You are currently viewing Βάλτερ Πούχνερ: Ελληνόφωνο Θέατρο Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Μια συνεχής διαχρονική παρουσία (1600 – 1922) Α’ μέρος

Βάλτερ Πούχνερ: Ελληνόφωνο Θέατρο Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Μια συνεχής διαχρονική παρουσία (1600 – 1922) Α’ μέρος

 Το Επετειακό Συνέδριο για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή με θέμα «Το Κωνσταντινουπολίτικο και Μικρασιατικό Θέατρο έως το 1922. Συνέχειες και τομές στην Ελλάδα και στη Διασπορά μέχρι τον 21ο αιώνα», που οργανώνει το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών δικαίως αφιερώνεται στην ομότιμη καθηγήτρια και τέως πρόεδρο του Τμήματος Χρυσόθεμη Σταματοπούλου-Βασιλάκου, η οποία έχει αφιερώσει ένα σημαντικό μέρος της πολυσχιδούς ερευνητικής της βιβλιογραφίας στο θέμα του ελληνικού θεάτρου στη Διασπορά. Αναφέρω εδώ ενδεικτικά μόνο το δίτομο μνημειώδες έργο της Το ελληνικό θέατρο στην Κωνσταντινούπολη το 19ο αιώνα, Αθήνα 1994/96, που ανέτρεψε οριστικά το αθηνοκεντρικό σχήμα της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου, το οποίο είχε καθιερώσει ο Γιάννης Σιδέρης, αποδεικνύοντας ότι η Πόλη ήταν το πιο σημαντικό θεατρικό κέντρο του ελληνικού θεάτρου κατά το 19ο αιώνα, τον τόμο Το θέατρο στην καθ’ ημάς Ανατολή: Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη, Αθήνα 2006, και τα κατατοπιστικά άρθρα της “Greek Theaterin Southeast Europe and the Eastern Mediterranean from 1810 to 1961”, Journal of Modern Greek Studies 27/2 (1997) σ. 267-284, “The Greek Communities in the Balkans and Asia Minor and Their Theatrical Activity 1800-1922”, Études Helléniques/ Hellenic Studies 16/2 (2008) σ. 39-64 και «Σμυρναϊκή δραματουργία. Πρωτότυπες θεατρικές εκδόσεις στη Σμύρνη το 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 16 (2009) σ. 211-286.

Η δική μου συμβολή στο θέμα του συνεδρίου εστιάζει στη «μεγάλη εικόνα», τη συνεχή διαχρονική παρουσία του ελληνόφωνου θεάτρου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1600 έως τη διάλυσή της μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αποτελεί, δηλαδή, μια συνοπτική εποπτεία των δεδομένων της θεατρικής δραστηριότητας σε μορφή οργάνωσης σκηνικών παραστάσεων και συγγραφής ή και έκδοσης δραματικών έργων. Βασίζεται στη γερμανική μου μονογραφία Hellenophones Theater im Osmanischen Reich (1600-1923). Zur Geschichte und Geographie einergeduldeten Tätigkeit, Wien/Berlin 2012, όπου είναι συγκεντρωμένη όλη η σχετική τεκμηρίωση από τις πηγές και η βιβλιογραφία. Οι έρευνες των προηγούμενων δεκαετιών για την προεπαναστατική ιστορία του ελληνικού θεάτρου έχει ανατρέψει τη γενικευτική εικόνα, ότι, κατά την Τουρκοκρατία, δεν υπήρχε καθόλου θεατρική δραστηριότητα των ελληνόφωνων πληθυσμών (βλ. τώρα W. Puchner, Greek Theatre between Antiquity and Independence. A History of Reinvention from the Third Century BC to 1830, Cambridge Univ. Press 2017, 2021).

Τα πραγματολογικά δεδομένα μπορούν να διαχωριστούν στους εξής θεματολογικούς κύκλους: την αρχή κάνουν α) οι θεατρικές παραστάσεις της Αντιμεταρρύθμισης και το σχολικό δράμα των Ιησουιτών στην Κωνσταντινούπολη, τη Χίο και τη Νάξο, περίπου από το 1600 ως το 1750·β) η ορθόδοξη δραματογραφία και οι κληρικές σάτιρες, καθώς και οι κοσμικές των Φαναριωτών στην Κωνσταντινούπολη και το Βουκουρέστι από τα τέλη του 17ου αιώνα έως το 1821·γ) η πρόσληψη του όψιμου Διαφωτισμού, του Ροκοκό, τον Σεντιμενταλισμού και του πρώιμου Ρομαντισμού από θεατρικές μεταφράσεις στους κύκλους των Φαναριωτών από το 1740 έως την Επανάσταση δ) το πολιτικό θέατρο του Αγώνα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και την Κωνσταντινούπολη, και ε) στον μακρύ 19ο αιώνα η ελληνική δραματογραφία και οι θεατρικές παραστάσεις, ερασιτεχνικές και επαγγελματικές, στην Πόλη, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, και προς το τέλος του αιώνα και σε άλλες βαλκανικές και μικρασιατικές πόλεις, την Κρήτη και την Κύπρο. Από την επισκόπηση αποκλείστηκαν τα Επτάνησα, η Οδησσός, η Κριμαία και τα λιμάνια του Εύξεινου Πόντου, ο Καύκασος και η Γεωργία, καθώς και οι μεγάλες βαλκανικές πόλεις μετά από την απόσχισή τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Α) Ο αιγαιοπελαγίτικος χώρος ενσωματώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1566, εξαιτίας της γαλλικής και γενουατικής αριστοκρατίας. Από την εποχή της Λατινοκρατίας διατηρούσε, όμως, κάποια προνόμια και μερική διοικητική αυτονομία, που διευκόλυνε τη θεατρική δραστηριότητα του θρησκευτικού σχολικού θεάτρου στα νησιά, ενώ η γαλλική αποστολή των Ιησουιτών ίδρυσε το 1609 στον Άγιο Βενέδικτο του Γαλατά μια μονή και σχολή, που οργάνωνε κανονικές θεατρικές παραστάσεις στην Πόλη. Αυτή η μονή ίδρυσε θυγατρικές μονές στη Σμύρνη, στη Νάξο κι αλλού στον αιγαιοπελαγίτικο χώρο. Διαφορετική ήταν η περίπτωση της Χίου, όπου η ιταλική αποστολή δεν χρησιμοποίησε φραγκοπαπάδες αλλά ντόπιους, και ίδρυσε το 1594 τη μονή του Αγίου Αντωνίου (του εξωμερίτη) με σημαντική θεατρική δραστηριότητα και αξιοσημείωτη δραματογραφία. Συνδετική μορφή του αγαιοπελαγίτικου και κωνσταντινοπολίτικου θεάτρου του 17ου αιώνα ήταν ο Χιώτης Δομίνικος Μαυρίκιος (1580-1665), που έδρασε ως το 1627 στην Πόλη και από το 1630 ως το θάνατό του ήταν ηγούμενος της μονής του Αγίου Αντωνίου[1].

Πρώτα δείγματα θεατροειδούς δραστηριότητας στην Πόλη βρίσκουμε στις πομπές της Αγίας Δωρεάς το 1612,μια περιφορά φάτνης το 1614, μια παράσταση για το Επτά Παίδες Μακκαβαίους.[2] Το 1623 ανέβηκε μια σημαδιακή παράσταση άγνωστου έργου για την παιδική ηλικία του Αγίου Χρυσόστομου στην εκκλησία του Αγίου Βενέδικτου, παρουσία ξένων διπλωματών και με πρωταγωνιστή τον μικρό γιο του Γάλλου πρέσβη[3]. Άλλα τεκμήρια μας οδηγούν στα χρόνια 1665/66 και στον ανταγωνισμό με τους Καπουκίνους, παραστάσεις που, ίσως, ήταν στα γαλλικά.[4] Αυτές οι παραστάσεις πρέπει να ιδωθούν και σε σχέση με τις παραστάσεις που δόθηκαν στη γαλλική πρεσβεία, το 1673[5].

                                                                  Πομπή Αγίας Δωρεάς

Πολύ σημαντικό κέντρο είναι η Χίος, από την οποία σώζονται συνολικά επτά ελληνικά δράματα του σχολικού θρησκευτικού θεάτρου, τρία από τη γραφίδα του Μιχαήλ Βεστάρχη (μεταξύ 1642 και 1662),[6] ένα για τα Εισόδια της Θεοτόκου με τις προρρήσεις των προφητών, ένα άλλο για τα Πάθη του Χριστού, και ένα τρίτο για τον Ελεάζαρο και τους Επτά παίδες Μακκαβαίους[7]. Ένα άλλο θρησκευτικό δράμα για τους Τρεις Παίδες εν Καμίνω σώζεται από τον Γρηγόριο Κονταράτο και ένα άλλο Δράμα περί του γεννηθέντος τυφλού από τον Γαβριήλ Προσοψά, μαθητή του Βεστάρχη[8]. Σημειωτέον, ο Βεστάρχης, απόφοιτος του ιησουτικού κολεγίου στη Χίο, παρέμεινε ορθόδοξος ιεροκήρυκας και εισήγαγε το σχολικό θέατρο των καθολικών ταγμάτων στα ορθόδοξα φροντιστήρια που δίδασκε. Άλλα δύο δραματικά θρησκευτικά έργα, ένας Δαβίδ, αγνώστου συγγραφέως (ίσως του Στανίσλαου Βελάστη) ανήκει στα φρακοχιώτικα σε λατινική γραφή, πιθανώς ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα[9], όπως και ένα ανολοκλήρωτο έργο για το μαρτύριο του Αγίου Ισιδώρου, του προστάτη της Χίου από ανώνυμο δραματουργό.[10]Οι ειδήσεις για θεατρικές παραστάσεις, ωστόσο, δεν είναι πολλές: παραστάσεις έγιναν το 1642 και διαλογικές απαγγελίες παιδιών στην εκκλησία, στο χρονικό διάστημα 1740-44. Πάντως δεν υπάρχει αμφιβολία, πως και τα επτά χιώτικα δραματικά έργα, που σώζονται, προορίζονται για θεατρική παράσταση.

Άλλο σημαντικό κέντρο θεατρικής δραστηριότητας είναι η Νάξος. Ήδη ένα χρόνο μετά την ίδρυση του ιησουιτικού κολεγίου στο νησί το 1627[11] έγινε μια θεατρική παράσταση στο δουκικό παρεκκλήσιο της capella Casazza με θέμα il peccato reconvertito(ο μετανοημένος αμαρτωλός) παρουσία των τουρκικών αρχών.[12] Ο Γάλλος ηγούμενος της μονής Mathieu Hardy αναφέρει στην έκθεσή του προς εμπόρους της Rouen το 1643, οι οποίοι στήριξαν τη μονή οικονομικά, πως έγιναν και άλλες θεατροειδείς εκδηλώσεις, απαγγελίες, συμβολικές αναπαραστάσεις κτλ.[13] με πολλές και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.[14] Αυτή η δραστηριότητα, μάλιστα, έγινε και σε ανταγωνισμό με τους Καπουκίνους στο ίδιο νησί.[15] Υπάρχουν πολλές περιγραφές για τις εορταστικές πομπές και παραστατικές εκδηλώσεις ανήμερα της Αγίας Δωρεάς. Ωστόσο, μία θεατρική παράσταση, πολύ αργότερα, στις 19 Δεκεμβρίου 1723, μπορεί να τεκμηριωθεί με λεπτομέρειες· από καθηγητές του κολεγίου και τέως μαθητές της καθολικής κοινότητας της νήσου‧ πρόκειται για την ανώνυμη πεντάπρακτη Τραγέδια του Αγίου Δημητρίου, έργο που σώζεται ολόκληρο (μάλιστα με κωμικά ιντερμέδια, που δανείζονται σκηνές από τον Κατσούρμπο του Χορτάτση),[16]Χάρη στις άοκνες αναζητήσεις της Γωγώς Βαρζελιώτη γνωρίζουμε και την ταυτότητα των ηθοποιών που συμμετείχαν στην παράσταση αυτή.[17] Από τη Νάξο σώζεται, κάπως αποσπασματικά, και ένα χριστουγεννιάτικο έργο για τον Ηρώδη και τη σφαγή των νηπίων, σε πεζό λόγο και με άπειρες ιταλικές και λατινικές σκηνικές οδηγίες (χρονολογείται κάπου ανάμεσα σε 1650-1750),[18]ίσως ένα προσχέδιο μιας μετάφρασης από τα λατινικά, καθώς ένας μικρός ρόλος από έργο για το μαρτύριο του Αγίου Γεωργίου.[19]Σκόρπιες ειδήσεις για θεατροειδείς δραστηριότητες υπάρχουν και από άλλα νησιά.[20]

 

Β) Η ορθόδοξη δραματογραφία και οι κληρικές σάτιρες, καθώς και οι κοσμικές παρωδίες των Φαναριωτών στην Κωνσταντινούπολη και το Βουκουρέστι από τα τέλη του 17ου αιώνα έως το 1821 διαγράφουν τρόπον τινά τον αυτόχθονο δρόμο της Ορθοδοξίας προς το θέατρο[21], όπως, δευτερευόντως, και το δρόμο των Φαναριωτών από τις μεταφράσεις στην πρωτότυπη δραματογραφία. Αυτές οι εξελίξεις πραγματοποιούνται μακριά από τη σκηνή και κινούνται, κατά το πλείστον, στη μορφή της διαλογικής σάτιρας.[22] Έως το 1785, αυτά τα κείμενα αφορούν μόνο τους κύκλους του κλήρου. Ξεχωριστή θέση έχουν οι δύο αρχαίες τραγωδίες του Ζαχαρία Καραντινού εξ Αιτωλίας, μαθητή του Ευγένιου Γιαννούλη, από τις τάξεις των κληρικών λογίων της Τουρκοκρατίας, Δόμνα (μετά το 1714) για τον αποκεφαλισμό του βοεβόδα της Βλαχίας Κωνσταντίνο Brâncoveanu στην Κωνσταντινούπολη τον Αύγουστο του 1714, και το βιβλικό Άβελ, δύο έμμετρες διαλογικές συνθέσεις σε μορφή κέντρωνα, με έμμεσο πρότυπο τον Χριστό πάσχοντα αντλώντας χωρία από αρχαίες τραγωδίες.[23]

                                                                 Κωνσταντίνος Brâncoveanu

Στις κληρικές σάτιρες, την αρχή κάνει Το αχούρι (Βουκουρέστι 1692), διαλογικός λίβελλος του ιερομονάχου Νεοφύτου σε πολιτικό στίχο, ενάντια σε κάποιον Κύριλλο. Και περνάμε στην πεντάπρακτη σάτιρα σε πεζό λόγο Έργα και καμώματα του μιαρού ψευδοασκητού Αυξεντίου του εν τω Κατιρλίω και των ασεβεστάτων και αθέων εκείνου μαθητών, οπαδών και διδασκάλων ή Αυξεντιανός μετανοημένος, εκτενέστατη «κωμωδία» για έναν τοπικό «άγιο» μοναχό, θαυματοποιό και προφήτη στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης στα μέσα του 18ου αιώνα, με στημένα θαύματα και «μαύρο» χρήμα και πολλές λεπτομέρειες για τον ορθόδοξο κόσμο στο Βόσπορο, που γράφτηκε το 1752, πιθανώς από τον Πατριάρχη Καλλίνικο Γ΄, στα πλαίσια των θεολογικών ερίδων γύρω από το θέμα των αναβαπτιστών, έργο που μαρτυρεί, πλέον, γνώση της δραματικής γραφής.[24]Από το έργο υπάρχουν πέντε χειρόγραφα, πράγμα που μαρτυρεί μια αρκετά μεγάλη διάδοση. Για το ίδιο θέμα υφίσταται και μια έμμετρη, πιο σύντομη εκδοχή (1755): Κωμωδία αληθών συμβάντων εν Κωνσταντινουπόλει το ‘αψνε’ω έτει[25].

Οι κοσμικές φαναριώτικες σάτιρες εμφανίζονται μόλις προς το τέλος του 18ου αιώνα: Αλεξανδροβόδας ο ασυνείδητος του Γεωργίου Ν. Σούτσου (1785), μια τρίπρακτη πεζή κωμωδία για τον δραγουμάνο της Υψηλής Πύλης, Αλέξανδρο Μαυκορδάτο, ηγεμόνα της Μολδαβίας 1785-86, που δραπέτευσε ύστερα στη Ρωσία (φιραρής). Το κείμενο υπάρχει σε τέσσερα χειρόγραφα και όλοι οι σκηνικοί χαρακτήρες είναι ιστορικά υπαρκτά πρόσωπα.[26]Ανολοκλήρωτο βρέθηκε Το σαγανάκι της τρέλλας, δραματόμορφος λίβελλος ενάντια στον ηγεμόνα της Βλαχίας Νικόλαο Μαυρογένη (1786-90), ο οποίος δεν ανήκε στην τάξη των Φαναριωτών και ήταν εχθρός τους, που προσγράφηκε από την εκδότρια στον Ρήγα Βελεστινλή.[27] Για ενδοκειμενικούς λόγους πρέπει να έχει γραφεί κατά τον Μάιο ή Ιούνιο του 1786 και πρόκειται, ίσως, για ένα πρώτο σχεδιάγραμμα μιας πιο μεγάλης σάτιρας (πιθανώς τρίπρακτης, ενώ το κείμενο τελειώνει στη μέση της Β΄ πράξης).

Ίσως από τη γραφή κληρικού είναι η μονόπρακτη σάτιρα ενάντια στη ασυδοσία και πλεονεξία των Μπογιάρων στη Βλαχία, Ο χαρακτήρ της Βλαχίας (γύρω στα 1800)[28], ενώ η έμμετρη ηθικολογική αντιβολταιρική σάτιρα Επάνοδος, ήτοι Το φανάρι του Διογένους (γραφή ca. 1809, πρώτη έκδοση ανώνυμη και χωρίς τόπο 1816), είναι με βεβαιότητα από κληρικό, γιατί σατιρίζεται ο αθεϊσμός, ο Βολταίρος, οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και η φαυλοκρατία των Φαναριωτών και του δυτικού κόσμου (ο αρχαίος φιλόσοφος, ψάχνοντας τον άνθρωπο, επισκέπτεται το Παρίσι, την Ισπανία και το Λονδίνο. Από τη δίπρακτη κωμωδία λείπει μάλλον μια τρίτη πράξη)[29]. Η σάτιρα αυτή ήταν πολυδιαβασμένη και μετρά στον 19ο αιώνα έξι εκδόσεις και σώζεται σε τρία χειρόγραφα[30]. Κοινωνιοκριτικές σάτιρες είναι και [Τα αγγούρια του Γενεράλη] (ca. 1818), ανώνυμη, άτιτλη, σύντομη τρίπρακτη σάτιρα σε πεζό λόγο, μάλλον ένα πρώτο σκίτσο, πάλι ενάντια στις ανώτερες τάξεις του Βουκουρεστίου.[31]

Πιο ειδικευμένα, ενάντια στους γιατρούς της βλαχικής πρωτεύουσας (επίσης ενάντια στο Βολταίρο και τον μεσμερισμό στρέφεται η τρίπρακτη σάτιρα Κωμωδία νέα της Βλαχίας (1820) όπως τα «σκέλεθρα» των αδικοχαμένων αρρώστων, που διενεργούν στον Άδη μια δίκη ενάντια στους γιατρούς του Βουκουρεστίου, τους οποίους διευθύνει ο Δίας με εμπειρογνώμονες τον Ασκληπιό και τον Ιπποκράτη· οι γιατροί καταδικάζονται και τους αφαιρούνται τα διπλώματά τους.[32] Αυτή η μορφή της δραματικής σατιρογραφίας στο ύφος των Φαναριωτών συνεχίζεται και μετά την επανάσταση.

 

 

 

Βάλτερ Πούχνερ

 

 

[1]Με όλη τη σχετική βιβλιογραφία W. Puchner, Griechisches Schuldrama und religiöses Barocktheater im ägäischen Raum zur Zeit der Türkenherrschaft (1580-1750), Wien, Österreichische Akademie der Wissenschaften 1999 (phil.-histor. Klasse, Denkschriften 277). Εποπτειακά W. Puchner, “Jesuit Theatre on the Islands of the Aegean Sea”, Journal of Modern Greek Studies 21 (2003), σ. 207-222. Για τον Μαυρίκιο και τη σχέση του με το θέατρο βλ. Β. Πούχνερ, «Ματθαίος Κιγάλας και Δομήνικος Μαυρίκιος: μια συνάντηση (Λευκωσία 1627) σημαδιακή για την ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου», Πρακτικά του Γ΄ Διεθνούς Κυπρολογκού Συνεδρίου, Λευκωσία 2001, σ. 62-82.
[2]Β. Πούχνερ, «Νέες ειδήσεις για θεατρικές παραστάσεις των Ιησουϊτών στην Κωνσταντινούπολη 1614/15», Θησαυρίσματα 28 (Βενετία 1998), σ. 349-355.
[3]Β. Πούχνερ, «Θεατρική παράσταση στην Κωνσταντινούπολη το 1623 με έργο για τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο», Θησαυρίσματα 24 (Βενετία 1994), σ. 235-262 (Ανιχνεύοντας τη θεατρική παράδοση, Αθήνα 1995, σ. 197-240.
[4]Αντίθετη άποψη στον Μ. Ρ. Ρούσσο-Μηλιδώνη, Φραγκισκανοί-Καπουκίνοι. 400 Χρόνια Προσφορά στους Έλληνες 1585-1995, Αθήνα 1996, σ. 69 εξ.
[5]Βλ. γενικά Β.Πούχνερ, «Ελληνικές παραστάσεις του θρησκευτικού θεάτρου στην Κωνσταντινούπολη και το τουρκοκρατούμενο Αιγαίο (1600-1750)», Διάλογοι και διαλογισμοί, Αθήνα 2000, σ. 15-60.
[6] Για τη βιογραφία του, Θ. Παπαδόπουλος, Β. Πούχνερ, «Νέα στοιχεία για τον Χιώτη ιερέα και δραματουργό Μιχαήλ Βεστάρχη (†1662)», Παράβασις 3 (1998), σ. 63-122.
[7]Κριτική έκδοση Μ. Ι. Μανούσακας, Β. Πούχνερ, Ανέκδοτα στιχουργήματα του θρησκευτικού θεάτρου του ΙΖ΄ αιώνα, έργα των ορθοδόξων Χίων κληρικών Μιχ. Βεστάρχη, Γρηγ. Κονταράτου, Γαβρ. Προσοψά, έκδοση κριτική με εισαγωγή, σχόλια και ευρετήρια, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών 2000.
[8]Μανούσακας/Πούχνερ, ό. π.
[9]Θ. Ι. Παπαδόπουλος, Αγνώστου Χίου Ποιητή Δαβίδ. Ανέκδοτο διαλογικό στιχούργημα, Αθήνα 1979. Για τις σκηνικές οδηγίες στα ιταλικά και μερικά λατινικά βλ. W. Puchner, “Italienische Bühnenanweisungen in griechischen Jesuitendramen auf den Ägäisinseln zur Zeit der Gegenrefomation”, Rivista di Studi Bizantini e Neoellenici n. s. 32 (1995), σ. 211- 231.
[10]Β. Πούχνερ, «Προσχέδιο θρησκευτικού δράματος αγνώστου Χίου ποιητή για τον Άγιο Ισίδωρο την εποχή της Αντιμεταρρύθμισης. Κριτική έκδοση με Εισαγωγή, Σημειώσεις και Γλωσσάριο», Θησαυρίσματα 28 (Βενετία 1998), σ. 357-431.
[11]Μ. Ν. Ρούσσος-Μηλιδώνης, Ιησουΐτες στον ελληνικό χώρο (1560-1915), Αθήνα 2992, σ. 151 εξ.
[12]Βλ. και Β. Πούχνερ, «Ιησουϊτικό θέατρο στο Αιγαίο του 17ου αιώνα», Ελληνική Θεατρολογία, Αθήνα 1988, σ. 299-237, ιδίως σ. 308-311.
[13]Α. Α. V. Laurent, “La mission des Jésuites à Naxos de 1627 à 1643”, Échos d’Orient 33 (1934),σ. 218-226, σ. 354-375, 34 (1935),σ. 97-105, σ. 179-204, σ. 350-367, σ. 472-481.
[14]Bλ. Πούχνερ, «Θεατρολογικά, εκκλησιαστικά και λαογραφικά της παλιάς Νάξου», Κείμενα και αντικείμενα, Aθήνα 1997, σ. 149-197.
[15]Βλ. τα παράπονα του Καπουκίνων για τη δραστηριότητα των Ιησουιτών στο νησί στο Π. Ζερλέντης, Ιστορικά σημειώματα εκ του βιβλίου των εν Νάξω Καπουκίνων 1649-1713, εν Ερμουπόλει 1922.
[16]Κριτική έκδοση του κειμένου Ν. Μ. Παναγιωτάκης, Β. Πούχνερ, Η Τραγέδια του Αγίου Δημητρίου. Θρησκευτικό δράμα με κωμικά ιντερμέδια, αγνώστου ποιητή, που παραστάθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 1723 στη Ναξία, Κριτική έκδοση με εισαγωγή, σημειώσεις και γλωσσάρια, Ηράκλειο 2000.
[17]Γ. Βαρζελιώτη, Β. Πούχνερ, «Αναστηλώνοντας μια θεατρική παράσταση: η παράσταση του ‘Αγίου Δημητρίου’ στις 29 Δεκεμβρίου 1723 στη Νάξο και οι συντελεστές της», Παράβασις 3 (2000), σ. 123-166.
[18] Β. Πούχνερ, Ηρώδης ήΗ σφαγή των νηπίων. Χριστουγεννιάτικο θρησκευτικό δράμα αγνώστου ποιητή σε πεζό λόγο από τον χώρο των Κυκλάδων, την εποχή της Αντιμεταρρύθμισης. Κριτική έκδοση με εισαγωγή, σημειώσεις και γλωσσάριο, Αθήνα 1988. (Παράβασις, κείμενα 1).
[19]Δεν έχει ακόμα εκδοθεί.
[20] Γ. Βαρζελιώτη, Β. Πούχνερ, «Νέες ειδήσεις για (παρα)θεατρικές εκδηλώσεις των καθολικών ταγμάτων στον αιγαιοπελαγίτικο χώρο την εποχή της Αντιμεταρρύθμισης. Παραλειπόμενα για σχολικές παραστάσεις και παρασταστικές λιτανείες”, Παράβασις 6 (2005), σ. 17-42.
[21]W. Puchner, “DerWegdergriechischenOrthodoxiezumTheater. Die altgriechischen Tragödien Domna (nach 1714) und Abel von Zacharias Karantinos aus Ätolien”, Parabasis 17.1 (2022), ΣΕΛΙΔΕΣ …
[22] W. Puchner, “Satirische Dialoge in dramatischer Form aus dem Phanar und den transdanubischen Fürstentümern 1690-1820”, Beiträge zur Theaterwissenschaft Südosteuropas und des mediterranen Raums, τ. 2, Wien/Köln/Weimar 2007,σ. 115-132, τουίδιου, «Κληρικέςκαιφαναριώτικεςσάτιρεςτουελληνικούπροεπαναστατικούθεάτρου (1690-1820)», Σταθμίσειςκαιζυγίσματα, Αθήνα 2006, σ. 127-156.
[23] Βλ. τώρα την κριτική έκδοση: Ζαχαρίου Καραντινού, Αρχαιοελληνικές Τραγωδίες. Κριτική έκδοση. Με εισαγωγή, σημειώσεις και νεοελληνική μετάφραση. Μ. Παπαθωμόπουλος [†], Β. Πούχνερ, Ι. Πολέμης, Δ. Σταμάτης, Αθήνα 2022.
[24]Έκδοση του Ι. Βιβιλάκη, Αυξεντιανός μετανοημένος (1752).Φιλολογική έκδοση. Εισαγωγή – Σχόλια – Γλωσσάριο Ιωσήφ Βιβιλάκης, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών 2010 (Κείμενα και μνημεία του ελληνικού προεπαναστατικού θεάτρου, τ. 5).
[25]Βλ. και Ε. Σκουβαράς, «Στηλιτευτικά κείμενα του ΙΗ΄ αιώνος (κατά των αναβαπτιστών)», ByzantinischneugriechischeJahrbücher29 (1970), σ. 59-227, ιδίως σ.182-193.
[26] Έκδοση του Δ. Σπάθη: Γεώργιος Ν. Σούσος, Αλεξανδροβόδας ο ασυνείδητος. Κωμωδία συντεθείσα εν έτει ‘αψπε’: 1785. Σχολιασμένη έκδοση και συνοδευτική μελέτη: “Φαναριώτικη κοινωνία και σάτιρα”, Αθήνα 1995.
[27]Η πιο ικανοποιητική έκδοση ως τώρα L. BradChisacof, Ρήγας. Ανέκδοτα κείμενα, Αθήνα 2011.
[28] Νεότερη έκδοση του Β. Πούχνερ, Κοινωνικές σάτιρες στο ελληνικό προεπαναστατικό θέατρο (1800-1820), “Κωμωδία νέα της Βλαχίας”, [Τα αγγούρια του Γενεράλη], “Ο χαρακτήρ της Βλαχίας”, Αθήνα 2014, σ. 203-281.
[29]Η απόδοση του έργου στον Αγάπο Χαπίπη παραμένει υποθετική. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, «Βιογραφικά του Αγαπίου Χαπίπη»,Προσφορά εις Στίλπωνα Κυριακίδην, Θεσσαλονίκη 1953, σ. 168-182 (Ιστορικά Φροντίσματα. Α΄. Ο Διαφωτισμός και το κορύφωμά του, Αθήνα 1992, σ. 103-112, σ. 276-279). Βλ. Β. Πούχνερ, «Φιλοσοφική και μισογυνική σάτιρα στο ελληνικό προεπαναστατικό θέατρο. Επάνοδος, ήτοι Το φανάρι του Διογένους», Παράβασις 6 (2005), σ. 307-334 (με την παλαιότερη βιβλιογραφία).
[30]Νεότερη έκδοση τώρα από τον Β. Πούχνερ, Μυθολογικές και φιλοσοφικές σάτιρες στο ελληνικό προεπαναστατικό θέατρο (αρχές του 19ου αιώνα). «Κωμωδία του μήλου της έριδος», «Επάνοδος, ήτοι Το φανάρι του Διογένους», Φιλοσοφική έκδοση, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών 2004 (Κείμενα και μνημεία του ελληνικού προεπαναστικού θεάτρου, τόμος 1), σ. 103-155.
[31]Κοινωνικές σάτιρες, ό. π., σ. 105-201.
[32]Βλ. Α. Ταμπάκη «Στη χορεία των αντιφιλοσόφων: Σάτιρα και κριτική της επιστήμης στα χρόνια του Διαφωτισμού», Μνήμη Άλκη Αγγέλου. Τα άφθονα σχήματα του παρελθόντος, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 437-450. Το κείμενο τώρα στο Κοινωνικές σάτιρες, ό. π., σ. 21-102. Βλ. και Β. Πούχνερ, Η μορφή του γιατρού στο νεοελληνικό θέατρο. Μια δραματολογική αναδρομή, Αθήνα 2004, σ. 89 εξ.

Βάλτερ Πούχνερ

Ο Βάλτερ Πούχνερ γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έχει ζήσει στην Ελλάδα. Είναι επίτιµος και οµότιµος καθηγητής Θεατρολογίας στο ΕΚΠΑ (ιδρυτής του Τµήµατος Θεατρικών Σπουδών µαζί µε τον Σ. Α. Ευαγγελάτο) και παρασηµοφορηµένο µέλος της Ακαδηµίας Επιστηµών της Αυστρίας. Επίσης, έχει διδάξει πολλά χρόνια στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης, καθώς και σε πολλά ευρωπαϊκά και αµερικανικά Πανεπιστήµια.

Έγραψε πάνω από 120 βιβλία στα ελληνικά, αγγλικά και γερµανικά και δηµοσίευσε περί τα 500 µελετήµατα και περισσότερες από 1.000 βιβλιοκρισίες, για θέµατα της ιστορίας του ελληνικού και του βαλκανικού θεάτρου, καθώς και περί ελληνικής και συγκριτικής λαογραφίας και νεοελληνικών σπουδών και περί της θεωρίας του θεάτρου και του δράµατος. Από πολύ νέος γράφει ποίηση (κυρίως στα ελληνικά) αλλά µόνο πρόσφατα άρχισε να δηµοσιοποιεί τα έργα του.

Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει περισσότερες από 20 ποιητικές συλλογές. (Ολοκάρπωση, Τελευταίες ειδήσεις, Αστροδρόμια, Η ηλικία της πλάνης, Ο κηπουρός της ερήμου, Οι θησαυροί της σκόνης, Κοντσέρτο για στιγμές και διάρκεια, Δώδεκα πεύκα κι ένας ευκάλυπτος, Μηνολόγιο του άγνωστου αιώνα, Πεντάδες, Το αναπάντεχο, Συνομιλίες στη χλόη, Το χώμα των λέξεων, Τα σημάδια του περάσματος, Τα δώρα, Ο κάλυκας του κρόκου, Υπνογραφίες, Αλάτι στον άνεμο, Η επιφάνεια του μυστηρίου, ο φωτεινός ίσκιος, κ.ά.)

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.