Θα επιχειρήσω να προσεγγίσω το βιβλίο του Κ. Μπακιρτζή από την πλευρά της θεμελιώδους έννοιας που ενέπνευσε την ερευνητική, διδακτική και συγγραφική του πορεία, καθώς αυτή εμπεριέχεται και τεκμηριώνεται ερευνητικά στις σελίδες του. Επιπλέον, θα αποπειραθώ να αναδείξω τη σημασία της για τη διαμόρφωση ενός παιδαγωγικού και πολιτισμικού παραδείγματος, επίκαιρου και ικανού να απαντά στις προκλήσεις της εποχής μας. Στην εποχή της Τ.Ν., ο καθηγητής καταδεικνύει ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές αποτελούν τον τόπο της διαμόρφωσης του ανθρώπου, της συγκρότησης της ταυτότητας, της καλλιέργειας της κριτικής ικανότητας, της καθολικής θέασης του επιστητού και, ταυτόχρονα, τον παράγοντα συνοχής της κοινωνίας και της δημοκρατικής της οργάνωσης.
Η έρευνα του Κ. Μπακιρτζή καλύπτει ένα θεωρητικό και ερευνητικό κενό στον χώρο της ανθρωπιστικής ψυχολογίας και της μάθησης, καθώς θεμελιώνει ερευνητικά τις υποθέσεις της μη-κατευθυντικής παρέμβασης του Μ. Lobrot,(1924–2019), με τα ερευνητικά ερωτήματα να τίθενται σε βάθος σαράντα ετών.
Το έργο του Κ. Μπακιρτζή προτείνει ένα παιδαγωγικό παράδειγμα που θέτει στο κέντρο την έννοια του προσώπου και την ελευθερία του ανθρώπου, θεμελιώνοντας μια εκπαίδευση βιωματική, δημοκρατική, που αποβλέπει στη χειραφέτηση του ανθρώπου. Ένα βιβλίο που αναφέρεται στον σχεδιασμό μιας εκπαιδευτικής διεργασίας δίχως εργαλειακό χαρακτήρα, που δεν θα αποσκοπεί στην ετοιμασία των ανθρώπων για την ένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία, ούτε θα αναπαράγει τις ηθικές επιταγές του οικονομικού συστήματος που συνοψίζονται στο «διάβασε, πάρε πτυχίο, βρες δουλειά, κατανάλωσε», αλλά στοχεύει στην ολόπλευρη καλλιέργεια του ανθρώπου.
Ένα σχολείο που δεν θα προάγει τον ανταγωνισμό, τη σύγκριση και την αποδοτικότητα, αλλά θα καλλιεργεί τις σχέσεις συνεργασίας, την αλληλεγγύη, την επικοινωνία, την ελευθερία στην έκφραση και την αισθητική αγωγή, αποβλέποντας στην ωρίμανση, την κοινωνικοποίηση του ανθρώπου και στη διαμόρφωση της κριτικής σκέψης. Ένα σχολείο στον αντίποδα της λογικής που θεωρεί επιτυχημένο εκείνον που ξεχωρίζει ως «καλό μαθητή» και αποτυχημένο εκείνον που δεν ανταποκρίνεται στα μέτρα του συστήματος, στιγματίζοντας συχνά, δια βίου, τους λιγότερο καλούς μαθητές, οι οποίοι μέσα από τις επικριτικές παρατηρήσεις βιώνουν την ντροπή και την ενοχή της σχολικής αποτυχίας.
Πρόκειται για ένα βιβλίο που θέτει το ερώτημα «ποιον άνθρωπο θέλουμε» από την εκπαιδευτική διεργασία και προτείνει μια μέθοδο για τη διαμόρφωση μιας παιδαγωγικής στάσης στην υπηρεσία του ανθρώπου. Σε μια εποχή βίας, απορρύθμισης, μετατροπής του ανθρώπου σε λειτουργό της τεχνικής, καθώς και της απώλειας του προσώπου μέσα από την υπαγωγή του σε απρόσωπους θεσμούς, το βιβλίο του Κ. Μπακιρτζή μας προτείνει ένα ολοκληρωμένο επιστημονικό παράδειγμα για την οργάνωση της παιδείας και διαμορφώνει μια πολιτισμική πρόταση που εδράζεται στην ανθρωπολογία, τη φιλοσοφία, την κοινωνική και αναπτυξιακή ψυχολογία και αναφέρεται στο σύνολο της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Με γνώμονα την αξία του ανθρώπου, διαμορφώνει μια θέση που θεμελιώνεται στον ουμανισμό της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, ενώ έχει τις απαρχές της στους αρχέγονους μύθους της αρχαίας Ελλάδας, στη διονυσιακή λατρεία, την αριστοτελική κάθαρση και τον πολιτικό ρόλο του θεάτρου.[1]
Πρόκειται για ένα βιβλίο, η ιδέα του οποίου γεννήθηκε ήδη από την εποχή της διδασκαλίας του Κ. Μπακιρτζή στο Λύκειο του Αιγινίου και η υλοποίησή του ξεκίνησε με τις πρώτες αυτόματες γραφές των μαθητών τα χρόνια εκείνα. Η διαδικασία ωστόσο της έρευνας, της επεξεργασίας του ερευνητικού υλικού και της συγγραφής του ξεκίνησε το 2010 και ολοκληρώθηκε το 2025· διήρκησε δηλαδή δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια προσεκτικής και σκληρής δουλειάς, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την ερευνητική τεκμηρίωση της κεντρικής θέσης που νοηματοδότησε και προσανατόλισε τις θεωρητικές αναζητήσεις, αλλά και τη διδακτική πράξη του Κ. Μπακιρτζή.
Μια θεωρητική αρχή, που θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι εμπνέεται πρωταρχικά από την έννοια του προσώπου και της συνάντησης του δασκάλου και του μαθητή, οι οποίοι, μέσα από τον παιδαγωγικό έρωτα, δημιουργούν μια κοινότητα εντός της οποίας πραγματοποιείται η μύηση του μαθητή από τον δάσκαλο. Πρόκειται για μια διεργασία μυσταγωγική, μυητικού περάσματος, σύμφωνα με την οποία ο μαθητής εισάγεται σε ένα ήθος, σε έναν τρόπο του σκέπτεσθαι και του αισθάνεσθαι, ο οποίος εδράζεται στην ελευθερία, την οποία αναγνωρίζει, μαζί με την επιθυμία και τη συγκίνηση, ως τα οντολογικά θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης.[2]
Στην προοπτική αυτή, το βιβλίο του Κώστα Μπακιρτζή προτείνει ένα νέο και ταυτόχρονα παλιό εκπαιδευτικό παράδειγμα, με παναθρώπινα, οικουμενικά χαρακτηριστικά, και διαμορφώνει μια πρόταση η οποία θέτει στο κέντρο της τον άνθρωπο· το παιδί, το οποίο δεν νοείται ως ένα «στραβό ξύλο» που θα πρέπει να ισιώσει, αλλά ως ένας άνθρωπος που καλείται να πραγματώσει τον σκοπό και το νόημα της ύπαρξής του, καλλιεργώντας και αναπτύσσοντας το σύνολο των ικανοτήτων, των δεξιοτήτων, των δυνατοτήτων και των ενδιαφερόντων του.[3]
Σε μια εποχή όπου η τεχνοκρατική αντίληψη του ανθρώπου και, συνακόλουθα, της παιδείας δίνει προτεραιότητα στα τεχνολογικά και τεχνικά δεδομένα, ο Κ. Μπακιρτζής τοποθετεί στο κέντρο της έρευνάς του τον άνθρωπο και, εμπνευσμένος από τον σκεπτικισμό και τη μεθοδολογία του Μονταίνιου, εκκινεί από τον ίδιο του τον εαυτό. «Εγώ ο ίδιος είμαι το θέμα του βιβλίου μου», θα γράψει, προκειμένου να θέσει εκ νέου το ερώτημα: «Τι ξέρω;».[4]
Υιοθετεί έτσι, μια στάση η οποία χαρακτηρίζεται από αστείρευτη περιέργεια για κάθε τι ανθρώπινο, την αναγνώριση της υποκειμενικής προσέγγισης της εμπειρίας σε αντίθεση με κάθε δογματισμό και μισαλλοδοξία και την αποφυγή θεωρητικών ή μεταφυσικών βεβαιοτήτων με αξιώσεις απόλυτης αλήθειας.[5]
Και πράγματι, η εποχή μας, που χαρακτηρίζεται ως εποχή αγωνίας μπροστά στην απώλεια του νοήματος, σε μια περίοδο που ο άνθρωπος ζει περίκλειστος στον εαυτό του και γίνεται αντιληπτός ως καταναλωτής κατασκευασμένων προϊόντων, ο Κ. Μπακιρτζής έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι το να είσαι άνθρωπος σημαίνει, πρώτα από όλα, να συγκινείσαι. Το να ζεις σημαίνει να αισθάνεσαι· και τα πάθη, τα συναισθήματα, που τόσο κατηγορήθηκαν ως επικίνδυνα, ως ηθικά αμφίβολα, ως αναξιόπιστοι μάρτυρες της πραγματικότητας, στη σκέψη του συγγραφέα αναδεικνύονται ως η κινητήριος δύναμη της ζωής. Μαζί με τα πάθη, η επιθυμία και η ελευθερία αναγνωρίζονται ως η ουσία του ανθρώπου, το οντολογικό του θεμέλιο, στην προοπτική μιας ζωής που είναι δυνατόν να είναι ευτυχισμένη. Καλλιεργεί ένα βλέμμα που κοιτά προς το μέλλον, που εμπιστεύεται την ικανότητα και τη δυνατότητα του ανθρώπου να δημιουργεί, να ολοκληρώνεται και να ζει με πληρότητα, καθώς βρίσκεται σε σχέσεις συγκίνησης, δημιουργίας και επικοινωνίας με τον εαυτό του και το περιβάλλον, πρωταρχικά το ανθρώπινο.[6]
Ο άνθρωπος πραγματώνει την ύπαρξή του ως αυτόνομος οργανισμός, σε σχέση, ωστόσο, και αναφορά με τους άλλους. Ο άνθρωπος είναι αυτόνομος αλλά όχι αυτοδύναμος, θα υποστηρίξει ο καθηγητής. Θα λέγαμε ότι ο Κ. Μπακιρτζής εντάσσεται στη σειρά των στοχαστών που θεμελιώνουν την έννοια του προσώπου στην ατομική υπόσταση, την ίδια στιγμή, ωστόσο, που βρίσκεται σε σχέση, αναφορά και επικοινωνία με τις άλλες ατομικές υποστάσεις.
Ο όρος ατομικότητα, στην προσέγγιση του Κ. Μπακιρτζή, δεν συνδέεται με τον στείρο ατομικισμό, αλλά με τη δυναμική της μονάδας του G. Leibniz (1646-1716), έννοια που αξιοποίησε και οKurt Lewin (1890–1947), , για να διαμορφώσει την έννοια της μονάδας και των σχέσεων επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης μέσω των οποίων διαμορφώνεται το άτομο εντός του πεδίου. Η ανθρωπολογική και παιδαγωγική του πρόταση βλέπει τον άνθρωπο με αισιοδοξία και τονίζει τη σημασία του περιβάλλοντος για τη συναισθηματική, κοινωνική και πνευματική ανάπτυξή του. Από τη σκοπιά αυτή, διαμορφώνει μια παιδαγωγική πρόταση συμπεριληπτική και μια στάση η οποία επιτρέπει στον κάθε μαθητή να καλλιεργήσει τις ικανότητες, τις δεξιότητες και τα ενδιαφέροντά του.
Ωστόσο, γνωρίζει ότι οι αντιστάσεις του παλαιού είναι ισχυρές, οι άμυνες και υπεράμυνες λειτουργούν για την προστασία του γνωστού και του οικείου, το οποίο, έτσι και αλλιώς, αναπαράγει το ταξικό σύστημα και τις κυρίαρχες ιδέες σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80%. Αναδεικνύει την ευθύνη της εκπαιδευτικής κοινότητας για την εφαρμογή μιας στάσης ενδιαφέροντος και αξίας του κάθε μαθητή. Με το παράδειγμα της επιστολής του υπουργείου και των οδηγιών που έδινε για σεβασμό της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητας του καθένα, και τα ειρωνικά σχόλια που εισέπραξε από τους συναδέλφους του όταν τους το έδειξε, «…τι θέλεις τώρα; Να μας χαλάσεις την πιάτσα;…», θα τονίσει ότι κανείς δεν έχει διάθεση να αλλάξει τις νοοτροπίες και, συνακόλουθα, διαπιστώνει ότι οι αλλαγές δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν από τα πάνω, αλλά να δημιουργηθούν από τα κάτω, με τη συμμετοχή της κοινότητας στο σύνολό της, δηλαδή με την εμπλοκή και τη συνεργασία όλων των ενδιαφερομένων, μαθητών, γονέων και δασκάλων.[7]
Η έρευνά του, έτσι, επιχειρεί να επιβεβαιώσει τις θεωρητικές του υποθέσεις. Πρόκειται για μια έρευνα συνεπή στις θεωρητικές του παραδοχές, σύμφωνα με τις οποίες ο άνθρωπος απελευθερώνεται τη στιγμή που εκφράζεται ελεύθερα, την ώρα που επικοινωνεί, την ώρα που αισθάνεται ότι έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει το δυναμικό του. Από τη σκοπιά αυτή, και επιθυμώντας να συμβάλει στην απελευθέρωση του ανθρώπου, ιδιαίτερα του παιδιού, του μαθητή, που γνωρίζει την καταπίεση, τους χαρακτηρισμούς και την αδιαφορία, που έχουν ως αποτέλεσμα τον εξοστρακισμό του από την εκπαιδευτική διεργασία και την καταδίκη του σε μια ζωή περιορισμένη μέσα σε ένα καταπιεστικό περιβάλλον και ένα φτωχό ψυχικό κόσμο, δίνει τον λόγο στους ίδιους τους μαθητές, συμβάλλοντας στη δυνατότητα της αυτοδιάθεσής τους, προσφέροντάς τους την ευκαιρία να μετακινηθούν από τη θέση του παθητικού αποδέκτη των έτοιμων ιδεών και στάσεων, στη θέση του αυτόνομου, δρώντος, ιστορικού υποκειμένου.
Έτσι, η εκπαιδευτική διαδικασία οργανώνεται γύρω από έννοιες όπως η αυτογνωσία, ο αυτοκαθορισμός, η εξατομίκευση, η συνεργασία, η επικοινωνία, η εμπιστοσύνη στις ικανότητες των μαθητών, ο διάλογος, η επικέντρωση στα ενδιαφέροντα των μαθητών και η καλλιέργεια ολόκληρου του ψυχοσωματικού οργανισμού, η οποία πραγματοποιείται μέσα από δραστηριότητες ελεύθερης έκφρασης, αυτόματης γραφής, «ψυχολογικών παιχνιδιών», σε ένα κλίμα χαράς, δημιουργικότητας, ελευθερίας, αποδοχής, αλλά και απορίας, αντιδράσεων και προβληματισμού, που αποτελούν στοιχεία τα οποία συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση και τον εμπλουτισμό της προσωπικότητας των μαθητών.
Στην προοπτική αυτή, η αμφισβήτηση του σχολικού συστήματος, των μαθημάτων και των καθηγητών, αντί να στιγματίζεται ως απουσία διαπαιδαγώγησης και ηθικών αξιών, γίνεται αντιληπτή ως μια προσπάθεια ικανοποίησης σημαντικών αναγκών και ενδιαφερόντων τους, η οποία, αντί να οδηγεί στην απόρριψη των μαθητών αλλά και των εκπαιδευτικών και του σχολείου, οδηγεί στην κατανόηση και στην αποδοχή.
Συγκινητική πάντα η προσωπική μαρτυρία του τότε μαθητή και αργότερα δασκάλου: «Εγώ ήμουν ένα παιδί του χωριού, μου έλεγαν ότι δεν τα παίρνω και είχα ως προορισμό τα χωράφια του πατέρα μου. Με τον Κώστα πίστεψα στον εαυτό μου, είδα τις δυνατότητές μου, αναγνώρισα τις ικανότητές μου, γιατί πρώτα κάποιος πίστεψε και αναγνώρισε εμένα. Έδωσα εξετάσεις και πέρασα στην Παιδαγωγική. Από το ¨καμένο χαρτί¨που με θεωρούσαν, κέρδισα τη ζωή μου».
Οι ερευνητικές λοιπόν υποθέσεις του Κ. Μπακιρτζή τεκμηριώνονται μέσα από μια μεθοδική ανάλυση όλων των παραμέτρων που ερευνά. Πρωταρχικά, σε θεωρητικό επίπεδο, συναντούν τις φιλοσοφικές και θεωρητικές παραδοχές των φιλοσόφων του Διαφωτισμού, που με τη γνωσιολογία που διατύπωσαν συνέβαλαν στον εκδημοκρατισμό της γνώσης. Παράλληλα, ο συγγραφέας συνομιλεί με παιδαγωγούς, κοινωνιολόγους και ψυχολόγους, όπως ο John Dewey (1859–1952), ο Kurt Lewin (1890–1947), ο Carl Rogers (1902–1987) και ο Michel Lobrot (1924–2019), στο έργο των οποίων βρίσκει θεωρητικά και ερευνητικά στηρίγματα για να θεμελιώσει τις αντιλήψεις που αντλεί από τα δεδομένα της εμπειρίας.
Μιας εμπειρίας που συμπεριλαμβάνει και τη δική του προσωπική διαδρομή και θεμελιώνεται σε μια ολόκληρη πορεία: από τους προσκόπους και το θρυλικό 5ο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης, στο οποίο θα βιώσει τον τρόπο διδασκαλίας της Φυσικής ως ένα γεγονός αγχωτικό και δυσάρεστο, καθώς το μάθημα παρέμενε επικεντρωμένο στο γνωστικό επίπεδο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συναισθηματικές και ψυχικές ανάγκες των μαθητών, έως τις οικογενειακές επιρροές και, τέλος, το Πανεπιστήμιο της Βενσέν (Vincennes). Εκεί, νεαρός φοιτητής, ζει και βιώνει στον απόηχο του Μάη του ’68 το κλίμα ελευθερίας, ενδιαφέροντος και δημιουργικής μάθησης από το οποίο και εμπνέεται.
Ωστόσο, αυτό που διαισθάνεται και γνωρίζει ενορατικά και θεωρητικά, επιχειρεί στα βιβλία του να το θεμελιώσει ερευνητικά. Στο βιβλίο του «Επικοινωνία και αγωγή», με πλούσιο υλικό από την αναπτυξιακή ψυχολογία, την κοινωνιολογία, τη φιλοσοφία και την παιδαγωγική, θα θεμελιώσει μια θεωρία για τον άνθρωπο και μια μεθοδολογία με την οποία θα συμβάλει στην ολόπλευρη ανάπτυξή του.[8]
Ωστόσο, αυτό που διαισθάνεται και γνωρίζει ενορατικά και θεωρητικά, επιχειρεί στα βιβλία του να το θεμελιώσει ερευνητικά. Στο βιβλίο του Επικοινωνία και αγωγή, με πλούσιο υλικό από την αναπτυξιακή ψυχολογία, την κοινωνιολογία, τη φιλοσοφία και την παιδαγωγική θα θεμελιώσει μια θεωρία για τον άνθρωπο και μια μεθοδολογία με την οποία θα συμβάλλει στην ολόπλευρη ανάπτυξη του.[9]
Στο βιβλίο αυτό προχωρά και θεμελιώνει μέσω της έρευνας τα στοιχεία εκείνα της παιδαγωγικής στάσης που συμβάλλουν στη θετική διαμόρφωση του ανθρώπου. Εδραιώνει έτσι, αποδεικτικά, ένα ολόκληρο επιστημονικό και, συνακόλουθα, πολιτισμικό παράδειγμα, το οποίο βρίσκεται στον αντίποδα του επιστημονικού παραδείγματος του κυρίαρχου ρεύματος της νοησιαρχίας, του αυταρχισμού και του τεχνοκρατικού πολιτισμού· ενός πολιτισμικού και εκπαιδευτικού παραδείγματος οργανωμένου συγκεντρωτικά και επικεντρωμένου στην έννοια της επιτυχίας και του αποτελέσματος.
Θα καταδείξει ότι, σε αυτό το οργανωτικό και θεσμικό πλαίσιο, η εκπαιδευτική διαδικασία χάνει τον πρωταρχικό της σκοπό, καθώς αποκτά υποχρεωτικό και καταναγκαστικό χαρακτήρα, ο οποίος σηματοδοτεί την απώλεια της μοναδικότητας, της ιδιαιτερότητας και της αξίας του κάθε ανθρώπου, που υπάγεται σε απρόσωπους κανόνες οι οποίοι,του στερούν την ελευθερία και τη δημιουργικότητα που συνιστούν το ουσιώδες οντολογικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου.
Το υλικό λοιπόν της έρευνας είναι ο ίδιος του ο εαυτός, η στάση του, ο τρόπος του, οι αντιλήψεις του και, βέβαια, οι μαθητές, δρώντες ζωντανοί μπροστά στα μάτια μας ως νεαροί έφηβοι και, σαράντα χρόνια μετά, ως ενήλικες, να αναστοχάζονται για την επίδραση που είχε στη ζωή τους η παιδαγωγική αυτή στάση.
Μια παιδαγωγική στάση η οποία δημιουργεί χώρο για το απρόβλεπτο και το νέο, ώστε κάθε φορά να ανακαλύπτει εκ νέου το στοιχείο εκείνο που συμβάλλει στη δημιουργία μιας εκπαίδευσης που είναι δυνατόν να προάγει την ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου και να συμβάλει στη δημιουργία μιας ανοικτής και δημοκρατικής κοινωνίας.
Ο δάσκαλος, στην οπτική αυτή, δεν υποκρίνεται κάτι που δεν είναι, ένα απρόσιτο ιδεώδες πρότυπο, αλλά εμπλέκεται στη μαθησιακή διεργασία ολόκληρος, όπως είναι, προς όφελος των μαθητών, ακολουθώντας το πρότυπο «ακούω, προτείνω, συνοδεύω». Ο δάσκαλος οφείλει να εμφορείται από το ενδιαφέρον, τη συμπάθεια, τη γνησιότητα, την ανεπιφύλακτα θετική αποδοχή. Ο δάσκαλος δεν εξαντλείται στη γνώση των παιδαγωγικών τεχνικών, αλλά διδάσκει με το σύνολο του εαυτού του, ο οποίος διαμορφώνεται μέσα στην πορεία της ζωής, αλλά και την επιθυμία της προσωπικής εμπλοκής και ιδιοποίησης των αρχών και των προτάσεων των ανθρωπιστικών σπουδών.
Είναι μια έρευνα σε βάθος σαράντα χρόνων, η οποία αναδεικνύει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της φιλοσοφικής και παιδαγωγικής στάσης του Κ. Μπακιρτζή, καταδεικνύοντας την αντοχή τους στον χρόνο και τη θετική τους συμβολή στην εξύψωση του ανθρώπου. Από τη σκοπιά αυτή, πρόκειται για μια παιδαγωγική στάση που προάγει την απελευθέρωση του ανθρώπου και συνδέεται με την ομορφιά, η οποία συμπεριλαμβάνει την αλήθεια, την ευαισθησία, την καλοσύνη και την εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του ανθρώπου.
Θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα ανθρωπιστικό ιδεώδες, το οποίο είναι δυνατόν να πραγματωθεί και να συντελέσει στην απελευθέρωση του ανθρώπου και στην πραγμάτωση της ευδαιμονίας. Μιας ευδαιμονίας που εδράζεται στην εμπειρική πραγματικότητα και στην αξιοποίηση των θετικών δυνάμεων του ανθρώπου.
Οι κατηγορίες, λοιπόν, που εμπεριέχονται στο βιβλίο συνδέονται με μια θεωρία για τον άνθρωπο και με μια μεθοδολογία για τη διευκόλυνση της ολόπλευρης ανάπτυξής του και αναφέρονται στην εκπαιδευτική θεωρία, τη διδακτική και στο «τι» και το «πώς» της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Εντάσσονται δε στο πλαίσιο μελέτης των αποτελεσμάτων της αντιαυταρχικής αγωγής στην παιδαγωγική και εκπαιδευτική διαδικασία.
Η έρευνα, καθώς τεκμηριώνει τις θέσεις της αντιαυταρχικής αγωγής, είναι δυνατόν να συμβάλει στην απελευθέρωση των παιδιών από τυραννικές και καταπιεστικές πρακτικές που υφίστανται ως μαθητές, στην προσπάθεια των γονιών και των δασκάλων να εκπληρώσουν τις προσδοκίες τους μέσω της συμμόρφωσης στο κυρίαρχο πρότυπο ζωής, πρακτικές που χαρακτηρίζουν πολύ συχνά τη ζωή των ανθρώπων διά βίου, καθώς καταδεικνύει με επάρκεια το μακροπρόθεσμα θετικό και ουσιαστικό αποτύπωμα στη ζωή των ανθρώπων.
Ο Κώστας Μπακιρτζής παρουσιάζει τους μαθητές και τις απαντήσεις τους ονομαστικά, προσδίδοντας προσωπικό και ζωντανό βιωματικό χαρακτήρα στο ερευνητικό υλικό και επιτρέποντας μας να παρακολουθήσουμε την προσωπική πορεία του καθενός. Η έρευνα έτσι, δεν αναφέρεται σε απρόσωπα υποκείμενα, αλλά σε πρόσωπα ζωντανά υπαρκτά, που παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου και με αμεσότητα μιλούν για το προσωπικό τους βίωμα και την σημασία του στην πορεία της ζωής τους.
Από τη σκοπιά αυτή, ο Κ. Μπακιρτζής οργανώνει τα ερωτήματά του γύρω από τη διδακτική και το περιεχόμενο της διδασκαλίας. Η έρευνα ξεκινά με δεκαέξι (16) ερωτήσεις που απευθύνθηκαν στους μαθητές και από τις οποίες προέκυψαν τριαντατέσσερις (34) θεματικές κατηγορίες, οι οποίες παρουσιάστηκαν σε επτά (7) ενότητες.
Μελετά πρωταρχικά τους παράγοντες που αναφέρονται στο παιδαγωγικό κλίμα και τη σχέση μεταξύ μαθητή και δασκάλου. Το συνολικό βίωμα, η ατμόσφαιρα στην τάξη, η παιδαγωγική στάση και σχέση, η ελευθερία, η αυτοδιαχείριση, το ενδιαφέρον για τον μαθητή μέσα από μια στάση εμψύχωσης της σχολικής τάξης, σε σχέση και αναφορά με τις επιδόσεις στα μαθήματα, αλλά και στις Πανελλήνιες εξετάσεις, μελετώνται εξονυχιστικά. Μελετά ποια είναι τα χαρακτηριστικά του διδάσκοντα και αν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί αυτή η παιδαγωγική στάση και σχέση στο σημερινό σχολείο, που είναι επικεντρωμένο στην ολοκλήρωση της ύλης του αναλυτικού προγράμματος.
Στη συνέχεια εξετάζει την επίδραση του τρόπου της διδασκαλίας στην μαθησιακή διαδικασία και τις επιπτώσεις της αντιμετώπισης της τάξης ως μιας ομάδας, η οποία αποσκοπεί στην πολύπλευρη ανάπτυξη των όλων των μελών της, σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα, τις επιθυμίες, τα κίνητρα, τις ικανότητες και τις δεξιότητες του καθενός.
Στη διάσταση αυτή, μελετά και τον χαρακτήρα της ηγεσίας προκειμένου να καταδείξει ότι η μορφή της μη-κατευθυντικής παρέμβασης, βασισμένη στο τρίπτυχο «ακούω, προτείνω, συνοδεύω», αποτελεί μια μορφή ηγεσίας η οποία εδράζεται στις προσωπικές ανάγκες των μαθητών και, συνακόλουθα, στην αναγνώριση της αυθεντίας του δασκάλου-εμψυχωτή και όχι στην επιβολή.
Το τρίπτυχο «ακούω, προτείνω, συνοδεύω» αποτελεί τη μεθοδολογική πρόταση του συγγραφέα για μια αποτελεσματική παιδαγωγική διαδικασία. Στο δημοκρατικό σχολείο που οραματίζεται ο K. Μπακιρτζής, η παραδοσιακή επιβολή, που βασίζεται στον φόβο και τον καταναγκασμό, δίνει τη θέση της στην παιδαγωγική επιρροή. Μια επιρροή που δεν ακυρώνει την ελευθερία του μαθητή, αλλά την ενεργοποιεί, καθώς ο δάσκαλος δεν επιβάλλεται ως αυθεντία-θέσφατο, αλλά ως πρόσωπο που εμπνέει με το ήθος και τη στάση του.
Επιπλέον, η εκπαιδευτική διαδικασία εντάσσεται μέσα στο ευρύτερο παιδαγωγικό, θεσμικό, κοινωνικό και οικονομικό σύστημα, οι αντιδράσεις του οποίου επίσης διερευνώνται διεξοδικά.
Στο τελευταίο κομμάτι της έρευνας, οι ερωτήσεις επικεντρώνονται στη συνολική κατανόηση της εμπειρίας και την τελική της αξιολόγηση. Με επιστημονικό θάρρος και παρρησία, αναγνωρίζονται οι αντιδράσεις, τα λάθη, οι αστοχίες, οι αδυναμίες και οι περιορισμοί της προσέγγισης. Η εμπειρία της αυτοδιαχείρισης και της αντιαυταρχικής εκπαιδευτικής στάσης δεν διαμορφώθηκε βάσει ενός προκαθορισμένου σχεδίου, αλλά ως ένα «καθ’ οδόν είναι», που χαρακτηρίζεται από την ανοικτότητα με την οποία ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της δημιουργίας ο ίδιος και το απηύθυνε, με τη σειρά του, προς τους άμεσα εμπλεκόμενους.
Με τη στάση του, ο Κώστας Μπακιρτζής ενέπνευσε εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, μαθητές του όλα τα χρόνια της διδασκαλίας και της δράσης του στο πανεπιστήμιο, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση ενός νέου επιστημονικού παραδείγματος και μιας «κοινότητας των γραμμάτων», η οποία εμπνέεται από το ήθος του, δηλαδή τον τρόπο του. Έναν τρόπο που εμπνέεται από την ανθρωπιστική παράδοση και αφορά το σύνολο της ανθρώπινης εμπλοκής, καθώς η επιβίωση του κόσμου δεν μπορεί να βασίζεται στη βελτίωση του οικονομικού συστήματος· προέχει μια ριζική αναδιατύπωση του νοήματος, του οποίου φορέας είναι ο νέος άνθρωπος που δημιουργείται μέσα από μια νέα παιδαγωγική σχέση και γίνεται δημιουργός ενός νέου πολιτισμικού παραδείγματος, το οποίο εδράζεται στην υπέρβαση του φόβου και της επιβολής και στις σχέσεις επικοινωνίας, ελευθερίας και δημιουργικότητας που μπορούν να δημιουργηθούν μεταξύ των ανθρώπων.
Ένα ήθος και ένα πολιτισμικό παράδειγμα το οποίο, σύμφωνα με τον Michel Lobrot, μπορεί να συμβάλει στην παιδαγωγική ανανέωση της Ευρώπης και που θα τολμούσα να πω ότι συμπυκνώνεται στο σύνθημα του Μάη του ’68, που έγραψε ένα πρωί του Μάη του 1979 στο Αιγίνιο ο Κ. Μπακιρτζής και αποτέλεσε, όσο μπορώ να γνωρίζω, τον οδηγό της ζωής του: «Στην προοπτική μιας παθιασμένης ζωής».[10]
Βιβλιογραφία
Βάρσος, Γ., Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας: Από τον 6ο ως τις αρχές του 18ου αιώνα, ΕΑΠ, Πάτρα, 2002.
Κασσωτάκης, Μ. &Φλουρής, Γ., Μάθηση και διδασκαλία: Σύγχρονες απόψεις για τις διαδικασίες μάθησης και τη μεθοδολογία της διδασκαλίας, Γρηγόρης, Αθήνα, 2022.
Μπακιρτζής, Κ., Επικοινωνία και αγωγή, Gutenberg, Αθήνα, 2002.
Μπακιρτζής, Κ., Το ιστιοφόρο των ονείρων, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2025
[1]Κ. Μπακιρτζής, Το ιστιοφόρο των ονείρων. Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2025, σ. 526
[2]Κ. Μπακιρτζής, Επικοινωνία και αγωγή.Gutenberg, Θεσσαλονίκη, 2002, 13
[3]Κ. Μπακιρτζής, Επικοινωνία και αγωγή. Gutenberg, Θεσσαλονίκη, 2002, 280
[4]Μ. Κασσωτάκης, Γ. Φλουρής, Μάθηση και διδασκαλία. Σύγχρονες απόψεις για τις διαδικασίες μάθησης και της μεθοδολογίας της διδασκαλίας. Γρηγόρης, Αθήνα, 2022, σ.504
[5]Γ. Βάρσος, Ιστορία της Ευρωπαιϊκής Λογοτεχνίας, από τον 6ο ως τις αρχές του 18ου αιώνα. ΕΑΠ, Πάτρα, 2002, σ. 195
[6] Κ. Μπακιρτζής, Επικοινωνία και αγωγή. Gutenberg, Θεσσαλονίκη, 2002, 280 πρβλ. Κ. Μπακιρτζής, Το ιστιοφόρο των ονείρων. Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2025, σ. 487
[7]Μπακιρτζής, Το ιστιοφόρο των ονείρων. Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2025, σ.66
[8]Το Πανεπιστήμιο της Βενσέν (Université deVincennes), γνωστό πλέον ως UniversityParis 8 – Vincennes–Saint–Denis, είναι ένα ιστορικό, ριζοσπαστικό ίδρυμα που ιδρύθηκε μετά τον Μάιο του ’68. Σήμερα βρίσκεται στο Saint-Denis (βόρεια του Παρισιού) και φημίζεται για τις σπουδές στις τέχνες, τις ανθρωπιστικές επιστήμες, τον κινηματογράφο και την πολιτική θεωρία.
[9]Κ. Μπακιρτζής, Επικοινωνία και Αγωγή., Gutenberg, Αθήνα, 2002.
[10]Κ. Μπακιρτζής, Το ιστιοφόρο των ονείρων. Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2025, σ. 544
