«Κρίνω θα πει κοροϊδεύω», από την Αληθινή Απολογία του Σωκράτη
…και μια «συνάντηση» με τον Κώστα Καρυωτάκη
Το 1928, ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης εκδίδει την τρίτη και καλύτερη ποιητική του συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες. Η κριτική μικρόψυχη δεν την επαινεί. Ο ποιητής δεν ανήκει σε κάποια ισχυρή λογοτεχνική ομάδα, είναι πεσιμιστής και απαισιόδοξος για τη ζωή και τ’ ανθρώπινα. Η εποχή πολιτικά ταραγμένη. Έξι μόλις χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Κι αυτός, κρατικός υπάλληλος, βλέπει γύρω του αυτούς που διαχειρίζονται τη βοήθεια στους πρόσφυγες να την ενθυλακώνουν, να την ροκανίζουν. Ο Καρυωτάκης είναι μόλις 32 ετών και μοιάζει «παιδάκι γερασμένο». Αφήνει μια αποχαιρετιστήρια επιστολή μ’ ένα σαρκαστικό υστερόγραφο κι αυτοκτονεί. Για συντηρητικούς και κομμουνιστές ομότεχνους είναι κάθε άλλο παρά αυτό που χρειάζεται η εποχή, [ο Καρυωτάκης «είναι ένα τέλος» αποφαίνεται ο Ανδρ. Καραντώνης].
Την ίδια χρονιά ο Κώστας Βάρναλης μπρος στα ίδια γεγονότα, αλλά έχοντας μυηθεί στο μαρξισμό από το 1919 –τριανταπεντάχρονος ήδη – που σπουδάζει στη Σορβόννη φιλολογία, ένας άλλος ποιητής και κλασικός φιλόλογος, ευρυμαθής μελετητής της αρχαίας γραμματείας, έχει ήδη εκδώσει δυο στιβαρές ποιητικές συλλογές:Το φως που καίει (1922) και οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι(1927), τη ριζοσπαστική μελέτη Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925) και το πολύκροτο αφηγηματικό έργο Η αληθινή απολογία του Σωκράτη (1931).

Το 1928 ο Κώστας Βάρναλης γεννημένος στις 14 Φεβρουαρίου 1884στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας είναι 45 ετών. Καβάλα στο άρμα της μαρξιστικής θεωρίας είναι αισιόδοξος για ένα μέλλον σοσιαλιστικό.
[Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αἰώνιο!
Ἂν ξυπνήσεις, μονομιᾶς
θά῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς.
Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει
κι᾿ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇ
σ᾿ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς].
Αν εξαιρέσει κανείς μερικά διηγήματα, κριτικά κείμενα, επιφυλλίδες, χρονογραφήματα και μεταφράσεις με κορυφαίο Τον πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ δεν γράφει στη συνέχεια κάποιο σημαντικό έργο σαν αυτά της δεκαετίας του ’20.
Ο Βάρναλης, θα μπορούσαμε να πούμε, πως είναι μεσοπολεμικός ποιητής, όπως και ο Καρυωτάκης. Διαφέρουν ως προς την ιδεολογία ακροβολισμένοι στα άκρα του πολιτικού φάσματος. Στο ποιητικό πεδίο πάντως του κομμουνιστή Βάρναλη συναντούμε και στοιχεία συμβολιστικά, σατιρικά, λυρικά, δραματικά ακόμα και καθαρής ποίησης πλάι στα κοινωνικά και πολιτικά της στρατευμένης λογοτεχνίας.
Η ποιητική του Καρυωτάκη έχει κι αυτή κάποια συμβολιστικά, λυρικά αλλά κυρίως σατιρικά στοιχεία με έναν ακραίο σαρκασμό.
Δεν θα υποστηρίξουμε πως μοιάζουν βέβαια ως ποιητές. Ωστόσο συναντιούνται όχι μόνο χρονολογικά αλλά και σε κάποια στοιχεία της ποίησής τους.
Στην πρώτη τους «συνάντηση» ο Βάρναλης δεν υπερασπίστηκε την ποίηση του Καρυωτάκη ούτε την αυτοχειρία του. Έλα όμως που ο τελευταίος πέθανε νωρίς σφραγίζοντας την ποίηση της εποχής του μεταθανάτια. Αντίθετα ο Βάρναλης έζησε πολύ χωρίς να μπορέσει να εμπλουτίσει τη λογοτεχνική του παραγωγή μεταπολεμικά. Έτσι, πάνω από σαράντα χρόνια μετά το φευγιό του Καρυωτάκη, ο Βάρναλης τον θυμάται και τον δικαιώνει:
Τρεις θάνατοι [29‒7‒1973]
Ζηλεύω σου το θάρρος, Καρυωτάκη,
να σμπαραλιάσεις την τρανή καρδιά,
και την κακοτυχιά σου, Ολύμπιε Τάκη,
να σε πάρουν τα κύματα βαθιά.
Με πάει γελώντας ο Χάρος στα εκατό μου,
σιχάθηκα τον άχαρο εμαυτό μου.
Σπλαχνίσου με, καταραμένε Χάρε,
κι αν όχι εμέ, τη θύμησή μου πάρε.
Όσο τα περασμένα ανακαλώ,
τόσο δε βρίσκω τίποτα καλό.
Πόνοι, αρρώστιες, με κάναν μοιρασιά,
μα θα πάω μοναχά από σιχασιά.

Ο Βάρναλης άργησε να πεθάνει. Όταν γράφει το παραπάνω ποίημα είναι 89 ετών. Ο χρόνος τον έχει ξεπεράσει ως άνθρωπο. Ως ποιητής έμεινε σε κείνους τους επικολυρικούς μεσοπολεμικούς στίχους. Ενώ η αυτοκτονία του Καρυωτάκη παγίωσε την υστεροφημία του. Μ’ αυτήν παλεύει τώρα ο υπερήλικας ποιητής.
Γρήγορα πας, πιο γρήγορα ξεχνιέσαι·
όνομα κι έργο, λάθια, καλοσύνες.
Τα φκιάρια ένα πρωί θα σου πετάξουν
τα κόκαλα στη λάσπη, άγνωστε φίλε,
να χώσουν άλλον αγνωστότερό σου.
Θα γίνετ’ έτσι αιώνες των αιώνων
ώς να γενεί ένας τάφος όλη η Σφαίρα.

Γράφει στη συλλογή με τον εύγλωττο τίτλο: Τα λοίσθια.
Με πάθος την αλήθεια φανερώνω,
μα ποιός μ’ ακούει; Κάτι άγουρα παιδιά.
Γυροκοιτάω, κανένας δε με ξέρει,
όπως κι εγώ δεν ξέρω τον εαυτό μου.
Πλήθος μεγάλοι στο Μουσείο της Τέχνης,
αθάνατοι όλοι, λίγοι μόνο ζούνε.
Οχτώβρης 1974
Ο Γ.Π. Σαββίδης που επιμελήθηκε την τελευταία συλλογή του σχεδόν ενενηντάχρονου ποιητή [περιέχει την Οργή λαού, δηλαδή πολιτικά ποιήματα όπως και σατιρικά της Επταετίας εκτός από τα Λοίσθια και τα Επιγράμματα] παρατηρεί πως η τελευταία δεκαετία της ζωής του στάθηκε από τις πιο δυστυχισμένες και ταυτόχρονα από τις πιο δημιουργικές. Μην ξεχνάμε και τη συλλογή Ελεύθερος Κόσμος [1965]:
Ποιός;.. Πού;.. Και πότε; Εξήντα χρόνια τώρα!
Κι όλα μάτσο δεν κάνουνε μιαν ώρα!
Τότε κάθε μου γνώμη κι έργο, νίκη.
Τώρα κουτσοπηδάω με δεκανίκι.
Κι αυτός, που τονε πάνε από το χέρι
τυφλόν, ποιός είναι; Μήδ’ αυτός το ξέρει!
κι ας βίγλιζεν απ’ την κορφή του Αιώνα
τα μελλούμεν’, αυτός κοσμοκολόνα!
[…]
Μακριά και πέρ’ αστράφτ’ η θάλασσά μου
κι απάν’ ουράνι’ ατέρμονα. Και χάμου
δυο μέτρα μες στο χώμα τάφοι. Κι όμως
πάνου απ’ τους τάφους θα περάσει ο δρόμος.
Αλλά ας γυρίσουμε στα πρώτα δημιουργικά χρόνια κι ας ακούσουμε τον ίδιο τον ποιητή να μιλά για το Φως που καίει και τις διώξεις που του κόστισε:
«Το μικρό αυτό ποιητικό έργο [Το φως που καίει] το πρωτοδημοσίευσα στα 1922 στην Αλεξάνδρεια (έκδοση «Γραμμάτων») με το ψευτόνομα Δήμος Τανάλιας. Έκανε τότες αρκετή εντύπωση, σαν κάτι καινούργιο και τολμηρό, παινέφτηκε, βρίστηκε, κατασχέθηκε δύο φορές, ώσπου στο τέλος, ύστερ’ από τέσσερα χρόνια κυκλοφορία κι αφού πια το βιβλίο πήγαινε να εξαντληθεί, η δημοκρατική δικτατορία (ή δικτατορική δημοκρατία) έπαψε το συγγραφέα από δημόσιο υπάλληλο, για να μάθει να σέβεται το καθεστώς, «το φυσιολογικόν καθ’ ημάς». Επειδή στο αναμεταξύ ζητιότανε στα βιβλιοπωλεία και η ιεραρχία της Ελλάδας το ‘κανε πάλι επίκαιρο μετά από οχτώ χρόνια με την περίφημη πρωτοχρονιάτικη εγκύκλιο του 1930, αποφάσισα να κάνω μια δέφτερη έκδοσή του. Αλλά μια δέφτερη έκδοση είναι σα μια δέφτερη σκέψη. Δε μπόρεσα το λοιπόν να μην ξαναδουλέψω μερικά σημεία του έργου»:

ΜΩΜΟΣ
Πεθαίνει ο Θεός!
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
(ξαφνισμένος δυσάρεστα)
Πάλι εσύ;
Πούθε μου ξεφύτρωσες;
ΜΩΜΟΣ
Αυτός είναι ο ρόλος μου. Να ξεφυτρώνω ακάλεστος — κι ανεπιθύμητος!
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Πεθαίνει, λες, ο Θεός.
Ο Δίας τάχα;
ΜΩΜΟΣ
Όχι.
Ο ένας Θεός.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Καλά ο ένας. Μα ποιός απ’ όλους;
ΜΩΜΟΣ
Ο Ένας και Μοναδικός!
Δεν υπάρχει άλλος.
Γι’ αυτό είναι κι ο Αληθινός Θεός.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Αληθινός και να πεθαίνει;
ΜΩΜΟΣ
Αφού είναι παντοδύναμος!
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ο θάνατος είναι αδυναμία των ανθρώπων. Δεν είναι δύναμη των Θεών.
ΜΩΜΟΣ
Μα δεν πεθαίνει ο ίδιος. Είναι πνέμα.
Πεθαίνει το σώμα του.
Το θέλησε μοναχός του να γεννηθεί και να ζήσει για λίγα χρόνια σαν άνθρωπος.
Μα σε τρεις μέρες θα βγει από τον τάφο του και θα ξαναπάει στους ουρανούς, απ’ όπου ήρθε.

Ένα χρονολόγιο των πρώτων χρόνων του ποιητή:
Γράφει ποιήματα ήδη από το δημοτικό και συνεχίζει τα ποιητικά του γυμνάσματα σε όλη τη διάρκεια των γυμνασιακών σπουδών του.
1902, Ολοκληρώνει τις εγκύκλιες σπουδές του και διορίζεται δάσκαλος στο σχολείο του Πύργου. Πριν αναλάβει υπηρεσία κερδίζει υποτροφία για σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιεύει ποιήματα στις Ειδήσεις του Αίμου της Φιλιππούπολης.
1903, Γράφεται στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο πλευρό των δημοτικιστών στα Ορεστειακά.
1904, Δημοσιεύονται στο Νουμά μια σειρά δέκα ποιημάτων του με το γενικό τίτλο Σε μια μέρα της ζωής μου.
Συμμετέχει στην εκδοτική ομάδα του περ. Ηγησώ (10 συνολικά τεύχη 1907-1908) δημοσιεύοντας παράλληλα και δικά του ποιήματα.
Μεταφράζει αρχαίους συγγραφείς.
1914 Απολύεται από τον στρατό και επιστρέφει στα Μέγαρα. Φοιτά στο Διδασκαλείο της Μέσης Εκπαίδευσης που διευθύνει ο Γληνός.
1917,Καθηγητής στο Α΄ Γυμνάσιο Πειραιά. Δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό Λόγος.
1919,Πηγαίνει στο Παρίσι με υποτροφία για μετεκπαίδευση στην Αισθητική και τη Νεοελληνική Φιλολογία. Γνωριμία με τον Ψυχάρη. Δημοσιεύει στο περιοδικό Μαύρος Γάτος το πρώτο άσμα από το ανολοκλήρωτο ποιητικό σύνθεμα Προσκυνητής, αφιερωμένο στον Ν. Γ. Πολίτη.
1920, Ανακαλείται η υποτροφία του μετά την αλλαγή κυβέρνησης και διορίζεται στο Γ’ Γυμνάσιο Πειραιά.
1923, Ξεκινά συνεργασία με τον Ριζοσπάστη που διακόπτεται καθώς ανακαλείται η διακοπή της υποτροφίας και ξαναπηγαίνει στο Παρίσι.
1925 Εκδίδει τη μελέτη Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, απάντηση στις θέσεις του Γιάννη Αποστολάκη για τον Σολωμό (έχουν προηγηθεί σατιρικά κείμενα με στόχο τον Αποστολάκη στον τύπο). Στα τέλη Μαρτίου 1925 ο Βάρναλης τιμωρείται με εξάμηνη παύση· διαμαρτυρίες στον τύπο από διανοούμενους της Αθήνας (ανάμεσά τους ο Παρορίτης και ο Παλαμάς, που καλούνται σε απολογία ως δημόσιοι υπάλληλοι) και της Αλεξάνδρειας (ανάμεσά τους ο Καβάφης).
Στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ).
«Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο “διονυσιασμό”, παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα», υποστηρίζει ο Δημ. Δαμασκηνός.
Όπως γράφει ο Κώστας Πορφύρης, «Ο Βάρναλης είναι κατά κύριο λόγο ποιητής σατιρικός. Όσο κι αν στα τραγούδια της πρώτης περιόδου —της προ-κοινωνικής θα λέγαμε— όπως και σε μερικά της δεύτερης, ο Βάρναλης αποκαλύπτεται μία από τις ψηλότερες και γλυκύτερες λυρικές νεοελληνικές φωνές, το κύριο χαρακτηριστικό της ποίησής του, χαρακτηριστικό που θαμποφαίνεται κιόλας στα τραγούδια του της πρώτης περιόδου (Θυσία), μα που ξεχειλίζει και κυριεύει ολόκληρο τον Βάρναλη της δεύτερης, είναι το σατιρικό.
»Ο Βάρναλης δημιούργησε σε μια εποχή με πολλά σκαμπανεβάσματα πτώσεις και ανατάσεις, μεστή σε γεγονότα —ελληνικά και παγκόσμια: περίοδος ύστερα από το 1897 ίσαμε το 1909, Γουδί, βαλκανικοί πόλεμοι, παγκόσμιος πόλεμος, οχτωβριανή επανάσταση πολιτική οργάνωση της ελληνικής εργατικής τάξης, μικρασιατική καταστροφή, 4η Αυγούστου, πόλεμος, αντίσταση, μεταπελευθερωτική περίοδος.
[…]
Τα έργα της δεύτερης περιόδου του Βάρναλη, αυτά στα οποία εκδηλώνεται κυρίως η σάτιρά του είναι: Το φως που καίει (α’ έκδοση 1922 και β’ έκδοση ξαναπλασμένη 1933), Ο λαός των μουνούχων (1923), Σκλάβοι πολιορκημένοι (1927), Η αληθινή απολογία του Σωκράτη (1931), Δικτάτορες (δημοσιευμένο πρώτα σε εφημερίδες, 1940-41, και τελευταία σε βιβλίο, 1955), Το ημερολόγιο της Πηνελόπης (1945)».
Και συμπληρώνει ο Πορφύρης: «Κι όμως υπάρχουν κριτικοί και μάλιστα «διαλεχτοί», που λένε πως ο Βάρναλης δεν έχει κατάφαση, είναι μια απελπισμένη άρνηση. Κι ο δρόμος του αγώνα που δείχνει; Κι η γιομάτη αισιοδοξία πίστη του πως θα ‘ρθει καιρός που θα ‘ναι άχρηστοι οι μονόλογοι του Μώμου —μια και δεν θα υπάρχει πια το σκοτάδι του θεολογικού ιδεαλισμού;».
Δε δίνω λέξεις παρηγόρια
δ ί ν ω μ α χ α ί ρ ι σ’ ο λ ο υ ν ο ύ ς·
καθώς το μπήγω μες το χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους.
““““““““““““““““““““““
Ο θάνατος, ο θάνατος, πόσο γλυκός κι ωραίος
στον κάμπο μέσα το λουλουδιασμένο
για Δικαιοσύνη, Λεφτεριά και ματωμένο Χρέος,
—για το Χρυσάφι το γερά κλεμμένο!—
Δεν είν’ αξιότερο αγαθό απ’ την Υ π ο μ ο ν ή

Και καταλήγει ο Κώστας Πορφύρης:
«Ο Βάρναλης χτυπήθηκε με φανατισμό από τους εχθρούς του, μα αγαπήθηκε και διαβάστηκε όσο ίσως κανένας νεοέλληνας ποιητής από τα ευρύτατο λαϊκό κοινό. Κι αυτό έγινε, γιατί το κοινό αυτό βρήκε στον Βάρναλη τον ποιητή που του φώτιζε τον δρόμο του. Αυτό αρνούνται να το δουν μερικοί «διαλεχτικοί» κριτικοί του. Τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς».
Ο ίδιος ο ποιητής σημειώνει στα Φιλολογικά του Απομνημονεύματα: «Εξήγησα πώς γεννήθηκε στο κεφάλι μου και με ποιο σκοπό γράφτηκε η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη. Τώρα, αν το έργο πέτυχε από τη λογοτεχνική του άποψη, εγώ δεν … ανακατεύομαι. Εγώ εξήγησα ως τώρα μονάχα πώς γίνανε τα έργα μου, όχι κι αν γίνανε καλά. Απόφυγα αυτόν τον σκόπελο, όχι για να μη παρουσιάσω το θλιβερό θέαμα ενός συγγραφέα που αυτοθαυμάζεται, παρά για να μην υποβληθώ στην οδυνηρή δοκιμασία να τα κατηγορήσω ο ίδιος».
Το 1959 ο Βάρναλης πηγαίνει στη Μόσχα, όπου του απονέμεται το Βραβείο Λένιν.
Ουδέποτε παρεξέκλινε από την κομμουνιστική ιδεολογία, αλλά και το Κόμμα δεν τον «ενόχλησε», όπως και τον Ρίτσο, αντίθετα με δεκάδες άλλες περιπτώσεις στις οποίες φέρθηκε απάνθρωπα και άδικα σε διανοούμενους και μη.
Το 1972 χρονιά που ο Ρίτσος γράφει το Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα και την Τέταρτη Διάσταση, ο Χάκκας κυκλοφορεί το Κοινόβιο, ο Αλ. Κοτζιάς τον Γενναίο Τηλέμαχο, ο Λεοντάρης την Ψυχοστασία, ο Βάρναλης γράφει το θεατρικό Άτταλος ο Γ’.
Ο Βάρναλης πεθαίνει στις 16 Δεκεμβρίου1974, βραδιά διοργάνωσης τιμητικής για αυτόν εκδήλωσης από την ΕΣΗΕΑ. Η κηδεία του θα πάρει παλλαϊκό χαρακτήρα. Ο Γ. Ρίτσος γράφει το ποίημα «Χαιρετισμός στον Βάρναλη», που δημοσιεύεται στην Αυγή στις 19 Δεκεμβρίου, ενώ νωρίτερα έχει ήδη εικονογραφήσει την έκδοση της Αληθινής απολογίας του Σωκράτη από τον «Κέδρο».
Βοηθήματα: Οργή Λαού, μεταθανάτια [1975] ποιητική συλλογή και Φιλολογικά Απομνημονεύματα 1980. Και τα δύο από τον Κέδρο.
