You are currently viewing Γιώργος Κωνσταντίνου Μιχαηλίδης: Ελεάνα Ζιάκου, Εξωμήτριο, Σαιξπηρικόν

Γιώργος Κωνσταντίνου Μιχαηλίδης: Ελεάνα Ζιάκου, Εξωμήτριο, Σαιξπηρικόν

«Εκτός Μήτρας: Ποίηση ως Τραύμα και Κατοίκηση του Αδύνατου»

Υπάρχουν βιβλία που ζητούν την προσοχή σου, και άλλα που την υπαγορεύουν σχεδόν βιολογικά — σαν έναν παλμό που επιμένει κάτω από το δέρμα. Το Εξωμήτριο ανήκει στη δεύτερη κατηγορία: ένα λεπτό, σχεδόν εύθραυστο σώμα κειμένου, που όμως μεταφέρει μια δυσανάλογα βαριά εμπειρία ύπαρξης.

Η ίδια η λέξη του τίτλου λειτουργεί ως ποιητική μήτρα και άρνησή της ταυτόχρονα. Το «εξωμήτριο» δεν είναι απλώς ιατρικός όρος· γίνεται μεταφορά για κάθε ύπαρξη που γεννιέται εκτός τόπου, εκτός νοήματος, εκτός προστασίας. Η γραφή της Ζιάκου κινείται σε αυτή τη ζώνη εκτοπισμού: μεταξύ σώματος και γλώσσας, μεταξύ μνήμης και απώλειας.                                                                                             Δεν πρόκειται για ποίηση που αναζητά τη μουσικότητα με τον παραδοσιακό τρόπο έκφρασης. Αντίθετα, η φωνή εδώ είναι αποσπασματική, σχεδόν τραυματική. Οι εικόνες δεν αναπτύσσονται· εκρήγνυνται. Μια φράση μπορεί να ξεκινά ως φιλοσοφική πρόταση και να καταλήγει σε κάτι σωματικά ανυπόφορο — σαν να μην υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στο στοχαστικό και το οργανικό.  Η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί· ενδιαφέρεται να εκθέσει. Το ποίημα λειτουργεί σαν γεωμετρικός χώρος, όχι σαν γραμμή. Και μέσα σε αυτόν τον χώρο, το υποκείμενο δεν είναι ποτέ σταθερό: διαρρηγνύεται, διασπάται, μετατοπίζεται. Υπάρχει μια επίμονη αίσθηση ότι η ταυτότητα εδώ δεν κατοικεί το σώμα της — όπως ακριβώς και η κύηση του τίτλου.

Αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο δεν είναι η θεματική, αλλά η πειθαρχία της αποστέρησης. Το Εξωμήτριο δεν προσφέρει εξηγήσεις, ούτε συναισθηματική κάθαρση. Αφήνει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση σχεδόν αμήχανης εγρήγορσης, σαν να έχει εκτεθεί σε κάτι που δεν ολοκληρώνεται ποτέ — και ίσως δεν πρέπει.   Σε μια εποχή όπου η ποίηση συχνά αναζητά είτε την εξομολόγηση είτε την εντυπωσιακή επιφάνεια, η Ζιάκου επιλέγει μια τρίτη οδό: την εσωτερική αποξένωση ως μορφή αλήθειας. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που δεν «διαβάζεται» τόσο, όσο κατοικείται — έστω και για λίγο — σαν ένας τόπος όπου η γέννηση και η απώλεια είναι το ίδιο πράγμα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

ΚΛΑΔΙΑ
Άρχισα να γράφω με τη ματαιοδοξία
ότι θα διέσωζα το όνομά σου
ότι θα διαιώνιζα το όνομα της οικογένειας
προσθέτοντας ένα νέο κλαδί,
στο άδοξο γενεαλογικό μας δέντρο.

Ήξερα ότι ύστερα
θα μ’ έκλεινες σε ένα φυτολόγιο
θα με φύλαγες ως αντικείμενο αξίας
στα κατώγια του νέου μας σπιτιού
του σπιτιού που πάντα καμάρωνες,
με τον άνεμο να το χτυπάει απο παντού.

Πλέον, δεν σε συγκινούν τα δέντρα,
ξερίζωσες και εκείνα τα λίγα ζημιογόνα
που φύτεψες στην αυλή μας.
Πλέον ξέρω ότι χρειάζεσαι το χέρι μου
και το χέρι του χεριού μου
το τρείς φορές χέρι σου
το χεράκι του δύο φορές παιδιού σου.

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.