ΠΙΣΤΙΣ [FIDES][1]
Την ώρα κείνη που άλικη έσβηνε η μέρα
κι έμοιαζε χρυσό το κυπαρίσσι, χρυσάφι καθαρό,
είπε στο γιο της τον μικρούλη η μητέρα:
είν’ εκεί πάνω κήπος ολάκερος σαν κι αυτό.
Κοιμάται το μικράκι και βλέπει δάση χρυσά:
μ’ ολόχρυσα κλαδιά κάθε χρυσό δεντρί∙
κι απ’ έξω το κυπαρίσσι, μες στη μαύρη νυχτιά,
με τον άνεμο παλεύει, μες στη θύελλα θρηνεί.
Η 10Η ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ [X AGOSTO]
Αϊ-Λαυρέντη μου, ξέρω γιατί έτσι φλογίζει
και πέφτει, στο γαλήνιο αγέρα
καθ’ άστρο∙ γιατί βαθιά λαμπυρίζει,
από δάκρυα τόσα, η ουράνια η σφαίρα.
Ένα χελιδόνι στο σπιτικό του γυρνούσε:
του ρίξανε σμπάρο: στ’ αγκάθια το πτώμα∙
για τα χελιδονάκια του γεύμα κρατούσε:
ένα ζουζούνι είχ’ εκείνο στο στόμα.
Και να, σαν σε σταυρό καρφωμένο τώρα μένει:
σκουληκάκι η προσφορά του στα ουράνια τα μακρινά∙
σκοτεινιάζει η φωλίτσα, που πολύ περιμένει,
κι ακόμα πιπίζει, ολοένα πιο σιγανά.
Μα κι ένας άνθρωπος γύρναγε στη δική του φωλιά:
τον σκοτώσανε – κι είπε: «συχώρα»∙
μια κραυγή απομένει μες στα μάτια τ’ ανοιχτά:
δυο κουκλίτσες κρατούσε, στα παιδιά του για δώρα.
Και τώρα να, έρμο προσμένει,
προσμένει, με δίχως ελπίδα, το σπιτικό:
εκείνος πια δε σαλεύει μήτε κρένει,
μόνο δείχνει τις κούκλες στο μακρινό ουρανό.
Κι εσύ Ουρανέ, που από ψηλά κυβερνάς
ανέφελους κόσμους∙ άπειρο πνεύμα, παντοτινό,
αχ! με τ’ άστρα σου δάκρυα ας πλημμυράς
την κουκκιδίτσα ετούτη που τη σκεπάζει το Κακό.
Η ΠΕΣΜΕΝΗ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ [LA QUERCIA CADUTA]
Eκεί που ’κανε ίσκιο, κείτεται τώρα η βελανιδιά
νεκρή∙ με τους ανέμους δεν παλεύει πια.
Λέει ο κοσμάκης: Τώρα το βλέπω: ήταν μεγάλη!
Κρέμοντ’ ακόμα στις ακρίτσες
για τα πουλιά της άνοιξης φωλίτσες.
Τώρα το βλέπω: ήταν ωραία! – λένε οι άλλοι.
Παινέματα λέει τούτος, κόβει εκείνος.
Φεύγει το βράδυ, ο καθείς μ’ ένα σωρό βαρύ.
Στον αγέρα, του μαυροσκούφη ο θρήνος:
τη φωλίτσα του ψάχνει, μα δε θα τη βρει.
Αρκετά από τα ποιήματα του μεγάλου Ιταλού ποιητή απηχούν αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία, όταν η οικογενειακή «φωλιά» όπου μεγάλωνε με τους γονείς του και τα πολυάριθμα αδέλφια του δέχτηκε ένα φριχτό πλήγμα: στις 10 Αυγούστου του 1867, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Λαυρεντίου (San Lorenzo), ο πατέρας του ποιητή δολοφονήθηκε ενώ επέστρεφε στο σπίτι, κρατώντας δυο κούκλες. Λίγο μετά, από τη λύπη της, έσβησε και η μητέρα. Η πολυμελής οικογένεια άρχισε να φυλλορροεί, καθώς τα αδέλφια του χάνονταν ένα-ένα.
Το τραγικό γεγονός και τα επακόλουθά του σημάδεψαν τη μετέπειτα ζωή του Πάσκολι – και το έργο του. Χαρακτηριστικά, η εικόνα της φωλιάς επανέρχεται επίμονα σε κάποια από τα ποιήματά του: άλλοτε παρουσιάζεται κατεστραμμένη η ίδια, άλλοτε με τα πουλάκια σε απόγνωση, καθώς χάνονται νηστικά και ορφανά – πάντα εξαιτίας της κακίας των ανθρώπων.
[1] Ο πρωτότυπος τίτλος στα Λατινικά [Σ.τ.Μ.].
