Μια κατάδυση στη μνήμη, την ταυτότητα και την ιστορία
Η Κάσος δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από τoν νου των πρωταγωνιστών του βιβλίου. Την κουβάλησαν οι άνθρωποί της μέσα τους, σαν πληγή που δεν κλείνει και σαν φλόγα που δεν σβήνει. Μετά τη σφαγή του 1824, όσοι γλίτωσαν δεν διέσχισαν απλά τη θάλασσα αλλά πέρασαν σε μια άλλη εκδοχή του εαυτού τους, σημαδεμένοι από απώλεια, βία και ξεριζωμό. Στην Αλεξάνδρεια δεν αναζήτησαν μόνο καταφύγιο, αλλά έναν τρόπο να υπάρξουν ξανά, κουβαλώντας τη μνήμη ως βάρος και ως ταυτότητα, μια μνήμη που δεν επέτρεπε τη λήθη, μόνο τη συνέχιση. Και μέσα σε αυτή τη μνήμη, κάθε ντορβάς και μυριστικό γινόταν γέφυρα επιστροφής: φλασκούνι, καλέντουλα, θυμάρι και δυόσμος ανέδιδαν όχι απλώς αρώματα, αλλά ολόκληρο το μακρινό νησί. Εκεί όπου ο θαλασσινός αέρας χάιδευε τις κορυφές των καταπράσινων λόφων και τα μονοπάτια σκαρφάλωναν στις καμπυλόγραμμες πλαγιές, ενώνοντας σαν χάντρες σε κομπολόι τα χωριά, όπως πολύ λυρικά περιγράφεται στη σελίδα 41. Έναν τόπο που συνέχιζε να υπάρχει μέσα τους, άθικτος και ακατάλυτος. Η Αλεξάνδρεια όπου φτάνουν, δεν είναι τόπος αλλά εσωτερική κατάσταση. Ένας καθρέφτης όπου η πραγματικότητα δεν αποκαλύπτεται αλλά αντανακλά αυτό που αντέχεις να δεις. Το «Χανέμ: Μυστικά της Αλεξάνδρειας» δεν ξεδιπλώνεται αλλά αντιστέκεται. Η Αλεξάνδρεια δεν παρουσιάζεται ως τόπος αλλά ως εσωτερική κατάσταση, κάτι που αναγνωρίζεις χωρίς να το έχεις ζήσει. Μια πόλη φτιαγμένη από μνήμη, επιθυμία και σιωπή, που δεν σε υποδέχεται αλλά σε δοκιμάζει. σαν φως που πάλλεται πάνω στο νερό. Η αφήγηση σε παρασύρει, κινείται αποσπασματικά, υπαινικτικά, αφήνοντας κενά που δεν ζητούν να συμπληρωθούν αλλά να κατοικηθούν. Ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί αλλά γίνεται συνοδοιπόρος των ηρώων. Από τις πρώτες σελίδες γίνεται σαφές πως το κείμενο δεν θα σου παραδοθεί αλλά θα σε κρατήσει στο κατώφλι του μέχρι να αποφασίσεις αν είσαι έτοιμη να περάσεις. Η ανάγνωση μετατρέπεται σε μύηση. Όχι σε γεγονότα, αλλά σε ρωγμές, σε ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ, αλλά διαμόρφωσε τα πάντα. Η λέξη «Χανέμ» προέρχεται από τα τουρκικά και χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και σε περιοχές όπως η Αίγυπτος. Σημαίνει «κυρία», «αρχόντισσα», «σεβαστή γυναίκα» . Υποδηλώνει μια γυναίκα που είναι ταυτόχρονα προστατευμένη, περιορισμένη, ορατή και αόρατη μαζί. Στο βιβλίο είναι τίτλος ευγένειας και κοινωνικής θέσης και χρησιμοποιείται για γυναίκες υψηλής τάξης ή με κύρος.
Το εξώφυλλο λειτουργεί σαν πύλη προς τον κόσμο του βιβλίου, με αισθητική παλαιάς, σχεδόν οριενταλιστικής ζωγραφικής και μια πατίνα χρόνου που επιμένει. Η πόλη δεν μοιάζει με τόπο αλλά με μνήμη που πήρε μορφή, ενώ το νερό κυριαρχεί ως σύμβολο, καθρέφτης και πέρασμα μαζί.
Ανοίγοντας το βιβλίο διαβάζουμε το ποίημα “Σουέζ” του Γιώργου Σεφέρη από το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’ ενώ στην αρχή των επόμενων κεφαλαίων η ποίηση του Καβάφη κατέχει τα σκήπτρα συνομιλώντας με τους πρωταγωνιστές.
Το ποίημα του Σεφέρη λειτουργεί σαν ένα σύνορο, γεωγραφικό, ιστορικό, υπαρξιακό. Ένα σύνορο ανάμεσα σε κόσμους, που εισάγει τον αναγνώστη σε μια συνθήκη ρευστότητας και ενδιάμεσου. Τον προϊδεάζει για μετακινήσεις, σωματικές ή ψυχικές, την αίσθηση του ανθρώπου που βρίσκεται «ενδιάμεσα». Το βιβλίο δεν παραθέτει ποίηση, σκέφτεται ποιητικά. Στη συνέχεια, ο Καβάφης διαπερνά την αφήγηση ως υπόγεια συνείδηση:η ειρωνεία της ιστορίας, η ηδονική μνήμη, η αίσθηση της καθυστέρησης και της απώλειας. Οι ήρωες μοιάζουν να σκέφτονται καβαφικά.
Σε αντίθεση με την εσωτερική ρευστότητα, η αφήγηση ανοίγεται σε ένα σκληρό ιστορικό πεδίο. Η Αίγυπτος του 19ου αιώνα υπερχρεώνεται, υποτάσσεται σε ξένες δυνάμεις, οδηγείται σε κοινωνική εξαθλίωση. Το χρέος λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου. Η πρόοδος — όπως η Διώρυγα του Σουέζ — αποκαλύπτεται ως βιτρίνα που κρύβει οικονομική κατάρρευση. Η ιστορία παύει να είναι σκηνικό. Γίνεται καθρέφτης συνείδησης. Η λάμψη της προόδου συγκαλύπτει υπερχρέωση, ξένο έλεγχο, κοινωνική εξαθλίωση. Το χρέος γίνεται εργαλείο υποδούλωσης. Η Ιστορία αποκαλύπτει τη βία που κρύβεται πίσω από την «ανάπτυξη”.Οι παραλληλισμοί με τη σύγχρονη ελληνική εμπειρία είναι διακριτοί αλλά αιχμηροί. Εξάρτηση, δανεισμός, αίσθηση περιορισμένης αυτοδιάθεσης. Η φράση «η μνήμη είναι επικίνδυνο πράγμα όταν είναι επιλεκτική» λειτουργεί ως κεντρική προειδοποίηση: οι λαοί δεν κινδυνεύουν μόνο από τη λήθη, αλλά από το τι επιλέγουν να θυμούνται. Ο Ισμαήλ Πασάς είχε επενδύσει στην εκσυγχρονισμένη Αίγυπτο, κατασκευάζοντας σιδηροδρόμους, κτίρια και τη Διώρυγα του Σουέζ. Για να χρηματοδοτήσει αυτά τα έργα, η χώρα δανείστηκε υπέρογκα ποσά από Γάλλους και Βρετανούς, φτάνοντας σε τεράστια χρέη. Όταν τα έσοδα δεν επαρκούσαν, οι ξένες δυνάμεις άρχισαν να επιβάλουν οικονομικό έλεγχο. Τα υπουργεία μοιράστηκαν σε ξένους και ο λαός έγινε όμηρος των δανείων. Οι Αιγύπτιοι ένιωθαν οργή και αγανάκτηση αφού η χώρα τους παραχωρούταν στους ξένους, ενώ αυτοί κουβαλούσαν φτώχεια και δυστυχία. Συναισθήματα θυμού ενάντια στην εξουσία και τους ξένους δανειστές ήταν έντονα. Αίσθημα προδοσίας, η ανασφάλεια και η εξάρτηση από ξένες δυνάμεις που προκάλεσαν το αίσθημα ότι οι ηγέτες τους, όπως ο Ισμαήλ, τους εγκατέλειψαν ή τους οδήγησαν σε εξαθλίωση. Οι ξυπόλητοι και οι φτωχοί Αιγύπτιοι βλέπουν τη ζωή τους να καταρρέει, τους φόρους να αυξάνονται και την καθημερινότητα να γίνεται βαρύτερη. Παρά την εξαθλίωση, η αγανάκτηση οδηγεί σε συλλογική δράση: διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες και κάλεσμα για εθνική αφύπνιση. Οι λαϊκές μάζες γίνονται δυναμικός παράγοντας πίεσης, όπως περιγράφεται στο βιβλίο για τις πορείες «Η Αίγυπτος στους Αιγύπτιους». Το σύνθημα «Η Αίγυπτος στους Αιγύπτιους» λειτουργεί ως κραυγή ελευθερίας, αλλά και κραυγή ιδιοκτησίας της ταυτότητας. Δεν αφορά μόνο την πολιτική ανεξαρτησία, αλλά το δικαίωμα ενός λαού να ανήκει στον εαυτό του. Το βιβλίο φωτίζει τον λαό όχι ως φόντο αλλά ως ενεργό ιστορικό υποκείμενο. Η εικόνα των «ξυπόλητων με κουρέλια» γίνεται σύμβολο εξαθλίωσης, αδικίας αλλά και δυναμικής αφύπνισης. Ενισχύει τη δραματικότητα, δείχνει ότι η ιστορία γράφεται όχι από τους ισχυρούς, αλλά από τους αόρατους. Το κείμενο φωτίζει την οικονομική εκμετάλλευση, την εξωτερική επιβολή, αλλά και την εσωτερική συνενοχή (Ισμαήλ). Η φράση: «Οι Αιγύπτιοι οι ίδιοι δεν ζήτησαν ποτέ δανεικά» είναι σχεδόν κατηγορητήριο, μεταθέτει την ευθύνη στην εξουσία. Εδώ η αφήγηση αγγίζει κάτι πολύ σύγχρονο και οικείο: το χρέος ως εργαλείο υποδούλωσης. Ο «όχλος» μετατρέπεται σε «λαό» όταν αποκτά κοινό σκοπό. Η αγανάκτηση μετασχηματίζεται σε δράση. Η Ιστορία γράφεται από εκείνους που μέχρι τότε δεν είχαν φωνή. Υπάρχει οργή για την ξένη κυριαρχία και τους ηγέτες που υπέκυψαν. Αγανάκτηση για την αδικία και την εξαθλίωση. Απογοήτευση και φόβος για το μέλλον. Αυτή η οργή περιγράφεται πολύ δυναμικά στις σελίδες του βιβλίου.
Οι χαρακτήρες έρχονται ως φορείς μνήμης και ιστορίας, να μας σαγηνεύσουν, να μας ταξιδέψουν. Ο Αραμπί είναι η φωνή της συλλογικής αφύπνισης. Ξεπερνά την πολιτική του ιδιότητα και μετατρέπεται σε σύμβολο. Δεν είναι απλά «παιδί του λαού» αλλά είναι η μετάβαση του λαού σε συνείδηση. Είναι σχεδόν μια μυθική φιγούρα που δίνει φωνή σε έναν λαό που σιωπούσε.
Ο Σανού παιδικός φίλος της Σμαραγδής είναι ηθοποιός, σκιτσογράφος που σατίριζε την κοσμική εξουσία του παλατιού. Γελοιοποίησε τους Εγγλέζους οι οποίοι με τη σειρά τους ζήτησαν από τον Ισμαήλ Πασά να τον διώξει γιατί υπονομεύει την εξουσία του και ξεσήκωνε εναντίον του τον λαό. Ακόμη και εξόριστος στο Παρίσι δεν έπαψε στιγμή να παλεύει για το δίκαιο του λαού του. Δεν τον σιωπά. Αντίθετα, τον επιβεβαιώνει ως μορφή που αντιλαμβάνεται ότι η τέχνη δεν απαντά αλλά θέτει ερωτήματα και κινητοποιεί. Ρομαντικά ταγμένος στον αγώνα του για κοινωνική δικαιοσύνη, ήταν ακούραστος και ευρηματικός.”Η γέννηση του έθνους αγαπητή δεν είναι απλή υπόθεση. Θα πρέπει οι Αιγύπτιοι να αφυπνιστούν και να αποκτήσουν εθνική συνείδηση. Να συστρατευτούν. Δεν μπορείς να φανταστείς τι δύναμη αντλεί ο όχλος όταν συνδέεται με ένα κοινό σκοπό”. Ο Σανού πιστεύει πως η Τέχνη έχει δώσει ερωτήματα, το θέατρο, η σάτιρα που είναι παρακλάδι του, μπορεί να δαμάσει αυτή τη δύναμη. Γι αυτό κυνηγήθηκε όσο λίγοι λόγω πανικού. Μερικές αστείες ζωγραφιές θα ήταν ικανές να ανασηκώσουν το βλέμμα τους από τη λάσπη της φελαχίας και να τα σηκώσουν στον ήλιο. “Η πόλη διαλύθηκε γιατί ήταν σάπια. Έχεις δει πόσος κόσμος πεθαίνει γιατί δεν έχει ένα κομμάτι ψωμί; Ο βούρκος της χώρας έχει ποτίσει με αίμα. Δεν γίνονται οι επαναστάσεις από τον καναπέ μας”.
Η Σμαραγδή είναι ο πιο σύνθετος άξονας του βιβλίου. Συμβολίζει την ελληνική ταυτότητα στην ξενιτιά, τη σύγκρουση μνήμης και ευθύνης, την προσωπική ωρίμανση μέσα από απώλεια. Η πορεία της δεν είναι λύτρωση. Είναι διαπραγμάτευση. Η ίδια ενσαρκώνει το κεντρικό ερώτημα του έργου: Μπορεί μια γυναίκα να ξαναγράψει τον εαυτό της χωρίς να διαλυθεί; Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες όπως οι άμεσοι συγγενείς της Σμαραγδής, οι εξέχοντες άνθρωποι της ελληνικής παροικίας, η Μις Κάθι, η Λειλά, ο Τζον, ο Τουεφίκ συνδέουν τους κρίκους τους με τις ζωές των πρωταγωνιστών. Οι υπόλοιποι λειτουργούν ως θραύσματα ενός καθρέφτη. Ο καθένας αντανακλά ένα μικρό κομμάτι της αλήθειας. Μας θυμίζουν ότι η ζωή δεν ανήκει μόνο στους πρωταγωνιστές, αλλά κυρίως σε εκείνους που περνούν αθόρυβα, και παρ’ όλα αυτά, διαμορφώνουν τα πάντα.
Η ελληνική παροικία παρουσιάζεται ως ένας ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στην ασφάλεια και την απώλεια, ανάμεσα στην ευημερία και την ηθική αμφισημία. Διατηρεί τη γλώσσα , τη παιδεία τον πολιτισμό, αλλά ταυτόχρονα εξαρτάται από ξένες δυνάμεις και βρίσκεται σε μια εύθραυστη ισορροπία. Οι συγκρίσεις με τη χώρα μας δεν απουσιάζουν. Η Αίγυπτος δέχεται ξένη επιρροή, χρέος, λαϊκή εξαθλίωση . Η Ελλάδα δέχεται ξένη επιρροή, δάνεια, πολιτική επιτήρηση. Το βιβλίο δημιουργεί έναν καθρέφτη ανάμεσα σε δύο τόπους. Όχι για να πει ότι είναι ίδιοι, αλλά για να δείξει πως τα μοτίβα εξάρτησης επαναλαμβάνονται, με διαφορετικές μορφές. Το κείμενο δεν είναι μοναχά καταγγελτικό αλλά και αυτοκριτικό. Λέει έμμεσα: “δεν φταίνε μόνο «οι άλλοι». Το βιβλίο λειτουργεί έτσι ταυτόχρονα ως ιστορικό χρονικό, ψυχολογικό πορτρέτο και φιλοσοφική στοχαστική για τη δύναμη της μνήμης, της ταυτότητας και της συλλογικής συνείδησης. Η ανάγνωση αφήνει στον αναγνώστη μια αίσθηση συνέχειας και υπευθυνότητας πως η Ιστορία δεν είναι απλώς γεγονότα αλλά οι επιλογές, οι απώλειες και η αφύπνιση των ανθρώπων που ζουν μέσα της.
Η Αγγέλου δεν αφηγείται· ανασαίνει μέσα στις λέξεις. Η γραφή της δεν προχωρά ευθύγραμμα. Κυκλώνει. Επιστρέφει. Σπάει σε θραύσματα που δεν ζητούν να ενωθούν, αλλά να κρατηθούν στο χέρι, σαν κάτι εύθραυστο και επικίνδυνα ζωντανό. Η ερευνητική της ενασχόληση με τα ιστορικά αρχεία την οδηγεί σε αναπόφευκτους παραλληλισμούς με τη σύγχρονη ελληνική εμπειρία, επιβεβαιώνοντας με εντυπωσιακή ακρίβεια τη ρήση του Μαρκ Τουέιν ότι «η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται πιστά αλλά αντηχεί τα ίδια μοτίβα». Μέσα από αυτούς τους παραλληλισμούς, το έργο αποκτά έντονη επικαιρότητα. Η Ιστορία αναδεικνύεται ως μαθητεία για το παρόν και ως πεδίο εγρήγορσης. Ο αναγνώστης δεν μένει μόνο με την αίσθηση της θλίψης για την επαναληπτικότητα των λαθών, αλλά και με μια βαθύτερη ευθύνη. Δηλαδή την επίγνωση ότι η γνώση της ιστορίας μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο συνειδητής στάσης και αντίστασης απέναντι στους κύκλους της εξάρτησης και της υποταγής.
Το Χανέμ δεν κλείνει με την τελευταία του σελίδα. Παραμένει. Σαν απόηχος.
Σαν εικόνα που δεν σταθεροποιείται. Και τελικά αφήνει μια αίσθηση βαθιάς, σχεδόν ανήσυχης επίγνωσης: ότι “ο τόπος που κουβαλάμε μέσα μας είναι πιο ισχυρός από εκείνον που αφήσαμε και ότι η ελευθερία δεν είναι ποτέ χωρίς κόστος”. Καλοτάξιδο να είναι!
“ Όλοι σαν σε καλοκουρδισμένη παράσταση διεκδικούσαν με τη φαντασία τους ένα κομμάτι της αγαπημένης τους πόλης. Κουβαλώντας ο καθένας τα όνειρα, τις ψευδαισθήσεις, τα σχέδια, τις αποφάσεις, τα βίτσια ή ακόμη τις ενοχές του. Η Αλεξάνδρεια ήταν εκεί να χαρίσει στον καθένα ότι χρειαζόταν περισσότερο”
“Η μνήμη είναι επικίνδυνο πράγμα όταν είναι επιλεκτική.Η Ελλάδα φαίνεται πολύ πρόθυμη να παίξει τα παιχνίδια ενός άλλου τόπου που απλά τη φιλοξενεί. Και κυρίως αν αναλογιστεί κανείς ότι δεν πάει πολύς καιρός που οι σημερινοί της σύμμαχοι αποφάσισαν για την ελευθερία μας κόβοντας και ράβοντας τα σύνορά μας κατά πως τους βόλευε. Οι Εγγλέζοι μας φόρτωσαν ένα κάρο δάνεια κι ένα ξένο βασιλιά προς επιτήρηση λες και ήμασταν ανήλικοι;”
“Πάλι μίζερα υποχείρια θα είμαστε. Το μόνο που ξέρουμε ως έθνος να υποκλινόμαστε στις ορέξεις των Εγγλέζων, μήπως και πάρουνε το μέρος μας έστω μια φορά” .
