Όταν διαβάζει κανείς την ποιητική συλλογή Εύθραυστον του Γιώργου Σταυρακάκη έχει από την πρώτη στιγμή την αίσθηση ότι δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μια σειρά ποιημάτων, αλλά μπροστά σε έναν ποιητικό χώρο όπου η μνήμη, η γλώσσα και η ανθρώπινη εμπειρία δοκιμάζονται συνεχώς μέσα στο χρόνο.
Το βιβλίο μοιάζει να κινείται γύρω από μια βασική συνθήκη: την ευθραυστότητα της ύπαρξης. Ευθραυστότητα της μνήμης, των σχέσεων, αλλά και της ίδιας της γλώσσας που προσπαθεί να αποδώσει όλα αυτά.
Και ίσως τίποτε δεν εκφράζει καλύτερα αυτή την ποιητική αφετηρία από τους στίχους με τους οποίους ανοίγει ουσιαστικά ο κόσμος της συλλογής:
Οι ποιητές δεν πεθαίνουν.
Μετακομίζουν από λέξη σε λέξη
από άστρο σε άστρο
σακατεμένοι απ’ τους ανθρώπους
με το δεκανίκι του ήλιου
στη μασχάλη τους.
Στους στίχους αυτούς διατυπώνεται ήδη μια βασική ιδέα της συλλογής. Ο ποιητής δεν εμφανίζεται ως μια μορφή υπεράνω της πραγματικότητας. Αντίθετα είναι τραυματισμένος από τον κόσμο, «σακατεμένος απ’ τους ανθρώπους». Κι όμως συνεχίζει να κινείται μέσα στη γλώσσα. Η ποίηση γίνεται έτσι ένας τρόπος επιβίωσης, μια μορφή μετακίνησης μέσα στο τραύμα της εμπειρίας.
Το μεγάλο ποίημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή, το «Εύθραυστον», λειτουργεί ως ένας ευρύς ποιητικός καμβάς μέσα στον οποίο συνυφαίνονται μουσική, σώμα και μνήμη. Η εικόνα της μουσικής επανέρχεται διαρκώς: κιθάρες, χορδές, φθόγγοι. Σαν να προσπαθεί ο ποιητής να μετατρέψει την εμπειρία της ζωής σε ένα είδος ηχητικής δόνησης.
Μέσα σε αυτή τη μουσική ατμόσφαιρα εμφανίζεται και μια βαθιά συνείδηση της φθοράς της γλώσσας. Οι λέξεις δεν είναι πλέον αθώες· έχουν ήδη περάσει από την καθημερινή χρήση, από τη φθορά της εμπειρίας.
Και αυτό αποτυπώνεται με ιδιαίτερη δύναμη στους στίχους:
Πόσες λέξεις
δεν έγιναν ψίχουλα για τα πουλιά,
σκουριασμένα κέρματα σιωπηρής δοσοληψίας.
Η εικόνα είναι χαρακτηριστική της ποιητικής του Σταυρακάκη. Οι λέξεις παρουσιάζονται σαν φθαρμένα αντικείμενα που αλλάζουν χέρια μέσα στον κόσμο. Κι όμως η ποίηση επιμένει να τις χρησιμοποιεί, να τους δίνει ξανά βάρος και ένταση.
Η συλλογή κινείται μέσα σε μια σειρά ποιητικών στιγμών, όπου η εμπειρία της μνήμης και της απώλειας επανέρχεται συνεχώς.Σε ορισμένα ποιήματα εμφανίζονται εικόνες της καθημερινής ζωής που μετατρέπονται σε τόπους νοσταλγίας. Στο ποίημα «Τα περίπτερα», για παράδειγμα, ο ποιητής καλεί σχεδόν τρυφερά:
Έλα να ξανασμίξουμε
κάτω απ’ τα στέγαστρα των περιπτέρων…
Έλα να μετρήσουμε με αποτσίγαρα
τις μεγάλες προσμονές.
Το περίπτερο, τόσο γνώριμο στοιχείο της ελληνικής πόλης, γίνεται εδώ ένας μικρός τόπος μνήμης, ένας χώρος όπου οι άνθρωποι συναντιούνται πριν τους παρασύρει η ταχύτητα της σύγχρονης ζωής. Σε τέτοιους χώρους αυτοσυνείδησης και επικοινωνίας αποκαλύπτονται εν είδει εξομολόγησης και καημού οι μεγάλες κοινωνικές, πολιτικές, ανθρώπινες προσμονές για αλλαγή.
Σε άλλο ποίημα η προσμονή γίνεται αναμονή αποκτά σχεδόν υπαρξιακό χαρακτήρα, σαν την αναμονή των δύο ηρώων Βλαδιμίρ και Εστραγκόν του θεατρικού έργου του Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό. Έτσι, στο ποίημα «Προσμονή» οι μέρες μοιάζουν να έχουν σταματήσει:
Περιμένοντας την καταιγίδα
στέγνωσαν οι μέρες μας.
Κρέμονται στην απλώστρα του χρόνου
όπως εκείνα τα μπλου τζιν της εφηβείας μας.
Η εικόνα είναι απλή αλλά εξαιρετικά εύστοχη: ο χρόνος παρουσιάζεται σαν ένα σκοινί όπου κρέμονται τα απομεινάρια της ζωής.
Ωστόσο, μέσα σε όλη αυτή τη σκηνογραφία της μνήμης, η απώλεια επιστρέφει διαρκώς ως κεντρικό θέμα της συλλογής. Και ίσως το πιο συγκλονιστικό σημείο αυτής της εμπειρίας βρίσκεται στους στίχους:
πονάει όταν ξυπνάς
και συνειδητοποιείς ότι όλοι οι νεκροί
έχουν την ίδια ηλικία.
Ο χρόνος εδώ παγώνει. Οι νεκροί δεν μεγαλώνουν ποτέ. Παραμένουν για πάντα στην ηλικία όπου τους χάσαμε.
Από αισθητική άποψη, η ποίηση του Σταυρακάκη διακρίνεται για την έντονη εικονοποιία της. Οι εικόνες είναι συχνά σωματικές, σχεδόν δραματικές, και δημιουργούν ένα ποιητικό τοπίο όπου η εμπειρία αποκτά υλική μορφή.
Οι λέξεις γίνονται «σκουριασμένα κέρματα», τα λόγια μετατρέπονται σε «κοφτερούς σταλαγμίτες στο στέρνο του χρόνου», ενώ οι ποιητές στέκουν «φωσφορούχοι στηλίτες στα ανισόπεδα των ονείρων μας».
Αυτή η τάση προς την έντονη εικόνα διαφοροποιεί τη συλλογή από ένα μεγάλο μέρος της πρόσφατης ελληνικής ποίησης, όπου συχνά κυριαρχεί ένας πιο απογυμνωμένος, σχεδόν πεζολογικός λόγος. Ο Σταυρακάκης, αντίθετα, επιλέγει έναν λόγο φορτισμένο με εικόνες και μεταφορές, έναν λόγο που επιδιώκει να δημιουργήσει όχι απλώς νόημα αλλά και αισθητηριακή εμπειρία.
Άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της ποίησης είναι η υπαινικτικότητα,που
τουλάχιστον σε ένα σημείο μου θύμισε την υπαινικτικότητα του Γιώργου Σεφέρη:
Το μειράκιον που ακούει στο όνομα Σοκίν Σομλέβ
γλύφει το τραύμα του ξύνει με πάθος το νόημα της ζωής του
την ίδια ώρα που άλλα σώματα φορτωμένα πέτρες βυθίζονται,
γίνονται ένα με τα φύκια, στα παγωμένα νερά του ποταμού Ουζ.
Το όνομα Σοκίν Σομλέβ είναι η ανάποδη γραφή του ονόματος Νίκος Βέλμος (Βογιατζάκης) (1890-1930), ενός χαρισματικού και πολυτάλαντου, αλλά και αυτοκαταστροφικού συγγραφέα, ενός ιδιόρρυθμου, sui generis,αναρχοχριστιανοκομμουνιστή, «που πήγαινε κόντρα σε κάθε σύμβαση και μικροαστικό θέσφατο». Ο παραλληλισμός του ποιητή με τον Βέλμο αφήνει να εννοήσουμε πολλά για τον χαρακτήρα, τις ιδεολογίες και τις σχέσεις του Σταυρακάκη με τους ανθρώπους της σύγχρονης ελληνικής διανόησης. Συνήθως οι διαφορετικοί άνθρωποι νιώθουν άβολα σε αστικά περιβάλλοντα και πικραίνονται.
Συγχρόνως, η αναφορά των υπόλοιπων δύο στίχων του ποιητικού αποσπάσματος στον ποταμό Ουζ της Ουκρανίας και των ανθρώπων που πνίγονται σήμερα στα παγωμένα νερά του, αποκαλύπτει την κοινωνική συνείδηση του ποιητή μας, την ανθρώπινη συμμετοχή του με τον τρόπο του, με το όπλο του («Ο καθείς και το όπλο του»)στον πόλεμο της Ουκρανίας. Αυτό το δραματικό γεγονός του πολέμου δεν του επιτρέπει να οδυνάται για τα δικά του πάθη. Κι αυτό αποκαλύπτει την υψηλή ηθική του συνείδηση.
Αν η συλλογή γραφόταν σήμερα, θα περιείχε πιστεύω κι άλλα ποτάμια του Ιράν και του Λίβανου.
Τελική αποτίμηση
«Το Εύθραυστον είναι μια συλλογή που συνομιλεί με τη φθορά χωρίς να παραιτείται από την ένταση της ποιητικής γλώσσας. Σε έναν κόσμο όπου οι λέξεις συχνά μοιάζουν κουρασμένες ή φθαρμένες, ο Σταυρακάκης επιμένει να τις χρησιμοποιεί με πάθος και ευαισθησία. Και ίσως τελικά αυτή να είναι η ουσία της ποίησης: μια επίμονη προσπάθεια να παραμείνει ζωντανή η ανθρώπινη εμπειρία μέσα στο εύθραυστο υλικό της γλώσσας.»
Αν επιχειρούσε κανείς μια συνολική αποτίμηση της συλλογής, θα έλεγε ότι το Εύθραυστον είναι ένα βιβλίο που κατορθώνει να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο κινδύνους που συχνά απειλούν τη σύγχρονη ποίηση: από τη μια τη ρητορική υπερφόρτιση της εικόνας και από την άλλη την υπερβολική απογύμνωση της γλώσσας. Ο Σταυρακάκης φαίνεται να αποφεύγει και τα δύο άκρα.
Η γραφή του είναι πράγματι πυκνή και εικονοπλαστική, αλλά οι εικόνες του δεν λειτουργούν ως διακοσμητικά στοιχεία· γεννιούνται οργανικά από την εμπειρία της φθοράς, της μνήμης και της απώλειας. Έτσι οι λέξεις αποκτούν μια ιδιαίτερη υλικότητα, σαν να μετατρέπονται σε μικρά αντικείμενα της ανθρώπινης εμπειρίας.
Ταυτόχρονα, η συλλογή διατηρεί μια εσωτερική συνοχή. Το μεγάλο ποίημα «Εύθραυστον» λειτουργεί ως κεντρικός άξονας, ενώ τα μικρότερα ποιήματα που ακολουθούν μοιάζουν με μικρές ηχητικές ή μνημονικές αντανακλάσεις του ίδιου θεματικού πυρήνα: της εύθραυστης μοίρας της γλώσσας και του ανθρώπου.
