You are currently viewing Μαρία Παπαλεοντίου: Παναγιώτης Θωμάς, Ο μονόλογος του σαλιγκαριού. Εκδόσεις Αρμός.

Μαρία Παπαλεοντίου: Παναγιώτης Θωμάς, Ο μονόλογος του σαλιγκαριού. Εκδόσεις Αρμός.

 

Μαθήματα ζωής από ένα ταπεινό σαλιγκάρι…

 

Στο συγγραφέα του βιβλίου Ο μονόλογος του σαλιγκαριού Παναγιώτη Θωμά, θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός «μαχητής του φωτός». Κι αυτό γιατί πραγματικά βρίσκω τόσο συγκινητικό σε αυτές της εποχές του απόλυτου κυνισμού που βιώνουμε, κάποιος να επιμένει να ασχολείται με τη μαγεία του αύλου, με τη χώρα του φανταστικού, με την ποιητικότητα του κόσμου. Με πράγματα δηλαδή που μοιάζουν να υπολείπονται σε πρακτικότητα,  που παρουσιάζονται ως μη χρειαζούμενα, που δεν εξυπηρετούν τη λογική της αγοράς αλλά την ίδια στιγμή είναι τόσο σημαντικά για την ψυχή και την ικανότητά μας να παραμένουμε άνθρωποι. Θέλει ψυχικό σθένος επομένως να είσαι μαχητής του φωτός, να πηγαίνεις κόντρα στο ρεύμα και να παλεύεις να αλλάξεις τον κόσμο όχι με φωτιά και με μαχαίρι αλλά με το φως της αγάπης και του λόγου. Κι αυτό ακριβώς κάνει ο Παναγιώτης Θωμά και μάλιστα από πολλά μετερίζια…

Ο μονόλογος του σαλιγκαριούΈνα αφήγημα για μεγάλα παιδιά και εφήβους.

Ή όπως θα έλεγε ο Oscar Wilde ένα αφήγημα «για όσους έχουν διατηρήσει τα παιδικά χαρίσματα της απορίας και της χαράς». Έχει τη σημασία της αυτή η διευκρίνηση γιατί κι εγώ, ως μεγάλο παιδί που θεωρώ τον εαυτό μου, ένιωσα την επίδραση αυτού του μονολόγου ως μία στιγμή αφύπνισης. Κι η αφύπνιση είχε να κάνει με την έννοια της αποξένωσης και συγκεκριμένα της αποξένωσης από τη γήινη καταγωγή μου, από αυτή τη μητρική αγκαλιά -όπως αναφέρει και στο κείμενο με γλαφυρότητα ο συγγραφέας- που μας περιέχει και μας φροντίζει. Το ταπεινό και συνάμα σοφό μας σαλιγκάρι με βοήθησε να συνειδητοποιήσω πόσο μακριά από τη φύση και τα υπέροχα μυστικά της ζούμε οι σύγχρονοι άνθρωποι. Πόσο ξεχάσαμε να μιλάμε τη γλώσσα της και πόσο ανίκανοι έχουμε γίνει στο να κατανοούμε και να αναγνωρίζουμε το μεγαλείο της ομορφιάς της. Πόσο αυτό-αναφορικοί, νάρκισσοι, ασυνείδητοι, απαθείς, εγωκεντρικοί είμαστε αλλά και ταυτόχρονα πόσο απίστευτα αφελείς, αν πιστεύουμε ότι μπορούμε να κακοποιούμε, να εκμεταλλευόμαστε, και να καταστρέφουμε τα πάντα στο πέρασμά μας, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι αυτός ο δρόμος οδηγεί και στο δικό μας αφανισμό.

Και η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι τον συγγραφέα, ως δάσκαλο και πατέρα, τον απασχολεί ιδιαίτερα να επικοινωνήσει αυτό το μήνυμα στις νεότερες γενιές, στα παιδιά που στα χέρια τους κρατούν το μέλλον αυτού του κόσμου. Ένα μικρό αγόρι είναι άλλωστε το άλλο πρόσωπο της ιστορίας μας. Ένα μικρό αγόρι που μες στο κείμενο αντιπροσωπεύει την καθαρότητα, την αγνότητα της ψυχής, την παιδική αφέλεια, την αγάπη. Συνομιλεί με έναν δικό του τρόπο με τον σαλίγκαρο κι αποδεικνύει ότι η συνομιλία με τη φύση προϋποθέτει την ύπαρξη μιας παιδικότητας. Κι ας μη νοήσουμε εδώ την παιδικότητα ως μια κατάσταση ψυχικής ανωριμότητας αλλά ως μια κατάσταση ψυχικής καθαρότητας.

 

Πόσο διαφορετικός όμως θα ήταν ο κόσμος μας άραγε αν μπορούσαμε να ακούσουμε με τα αυτιά της ψυχής τον καλό μας σαλίγκαρο;

Εκείνος θα μας μάθαινε ότι κάθε φορά που βρέχει είναι γιορτή! Είναι μουσική, είναι χορός, είναι ζωή! Κι όπως λέει χαρακτηριστικά στο μονόλογό του «Για να βρεχόμαστε πέφτει η βροχή. Για να γινόμαστε μούσκεμα!»

Θα μας μάθαινε ακόμα να σεβόμαστε και το πιο μικρό, και το πιο ταπεινό και καταφρονημένο πλάσμα της φύσης. Μαθήματα ζωής έχουμε να πάρουμε «κι από τον πιο ταπεινό της γης» αν σκύψουμε με συνειδητότητα, εστιάσουμε με καθαρή καρδιά και βάλουμε για λίγο στην άκρη το διογκωμένο μας εγώ που μας εμποδίζει να επικοινωνήσουμε, να συναισθανθούμε και εν τέλει να συμπεριλάβουμε όλες τις αλήθειες του κόσμου.

Θα μας μάθαινε τέλος να ζούμε το εδώ και το τώρα. Πόσο εύκολο να το λέμε αλήθεια, αλλά πόσο δύσκολο αποδεικνύεται τελικά στην πράξη… Ο σαλίγκαρός μας έχει επίγνωση της θνητότητάς του, κάτι που εμείς οι άνθρωποι τείνουμε να ξεχνάμε ή να απωθούμε στα βάθη του μυαλού μας. Κι όμως πόσα πράγματα θα κάναμε διαφορετικά αν πορευόμασταν στη ζωή με τη σκέψη ότι εμείς κι ο θάνατος είμαστε σύντροφοι που πορευόμαστε πλάι πλάι; «Το σεργιάνι μας στον κόσμο ήταν δέκα μέτρα γης» λέει ο μεγάλος μας στιχουργός Μάνος Ελευθερίου στα «Παραπονεμένα Λόγια» του αείμνηστου Γιάννη Μαρκόπουλου. Ας το ζήσουμε αυτό το σεργιάνι με όλες μας τις αισθήσεις! Ας βγούμε έξω στη βροχή κι ας χορέψουμε το τραγούδι της! Ας ζήσουμε χωρίς φόβο όλα μας τα συναισθήματα! Κι ας μην ξεχνάμε ποτέ το μικρό παιδί μέσα μας που προσπαθεί καθημερινά να μας επικοινωνήσει τις ανάγκες και τις επιθυμίες του.

Δεν μπορώ παρά να κλείσω παραθέτοντας αυτούσια τα λόγια του σαλίγκαρου γιατί βρίσκω ότι δε μπορεί να ειπωθεί καλύτερα το νόημα όλων των παραπάνω:

«Περπάτησε, σε λίγο ανατέλλει η όμορφη ώρα…προχώρησε μη φύγει η ηλιαχτίδα και τη χάσεις απ’τα μάτια σου…τραγούδησε δακρυσμένος το σούρουπο μη σου ματώσει άκλαυτο και φοβηθεί πως τα τόσα θαύματα των χρωμάτων του πέθαναν χαμένα… άγγιξε, ζήσε τη βροχή, ζωντάνεψε, αγάπησε το χώμα, ξαναβαφτίσου στο θαύμα… κι άστο να πλησιάζει, άστο να χορεύει το χορό του, άστο να κεντά την προσδοκία του το τέλος. Δεν είναι τέλος. Ίσως να είναι η αρχή…»

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.