανε ο Δίας,
εσένανε, τον όλεθρο τόσων πολλών βαρβάρων και Ελλήνων.
΄Αμποτες να χανόσουνα!
Γιατί με τα πανώρια μάτια σου τους ξακουστούς
τους κάμπους των Φρυγών επαίσχυντα αφάνισες.
Εμπρός, νά, πάρτε το, γκρεμίστε το,
αφού το κρίνετε σωστό να το γκρεμοτσακίσετε!
Χορτάστε με τις σάρκες του παιδιού αυτού!
Γιατί οι θεοί ορίζουν τον χαμό μας,
και το παιδί μου δεν μπορώ από τον θάνατο να σώσω.
Κρύψτε το άθλιο κορμί μου κάπου,
σ’ ένα καράβι ρίξτε το. Αφού για γάμο4 ωραίο πάω
έχοντας το παιδί μου χάσει (!)

O αμφορέας τής Μυκόνου, διάσημος για τις ανάγλυφες σκηνές που σχετίζονται με την άλωση της Τροίας. (67ο π. Χ.). Στη χαρακτηριστική εικόνα λεπτομέρεια από τον αμφορέα: Κάτω δεξιά παριστάνεται ο Νεοπτόλεμος να πετά τον μικρό Αστυάνακτα από τα τείχη τής Τροίας.
1)Στο απόσπασμα που παραθέτουμε ( η υπόθεση της τραγωδίας εκτυλίσσεται στο στρατόπεδο των Αχαιών μετά την άλωση της Τροίας) η δύστυχη Ανδρομάχη, η σύζυγος του νεκρού ΄Εκτορα, με λόγια στοργής και τρυφερότητας, αλλά και έσχατης απόγνωσης αποχωρίζεται το παιδί της, τον μικρό Αστυάνακτα. Τον παραδίδει στους Αχαιούς για να τον σκοτώσουν, καθότι έχουν αποφασίσει να τον γκρεμίσουν από τα τείχη τής Τροίας. Ο μεγαλύτερος ανθρώπινος πόνος, ο πόνος τής μάνας που ζει τον θάνατο του παιδιού της, προκαλεί ρίγη συγκίνησης στην ψυχή τού θεατή ή του αναγνώστη.
2)Ο Τυνδάρεως ήταν σύζυγος της Λήδας, πατέρας τής Ελένης και της Κλυταιμήστρας και ο θνητός πατέρας των Διοσκούρων, του Κάστορα και Πολυδεύκη. Εδώ ο Ευριπίδης αναφέρεται στην εκδοχή τού μύθου σύμφωνα με την οποία και η Ελένη, εκτός από τους Διοσκούρους, ήταν κόρη τού Δία.
3)Ο Ἀλάστωρ ήταν κακή θεότητα, δαίμονας εκδικητικός, που επέφερε την καταστροφή ή οδηγούσε τους ανθρώπους στο κακό, καθιστώντας τους εκτελεστικά του όργανα.
4) Η Ανδρομάχη δόθηκε ως λάφυρο στον Νεοπτόλεμο, τον γιο τού Αχιλλέα.
