You are currently viewing Giovanni Pascoli (1855–1912): Τρία ποιήματα. Μετάφραση από τα Ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης

Giovanni Pascoli (1855–1912): Τρία ποιήματα. Μετάφραση από τα Ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης

ΠΙΣΤΙΣ [FIDES][1]

 

Την ώρα κείνη που άλικη έσβηνε η μέρα

κι έμοιαζε χρυσό το κυπαρίσσι, χρυσάφι καθαρό,

είπε στο γιο της τον μικρούλη η μητέρα:

είν’ εκεί πάνω κήπος ολάκερος σαν κι αυτό.

 

Κοιμάται το μικράκι και βλέπει δάση χρυσά:

μ’ ολόχρυσα κλαδιά κάθε χρυσό δεντρί∙

κι απ’ έξω το κυπαρίσσι, μες στη μαύρη νυχτιά,

με τον άνεμο παλεύει, μες στη θύελλα θρηνεί.

 

 

 

 

Η 10Η ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ [X AGOSTO]

 

Αϊ-Λαυρέντη μου, ξέρω γιατί  έτσι φλογίζει

και πέφτει, στο γαλήνιο αγέρα

καθ’ άστρο∙ γιατί βαθιά  λαμπυρίζει,

από δάκρυα τόσα, η ουράνια η σφαίρα.

 

Ένα χελιδόνι στο σπιτικό του γυρνούσε:

του ρίξανε σμπάρο: στ’ αγκάθια το πτώμα∙

για τα χελιδονάκια του γεύμα κρατούσε:

ένα ζουζούνι είχ’ εκείνο στο στόμα.

 

Και να, σαν σε σταυρό καρφωμένο τώρα μένει:

σκουληκάκι η προσφορά του στα ουράνια τα μακρινά∙

σκοτεινιάζει η φωλίτσα, που πολύ περιμένει,

κι ακόμα πιπίζει, ολοένα πιο σιγανά.

 

Μα κι ένας άνθρωπος γύρναγε στη δική του φωλιά:

τον σκοτώσανε – κι είπε: «συχώρα»∙

μια κραυγή απομένει μες στα μάτια τ’ ανοιχτά:

δυο κουκλίτσες κρατούσε, στα παιδιά του για δώρα.

 

Και τώρα να, έρμο προσμένει,

προσμένει, με δίχως ελπίδα, το σπιτικό:

εκείνος πια δε σαλεύει μήτε κρένει,

μόνο δείχνει τις κούκλες στο μακρινό ουρανό.

 

Κι εσύ Ουρανέ, που από ψηλά κυβερνάς

ανέφελους κόσμους∙ άπειρο πνεύμα, παντοτινό,

αχ! με τ’ άστρα σου δάκρυα ας πλημμυράς

την κουκκιδίτσα ετούτη που τη σκεπάζει το Κακό.

 

 

 

 

Η ΠΕΣΜΕΝΗ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ [LA QUERCIA CADUTA]

 

Eκεί που ’κανε ίσκιο, κείτεται τώρα η βελανιδιά

νεκρή∙ με τους ανέμους δεν παλεύει πια.

Λέει ο κοσμάκης: Τώρα το βλέπω: ήταν μεγάλη!

 

Κρέμοντ’ ακόμα στις ακρίτσες

για τα πουλιά της άνοιξης φωλίτσες.

Τώρα το βλέπω: ήταν ωραία! – λένε οι άλλοι.

 

Παινέματα λέει τούτος, κόβει εκείνος.

Φεύγει το βράδυ, ο καθείς μ’ ένα σωρό βαρύ.

Στον αγέρα, του μαυροσκούφη ο θρήνος:

τη φωλίτσα του ψάχνει, μα δε θα τη βρει.

 

 

 

Αρκετά από τα ποιήματα του μεγάλου Ιταλού ποιητή απηχούν αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία, όταν η οικογενειακή «φωλιά» όπου μεγάλωνε με τους γονείς του και τα πολυάριθμα αδέλφια του δέχτηκε ένα φριχτό πλήγμα: στις 10 Αυγούστου του 1867, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Λαυρεντίου (San Lorenzo), ο πατέρας του ποιητή δολοφονήθηκε ενώ επέστρεφε στο σπίτι, κρατώντας δυο κούκλες. Λίγο μετά, από τη λύπη της, έσβησε και η μητέρα. Η πολυμελής οικογένεια άρχισε να φυλλορροεί, καθώς τα αδέλφια του χάνονταν ένα-ένα.
Το τραγικό γεγονός και τα επακόλουθά του σημάδεψαν τη μετέπειτα ζωή του Πάσκολι – και το έργο του. Χαρακτηριστικά, η εικόνα της φωλιάς επανέρχεται επίμονα σε κάποια από τα ποιήματά του: άλλοτε παρουσιάζεται κατεστραμμένη η ίδια, άλλοτε με τα πουλάκια σε απόγνωση, καθώς χάνονται νηστικά και ορφανά – πάντα εξαιτίας της κακίας των ανθρώπων.

 

[1] Ο πρωτότυπος τίτλος στα Λατινικά [Σ.τ.Μ.].

 

 

Θεοδόσης Κοντάκης

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.