ΠΟΙΗΜΑ 14
Παίζεις με το φως όλου του κόσμου κάθε μέρα,
αέρινη επισκέπτρια φτάνεις στα άνθη και τα νερά,
είσαι πιο πολύ από αυτό το λευκό κεφαλάκι
που κάθε μέρα κλείνω στα χέρια μου σαν μια ταξιανθία.
Δεν μοιάζεις με καμιά αφότου σ’ αγαπώ.
Άσε με να σε ξαπλώσω πάνω σε κίτρινα αμάραντα.
Ποιος γράφει τ’ όνομά σου με γράμματα από καπνό
ανάμεσα στ’ αστέρια του Νότου;
Αχ! Άσε με να σε θυμάμαι όπως ήσουν τότε
όταν ακόμα δεν υπήρξες.
Ο άνεμος ουρλιάζει ξαφνικά και χτυπά το κλειστό μου παράθυρο.
Ο ουρανός γίνεται δίχτυ γεμάτο μαύρο κατράμι.
Εδώ φυσούν όλοι οι άνεμοι, όλοι.
Αλλάζει πορεία η βροχή.
Πετούν για να κρυφτούν τα πουλιά.
Ο άνεμος , ο άνεμος.
Εγώ μόνο κόντρα στη δύναμη των ανθρώπων μπορώ να αγωνιστώ.
Η καταιγίδα στροβιλίζει φύλλα φαιά
και λύνει όλες τις βάρκες που χθες βράδυ άραξαν στον ουρανό.
Εσύ είσαι εδώ. Αχ, εσύ μη φύγεις,
εσύ θα μου αποκρίνεσαι ως την τελευταία μου κραυγή.
Γίνε ένα κουβάρι πλάι μου, όπως όταν φοβόσουν.
Ήταν φορές βέβαια που παράξενα σκοτείνιαζαν τα μάτια σου.
Και τώρα, τώρα πάλι, μικρή μου, μού φέρνεις αγιόκλημα
και έχεις ως και στα στήθη σου μοσκοβολιά.
Κι ας καλπάζει ο άνεμος ο θλιβερός σκοτώνοντας πεταλούδες,
εγώ σ’ αγαπώ και η λαχτάρα μου δαγκώνει το δαμασκηνί σου στόμα.
Όταν θα σε έχει πονέσει, θα συνηθίσεις εμένα,
τη μοναχική και άγρια ψυχή μου, το όνομά μου που όλοι αποφεύγουν.
Έχουμε δει τόσες φορές να φλέγεται ο εωσφόρος
ενώ φιλιόμασταν στα μάτια και πάνω στα κεφάλια μας
να απλώνονται τα δειλινά σε τεράστιες βεντάλιες.
Τα λόγια μου βροχή πάνω σου να σε χαϊδεύουν.
Πάει καιρός που αγάπησα το σώμα σου, μαργαριτάρι λαμπερό.
Μέχρι που σε νομίζω αρχόντισσα του κόσμου όλου.
Θα σου φέρω απ’ τα βουνά λουλούδια δροσερά και καμπανούλες ροζ[1],
φαιά φουντούκια και της εξοχής καλάθια από φιλιά.
Ποθώ να κάνω μαζί σου
ό,τι η Άνοιξη με τις κερασιές.
[1] Στο πρωτότυπο και στα ισπανικά copihues: Lapageria rosea, Της οικογένειας των λίλιουμ, φυτό ενδημικό της Χιλής με ρόδινα άνθη σε σχήμα ποτηριού ή καμπανούλας.
