Το Επετειακό Συνέδριο για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή με θέμα «Το Κωνσταντινουπολίτικο και Μικρασιατικό Θέατρο έως το 1922. Συνέχειες και τομές στην Ελλάδα και στη Διασπορά μέχρι τον 21ο αιώνα», που οργανώνει το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών δικαίως αφιερώνεται στην ομότιμη καθηγήτρια και τέως πρόεδρο του Τμήματος Χρυσόθεμη Σταματοπούλου-Βασιλάκου, η οποία έχει αφιερώσει ένα σημαντικό μέρος της πολυσχιδούς ερευνητικής της βιβλιογραφίας στο θέμα του ελληνικού θεάτρου στη Διασπορά. Αναφέρω εδώ ενδεικτικά μόνο το δίτομο μνημειώδες έργο της Το ελληνικό θέατρο στην Κωνσταντινούπολη το 19ο αιώνα, Αθήνα 1994/96, που ανέτρεψε οριστικά το αθηνοκεντρικό σχήμα της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου, το οποίο είχε καθιερώσει ο Γιάννης Σιδέρης, αποδεικνύοντας ότι η Πόλη ήταν το πιο σημαντικό θεατρικό κέντρο του ελληνικού θεάτρου κατά το 19ο αιώνα, τον τόμο Το θέατρο στην καθ’ ημάς Ανατολή: Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη, Αθήνα 2006, και τα κατατοπιστικά άρθρα της “Greek Theaterin Southeast Europe and the Eastern Mediterranean from 1810 to 1961”, Journal of Modern Greek Studies 27/2 (1997) σ. 267-284, “The Greek Communities in the Balkans and Asia Minor and Their Theatrical Activity 1800-1922”, Études Helléniques/ Hellenic Studies 16/2 (2008) σ. 39-64 και «Σμυρναϊκή δραματουργία. Πρωτότυπες θεατρικές εκδόσεις στη Σμύρνη το 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 16 (2009) σ. 211-286.

Η δική μου συμβολή στο θέμα του συνεδρίου εστιάζει στη «μεγάλη εικόνα», τη συνεχή διαχρονική παρουσία του ελληνόφωνου θεάτρου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1600 έως τη διάλυσή της μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αποτελεί, δηλαδή, μια συνοπτική εποπτεία των δεδομένων της θεατρικής δραστηριότητας σε μορφή οργάνωσης σκηνικών παραστάσεων και συγγραφής ή και έκδοσης δραματικών έργων. Βασίζεται στη γερμανική μου μονογραφία Hellenophones Theater im Osmanischen Reich (1600-1923). Zur Geschichte und Geographie einergeduldeten Tätigkeit, Wien/Berlin 2012, όπου είναι συγκεντρωμένη όλη η σχετική τεκμηρίωση από τις πηγές και η βιβλιογραφία. Οι έρευνες των προηγούμενων δεκαετιών για την προεπαναστατική ιστορία του ελληνικού θεάτρου έχει ανατρέψει τη γενικευτική εικόνα, ότι, κατά την Τουρκοκρατία, δεν υπήρχε καθόλου θεατρική δραστηριότητα των ελληνόφωνων πληθυσμών (βλ. τώρα W. Puchner, Greek Theatre between Antiquity and Independence. A History of Reinvention from the Third Century BC to 1830, Cambridge Univ. Press 2017, 2021).
Τα πραγματολογικά δεδομένα μπορούν να διαχωριστούν στους εξής θεματολογικούς κύκλους: την αρχή κάνουν α) οι θεατρικές παραστάσεις της Αντιμεταρρύθμισης και το σχολικό δράμα των Ιησουιτών στην Κωνσταντινούπολη, τη Χίο και τη Νάξο, περίπου από το 1600 ως το 1750·β) η ορθόδοξη δραματογραφία και οι κληρικές σάτιρες, καθώς και οι κοσμικές των Φαναριωτών στην Κωνσταντινούπολη και το Βουκουρέστι από τα τέλη του 17ου αιώνα έως το 1821·γ) η πρόσληψη του όψιμου Διαφωτισμού, του Ροκοκό, τον Σεντιμενταλισμού και του πρώιμου Ρομαντισμού από θεατρικές μεταφράσεις στους κύκλους των Φαναριωτών από το 1740 έως την Επανάσταση δ) το πολιτικό θέατρο του Αγώνα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και την Κωνσταντινούπολη, και ε) στον μακρύ 19ο αιώνα η ελληνική δραματογραφία και οι θεατρικές παραστάσεις, ερασιτεχνικές και επαγγελματικές, στην Πόλη, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, και προς το τέλος του αιώνα και σε άλλες βαλκανικές και μικρασιατικές πόλεις, την Κρήτη και την Κύπρο. Από την επισκόπηση αποκλείστηκαν τα Επτάνησα, η Οδησσός, η Κριμαία και τα λιμάνια του Εύξεινου Πόντου, ο Καύκασος και η Γεωργία, καθώς και οι μεγάλες βαλκανικές πόλεις μετά από την απόσχισή τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Α) Ο αιγαιοπελαγίτικος χώρος ενσωματώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1566, εξαιτίας της γαλλικής και γενουατικής αριστοκρατίας. Από την εποχή της Λατινοκρατίας διατηρούσε, όμως, κάποια προνόμια και μερική διοικητική αυτονομία, που διευκόλυνε τη θεατρική δραστηριότητα του θρησκευτικού σχολικού θεάτρου στα νησιά, ενώ η γαλλική αποστολή των Ιησουιτών ίδρυσε το 1609 στον Άγιο Βενέδικτο του Γαλατά μια μονή και σχολή, που οργάνωνε κανονικές θεατρικές παραστάσεις στην Πόλη. Αυτή η μονή ίδρυσε θυγατρικές μονές στη Σμύρνη, στη Νάξο κι αλλού στον αιγαιοπελαγίτικο χώρο. Διαφορετική ήταν η περίπτωση της Χίου, όπου η ιταλική αποστολή δεν χρησιμοποίησε φραγκοπαπάδες αλλά ντόπιους, και ίδρυσε το 1594 τη μονή του Αγίου Αντωνίου (του εξωμερίτη) με σημαντική θεατρική δραστηριότητα και αξιοσημείωτη δραματογραφία. Συνδετική μορφή του αγαιοπελαγίτικου και κωνσταντινοπολίτικου θεάτρου του 17ου αιώνα ήταν ο Χιώτης Δομίνικος Μαυρίκιος (1580-1665), που έδρασε ως το 1627 στην Πόλη και από το 1630 ως το θάνατό του ήταν ηγούμενος της μονής του Αγίου Αντωνίου[1].

Πρώτα δείγματα θεατροειδούς δραστηριότητας στην Πόλη βρίσκουμε στις πομπές της Αγίας Δωρεάς το 1612,μια περιφορά φάτνης το 1614, μια παράσταση για το Επτά Παίδες Μακκαβαίους.[2] Το 1623 ανέβηκε μια σημαδιακή παράσταση άγνωστου έργου για την παιδική ηλικία του Αγίου Χρυσόστομου στην εκκλησία του Αγίου Βενέδικτου, παρουσία ξένων διπλωματών και με πρωταγωνιστή τον μικρό γιο του Γάλλου πρέσβη[3]. Άλλα τεκμήρια μας οδηγούν στα χρόνια 1665/66 και στον ανταγωνισμό με τους Καπουκίνους, παραστάσεις που, ίσως, ήταν στα γαλλικά.[4] Αυτές οι παραστάσεις πρέπει να ιδωθούν και σε σχέση με τις παραστάσεις που δόθηκαν στη γαλλική πρεσβεία, το 1673[5].

Πομπή Αγίας Δωρεάς
Πολύ σημαντικό κέντρο είναι η Χίος, από την οποία σώζονται συνολικά επτά ελληνικά δράματα του σχολικού θρησκευτικού θεάτρου, τρία από τη γραφίδα του Μιχαήλ Βεστάρχη (μεταξύ 1642 και 1662),[6] ένα για τα Εισόδια της Θεοτόκου με τις προρρήσεις των προφητών, ένα άλλο για τα Πάθη του Χριστού, και ένα τρίτο για τον Ελεάζαρο και τους Επτά παίδες Μακκαβαίους[7]. Ένα άλλο θρησκευτικό δράμα για τους Τρεις Παίδες εν Καμίνω σώζεται από τον Γρηγόριο Κονταράτο και ένα άλλο Δράμα περί του γεννηθέντος τυφλού από τον Γαβριήλ Προσοψά, μαθητή του Βεστάρχη[8]. Σημειωτέον, ο Βεστάρχης, απόφοιτος του ιησουτικού κολεγίου στη Χίο, παρέμεινε ορθόδοξος ιεροκήρυκας και εισήγαγε το σχολικό θέατρο των καθολικών ταγμάτων στα ορθόδοξα φροντιστήρια που δίδασκε. Άλλα δύο δραματικά θρησκευτικά έργα, ένας Δαβίδ, αγνώστου συγγραφέως (ίσως του Στανίσλαου Βελάστη) ανήκει στα φρακοχιώτικα σε λατινική γραφή, πιθανώς ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα[9], όπως και ένα ανολοκλήρωτο έργο για το μαρτύριο του Αγίου Ισιδώρου, του προστάτη της Χίου από ανώνυμο δραματουργό.[10]Οι ειδήσεις για θεατρικές παραστάσεις, ωστόσο, δεν είναι πολλές: παραστάσεις έγιναν το 1642 και διαλογικές απαγγελίες παιδιών στην εκκλησία, στο χρονικό διάστημα 1740-44. Πάντως δεν υπάρχει αμφιβολία, πως και τα επτά χιώτικα δραματικά έργα, που σώζονται, προορίζονται για θεατρική παράσταση.

Άλλο σημαντικό κέντρο θεατρικής δραστηριότητας είναι η Νάξος. Ήδη ένα χρόνο μετά την ίδρυση του ιησουιτικού κολεγίου στο νησί το 1627[11] έγινε μια θεατρική παράσταση στο δουκικό παρεκκλήσιο της capella Casazza με θέμα il peccato reconvertito(ο μετανοημένος αμαρτωλός) παρουσία των τουρκικών αρχών.[12] Ο Γάλλος ηγούμενος της μονής Mathieu Hardy αναφέρει στην έκθεσή του προς εμπόρους της Rouen το 1643, οι οποίοι στήριξαν τη μονή οικονομικά, πως έγιναν και άλλες θεατροειδείς εκδηλώσεις, απαγγελίες, συμβολικές αναπαραστάσεις κτλ.[13] με πολλές και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.[14] Αυτή η δραστηριότητα, μάλιστα, έγινε και σε ανταγωνισμό με τους Καπουκίνους στο ίδιο νησί.[15] Υπάρχουν πολλές περιγραφές για τις εορταστικές πομπές και παραστατικές εκδηλώσεις ανήμερα της Αγίας Δωρεάς. Ωστόσο, μία θεατρική παράσταση, πολύ αργότερα, στις 19 Δεκεμβρίου 1723, μπορεί να τεκμηριωθεί με λεπτομέρειες· από καθηγητές του κολεγίου και τέως μαθητές της καθολικής κοινότητας της νήσου‧ πρόκειται για την ανώνυμη πεντάπρακτη Τραγέδια του Αγίου Δημητρίου, έργο που σώζεται ολόκληρο (μάλιστα με κωμικά ιντερμέδια, που δανείζονται σκηνές από τον Κατσούρμπο του Χορτάτση),[16]Χάρη στις άοκνες αναζητήσεις της Γωγώς Βαρζελιώτη γνωρίζουμε και την ταυτότητα των ηθοποιών που συμμετείχαν στην παράσταση αυτή.[17] Από τη Νάξο σώζεται, κάπως αποσπασματικά, και ένα χριστουγεννιάτικο έργο για τον Ηρώδη και τη σφαγή των νηπίων, σε πεζό λόγο και με άπειρες ιταλικές και λατινικές σκηνικές οδηγίες (χρονολογείται κάπου ανάμεσα σε 1650-1750),[18]ίσως ένα προσχέδιο μιας μετάφρασης από τα λατινικά, καθώς ένας μικρός ρόλος από έργο για το μαρτύριο του Αγίου Γεωργίου.[19]Σκόρπιες ειδήσεις για θεατροειδείς δραστηριότητες υπάρχουν και από άλλα νησιά.[20]

Β) Η ορθόδοξη δραματογραφία και οι κληρικές σάτιρες, καθώς και οι κοσμικές παρωδίες των Φαναριωτών στην Κωνσταντινούπολη και το Βουκουρέστι από τα τέλη του 17ου αιώνα έως το 1821 διαγράφουν τρόπον τινά τον αυτόχθονο δρόμο της Ορθοδοξίας προς το θέατρο[21], όπως, δευτερευόντως, και το δρόμο των Φαναριωτών από τις μεταφράσεις στην πρωτότυπη δραματογραφία. Αυτές οι εξελίξεις πραγματοποιούνται μακριά από τη σκηνή και κινούνται, κατά το πλείστον, στη μορφή της διαλογικής σάτιρας.[22] Έως το 1785, αυτά τα κείμενα αφορούν μόνο τους κύκλους του κλήρου. Ξεχωριστή θέση έχουν οι δύο αρχαίες τραγωδίες του Ζαχαρία Καραντινού εξ Αιτωλίας, μαθητή του Ευγένιου Γιαννούλη, από τις τάξεις των κληρικών λογίων της Τουρκοκρατίας, Δόμνα (μετά το 1714) για τον αποκεφαλισμό του βοεβόδα της Βλαχίας Κωνσταντίνο Brâncoveanu στην Κωνσταντινούπολη τον Αύγουστο του 1714, και το βιβλικό Άβελ, δύο έμμετρες διαλογικές συνθέσεις σε μορφή κέντρωνα, με έμμεσο πρότυπο τον Χριστό πάσχοντα αντλώντας χωρία από αρχαίες τραγωδίες.[23]

Κωνσταντίνος Brâncoveanu
Στις κληρικές σάτιρες, την αρχή κάνει Το αχούρι (Βουκουρέστι 1692), διαλογικός λίβελλος του ιερομονάχου Νεοφύτου σε πολιτικό στίχο, ενάντια σε κάποιον Κύριλλο. Και περνάμε στην πεντάπρακτη σάτιρα σε πεζό λόγο Έργα και καμώματα του μιαρού ψευδοασκητού Αυξεντίου του εν τω Κατιρλίω και των ασεβεστάτων και αθέων εκείνου μαθητών, οπαδών και διδασκάλων ή Αυξεντιανός μετανοημένος, εκτενέστατη «κωμωδία» για έναν τοπικό «άγιο» μοναχό, θαυματοποιό και προφήτη στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης στα μέσα του 18ου αιώνα, με στημένα θαύματα και «μαύρο» χρήμα και πολλές λεπτομέρειες για τον ορθόδοξο κόσμο στο Βόσπορο, που γράφτηκε το 1752, πιθανώς από τον Πατριάρχη Καλλίνικο Γ΄, στα πλαίσια των θεολογικών ερίδων γύρω από το θέμα των αναβαπτιστών, έργο που μαρτυρεί, πλέον, γνώση της δραματικής γραφής.[24]Από το έργο υπάρχουν πέντε χειρόγραφα, πράγμα που μαρτυρεί μια αρκετά μεγάλη διάδοση. Για το ίδιο θέμα υφίσταται και μια έμμετρη, πιο σύντομη εκδοχή (1755): Κωμωδία αληθών συμβάντων εν Κωνσταντινουπόλει το ‘αψνε’ω έτει[25].

Οι κοσμικές φαναριώτικες σάτιρες εμφανίζονται μόλις προς το τέλος του 18ου αιώνα: Αλεξανδροβόδας ο ασυνείδητος του Γεωργίου Ν. Σούτσου (1785), μια τρίπρακτη πεζή κωμωδία για τον δραγουμάνο της Υψηλής Πύλης, Αλέξανδρο Μαυκορδάτο, ηγεμόνα της Μολδαβίας 1785-86, που δραπέτευσε ύστερα στη Ρωσία (φιραρής). Το κείμενο υπάρχει σε τέσσερα χειρόγραφα και όλοι οι σκηνικοί χαρακτήρες είναι ιστορικά υπαρκτά πρόσωπα.[26]Ανολοκλήρωτο βρέθηκε Το σαγανάκι της τρέλλας, δραματόμορφος λίβελλος ενάντια στον ηγεμόνα της Βλαχίας Νικόλαο Μαυρογένη (1786-90), ο οποίος δεν ανήκε στην τάξη των Φαναριωτών και ήταν εχθρός τους, που προσγράφηκε από την εκδότρια στον Ρήγα Βελεστινλή.[27] Για ενδοκειμενικούς λόγους πρέπει να έχει γραφεί κατά τον Μάιο ή Ιούνιο του 1786 και πρόκειται, ίσως, για ένα πρώτο σχεδιάγραμμα μιας πιο μεγάλης σάτιρας (πιθανώς τρίπρακτης, ενώ το κείμενο τελειώνει στη μέση της Β΄ πράξης).
Ίσως από τη γραφή κληρικού είναι η μονόπρακτη σάτιρα ενάντια στη ασυδοσία και πλεονεξία των Μπογιάρων στη Βλαχία, Ο χαρακτήρ της Βλαχίας (γύρω στα 1800)[28], ενώ η έμμετρη ηθικολογική αντιβολταιρική σάτιρα Επάνοδος, ήτοι Το φανάρι του Διογένους (γραφή ca. 1809, πρώτη έκδοση ανώνυμη και χωρίς τόπο 1816), είναι με βεβαιότητα από κληρικό, γιατί σατιρίζεται ο αθεϊσμός, ο Βολταίρος, οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και η φαυλοκρατία των Φαναριωτών και του δυτικού κόσμου (ο αρχαίος φιλόσοφος, ψάχνοντας τον άνθρωπο, επισκέπτεται το Παρίσι, την Ισπανία και το Λονδίνο. Από τη δίπρακτη κωμωδία λείπει μάλλον μια τρίτη πράξη)[29]. Η σάτιρα αυτή ήταν πολυδιαβασμένη και μετρά στον 19ο αιώνα έξι εκδόσεις και σώζεται σε τρία χειρόγραφα[30]. Κοινωνιοκριτικές σάτιρες είναι και [Τα αγγούρια του Γενεράλη] (ca. 1818), ανώνυμη, άτιτλη, σύντομη τρίπρακτη σάτιρα σε πεζό λόγο, μάλλον ένα πρώτο σκίτσο, πάλι ενάντια στις ανώτερες τάξεις του Βουκουρεστίου.[31]

Πιο ειδικευμένα, ενάντια στους γιατρούς της βλαχικής πρωτεύουσας (επίσης ενάντια στο Βολταίρο και τον μεσμερισμό στρέφεται η τρίπρακτη σάτιρα Κωμωδία νέα της Βλαχίας (1820) όπως τα «σκέλεθρα» των αδικοχαμένων αρρώστων, που διενεργούν στον Άδη μια δίκη ενάντια στους γιατρούς του Βουκουρεστίου, τους οποίους διευθύνει ο Δίας με εμπειρογνώμονες τον Ασκληπιό και τον Ιπποκράτη· οι γιατροί καταδικάζονται και τους αφαιρούνται τα διπλώματά τους.[32] Αυτή η μορφή της δραματικής σατιρογραφίας στο ύφος των Φαναριωτών συνεχίζεται και μετά την επανάσταση.
Βάλτερ Πούχνερ
