Πάθος, γνώση, εμπειρία, ευθύνη και μόχθος χαρακτηρίζουν τη δουλειά της ομάδας ‘’Αθώο Σώμα’’, που πρωτοσυστήθηκε στο ευρύ κοινό το 2023 με την ‘’Πλαστελίνη’’ του Βασίλι Σιγκάρεφ, ενώ είχε πίσω της μια εικοσαετία θεατρικής πρακτικής με παιδιά και εφήβους. Φέτος η ομάδα επιχειρεί ένα γόνιμο διάλογο με το θεατρικό έργο του Βιτόλντ Γκομπρόβιτς ‘’Υβόννη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας’’ (1935), σε σκηνοθεσία Κατερίνας Σκουρλή, προτιμώντας μια σύγχρονη ανάγνωση της τραγικής κωμωδίας του σπουδαίου Πολωνού θεατρικού συγγραφέα, που υπογράφει ο Βαγγέλης Κυριακού.
Στο φανταστικό βασίλειο της Βουργουνδίας με βασιλιά, βασίλισσα, αυλικούς και υπηρέτες, ο πρίγκιπας Φίλιππος αποφασίζει να παντρευτεί μια (κατά τη γνώμη της Αυλής) άσχημη, άχαρη και βαρετή κοπέλα, την Υβόννη. Όταν τη φέρνουν στο παλάτι, η Υβόννη κοιτάζει τους πάντες στα μάτια χωρίς να μιλάει· η σιωπή της προκαλεί μεγάλη ανησυχία, αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις και αποκαλύπτει το αληθινό, σαθρό πρόσωπο αυτού του μικρόκοσμου. Όταν η κοπέλα θα αποφασίσει να μιλήσει, θα το πληρώσει ακριβά, ενώ η εξουσία θα βρει τρόπο να ανακατανεμηθεί και να διαιωνιστεί.
Τόσο το έργο του Γκομπρόβιτς όσο και η διασκευή ασκούν κριτική στην εξουσία, στους κοινωνικούς ρόλους και στον μηχανισμό εξανδραποδισμού του ανθρώπου. Η αυθαίρετη, χωρίς όρια εξουσία είναι αλληλένδετη με τον φόβο· φοβάται οτιδήποτε δε μπορεί να κατανοήσει και να ελέγξει, οτιδήποτε δε λειτουργεί στη δική της λογική, γιατί θεωρεί ότι απειλεί την κυριαρχία της, την ιεραρχία, την επιβεβλημένη κοινωνική τάξη, την αδιατάρακτη κανονικότητα του συστήματος. Το σύστημα κατασκευάζει ταυτότητες, κατανέμει τους κοινωνικούς ρόλους και επιβάλλει συμπεριφορές· εξ απαλών ονύχων γαλουχεί τα άτομα με την επιθυμία να αποκτήσουν με κάθε μέσο μια μορφή εξουσίας απέναντι στους πιο αδύναμους, ενώ ταυτόχρονα υφίστανται αδιαμαρτύρητα την εξουσία των ισχυρότερων τους.
Η εναλλαγή στους ρόλους εξουσιαστή – εξουσιαζόμενου είναι μια κοινή εμπειρία, τις περισσότερες φορές μη συνειδητή, άλλωστε συχνό είναι το φαινόμενο των πρώην θυμάτων που, όταν τους δοθεί η εξουσία ή την υφαρπάξουν, μεταβάλλονται στους πιο ανελέητους θύτες. Το δίπολο θύτη-θύματος δημιουργείται, ελέγχεται και συντηρείται από το σύστημα , γιατί το ανατροφοδοτεί· εξίσου επίσης βολικός για το σύστημα είναι και ο ρόλος του θεατή, του αμέτοχου, αυτού που αποφεύγει να πάρει θέση. Ο μόνος επικίνδυνος είναι ο ‘’διαφορετικός’’, αυτός που αμφισβητεί τον ρόλο που του επιβλήθηκε, δεν ακολουθεί τις κοινωνικές συμβάσεις και επιμένει να αυτοπροδιοριστεί. Το σύστημα, προκειμένου να διαιωνιστεί, τον αποκλείει και τον καταστρέφει.
Η Υβόννη είναι η μόνη ενοχλητική και επικίνδυνη. Τόσο στο θεατρικό του Γκομπρόβιτς όσο και στην εξαιρετική διασκευή της ‘’Βουργουνδίας’’, η σιωπηλή παρουσία της και το βαθύ της βλέμμα αποτελούν απειλή. Δεν επιτρέπει στους αυλικούς να ξέρουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα της, επομένως δε μπορούν να την ελέγξουν, τους αποσταθεροποιεί και τους απογυμνώνει, γιατί αποκαλύπτει την ασημαντότητα, τη μικροπρέπεια και τη βαρβαρότητα τους. Όμως στη σύγχρονη ανάγνωση, η Υβόννη αποκτά φωνή, αρθρώνει λόγο, υψώνει ανάστημα, δεν είναι διατεθειμένη να προσαρμοστεί στο καλούπι που της ετοιμάζουν, αναλαμβάνει την ευθύνη να φέρει στο φως την υποκρισία και ανευθυνότητα της αυθαίρετης εξουσίας Η άρνηση της να γίνει είτε αφεντικό είτε δούλος είναι μια πολιτική πράξη που ισοδυναμεί με απόρριψη του συστήματος – και το σύστημα δεν το συγχωρεί αυτό.
Ο μηχανισμός καταστολής και επιβολής που χρησιμοποιείται είναι βέβαια η βία. Πολύ εύστοχα τόσο η δραματουργία (Β. Κυριακού) όσο και η σκηνοθεσία (Κατερίνα Σκουρλή) υπογραμμίζουν τη σεξουαλική βία, λεκτική και σωματική, που έναν αιώνα πριν ο Γκομπρόβιτς ανέφερε υπαινικτικά · διαχρονικά, αυτή αποτελεί επιβολή δύναμης και ελέγχου, μέσο κυριαρχίας, πράξη επιβεβαίωσης μιας ιεραρχίας, γι’ αυτό άλλωστε παρουσιάζεται όπου υπάρχουν αυθαίρετες ιεραρχίες και πατριαρχικά πολιτισμικά πρότυπα. Με τη λεκτική, το άτομο υποτιμάται, προσβάλλεται, εξευτελίζεται· με τη σωματική, το σώμα γίνεται χώρος επιβολής, τρομοκράτησης, ταπείνωσης, υποταγής.
Η έντονη σωματικότητα στις ερμηνείες εξυπηρετεί έξοχα τον παραπάνω στόχο. Τα σώματα των ηθοποιών (Λ.Βύρλα, Ν.Βλυσίδου, Μ.Γιαννίκου, Π.Θεοδωρακόπουλος, Π.Χατσατριάν) καθυποτάσσουν και πάσχουν, ‘’μιλούν’’ τη δική τους γλώσσα, απολύτως εναρμονισμένη με τον λόγο, όπως αυτός φαίνεται να προκύπτει μέσα από τις σχέσεις των σωμάτων. Θαύμασα τη διακριτή σκηνική γραφή, τον τέλειο συντονισμό στον έντονο ρυθμό της παράστασης – προϊόν μεγάλου μόχθου – , το λιτό, ευφυές και λειτουργικό σκηνικό (Μ. Αυγερινού) και την πανδαισία των χρωμάτων στα ρούχα των ηθοποιών (Β. Σύρμα). Πρόκειται για μια εικαστική εμπειρία, στην οποία η μουσική του Κ. Σελαμσή και οι φωτισμοί του Τ. Παλαιορούτα συντελούν αποφασιστικά.
Το γκροτέσκο και σουρεαλιστικό ύφος της παράστασης υπογραμμίζει την ειρωνεία, το χιούμορ και το βάθος της σκέψης του Γκομπρόβιτς και ταυτόχρονα παρουσιάζει μπροστά στα μάτια του θεατή όχι μόνο την εικόνα του σαθρού και ζοφερού σύγχρονου κόσμου, αλλά και την επιτακτική ανάγκη ανάληψης της ατομικής και συλλογικής μας ευθύνης για την επανεφεύρεση ενός νέου Ανθρωπισμού.
Η Παράσταση συνεχίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο Σφενδόνη μέχρι τις 31/3
Γιούλη Ζαχαρίου



