Συνεχίζουμε τον κατάλογο των φυτών τού ελλαδικού χώρου με το απώτερο, από τους αρχαίους χρόνους, παρελθόν.
Ἡ κράνεια= η κρανιά (← μεσαιων. κρανέα ←κράνεια ). Ο καρπός της χρησίμευε ως τροφή χοίρων. Με αυτόν τάισε η Κίρκη τους συντρόφους τού Οδυσσέα όταν τους μεταμόρφωσε σε χοίρους. Με το ανθεκτικό δε και συγχρόνως ελαστικό ξύλο της κατασκεύαζαν δόρατα και τόξα.
Τὸ λάχανον= το λαχανικό, γενικά το χορταρικό. Ο Λουκιανός στον διάλογό του Φιλοψευδὴς ἢ Ἀπιστῶν επικρίνει για τα ψεύδη τους ποιητές αλλά και πόλεις και ολόκληρους λαούς . Και ως παράδειγμα αναφέρεται στους Αθηναίους που λένε (3):
τοὺς πρώτους ἀνθρώπους ἐκ τῆς Ἀττικῆς ἀναφῦναι καθάπερ τὰ λάχανα,[…]
ότι οι πρώτοι άνθρωποι ξεφύτρωσαν από την Αττική όπως τα λαχανικά, […]1
Ὁ λάθυρος= το λαθούρι (← μεσαιων. λαθούριον ← λαθύριον υποκοριστικό τού μεταγενέστερου λάθυρος ).
Τὸ λάπαθον= το λάπατο.
Ἡ λεύκη (← λευκός, λόγω του λευκού χρώματος των φύλλων)= η λεύκα. Ο Παυσανίας σημειώνει στα Ἠλειακά του (ΧΙV 2) : Τῆς δὲ λεύκης μόνης τοῖς ξύλοις ἐς τοῦ Διὸς τὰς θυσίας, καὶ ἀπ’ οὐδενὸς δένδρου τῶν ἄλλων, οἱ Ἠλεῖοι χρῆσθαι νομίζουσι,[…]
Οι Ηλείοι για τις θυσίες τού Δία συνηθίζουν να χρησιμοποιούν μόνο ξύλα λεύκας, και όχι κανενός δέντρου από τα άλλα, […]
Ὁ,ἡ λύγος= η λυγαριά (←μεσαιων. λυγαρέα). Στη ραψωδία ι της Ὀδύσσειας ο Οδυσσέας διηγείται τι επινόησε μετά την τύφλωση του Πολύφημου για να βγει με τους συντρόφους του από τη σπηλιά του. Είχε, λέει, ο Κύκλωπας κριάρια παχουλά, μεγάλα με σκοτεινόχρωμο μαλλί ⸺ και συνεχίζει ( στ. 427-428):
τοὺς ἀκέων συνέεργον ἐυστρεφέεσσι λύγοισιν,
τῇς ἔπι Κύκλωψ εὗδε πέλωρ ἀθεμίστια εἰδώς,
[…]
αυτά αθόρυβα τα έδενα με κλάδους λυγαριάς καλοστριμμένους,
που πάνω τους ο Κύκλωπας κοιμόταν ο πελώριος, των άδικων ο γνώστης,
[…]
Τὸ λίνον= το λινάρι. Απαντά ήδη στη Μυκηναϊκή Γραμμική Γραφή Β με τον τύπο ri-no. Χώρα προέλευσής του ήταν η Μεσοποταμία, απ’ όπου διαδόθηκε με την εξάπλωση της νεολιθικής γεωργικής τεχνολογίας. Το λινάρι εγκλιματίστηκε στην Ελλάδα σε πολλές περιοχές, στη Θράκη, τη Μακεδονία, την Κρήτη, την Κύπρο, την Αχαΐα και την Αμοργό ⸺ ήταν περίφημα τα πολυτελή υφάσματα και ενδύματα από το λεπτό λινάρι της Αμοργού, το καλούμενο ἀμοργίς-ίδος (ἡ). Ξέραιναν τα κοτσάνια τού λιναριού στον ήλιο, κατόπιν τα μούσκευαν σε χλιαρό νερό και στη συνέχεια, αφού το λινάρι είχε ξεραθεί, το χτυπούσαν επάνω σε μια πέτρα με ξύλινο σφυρί, για να χωρίσουν τη φλούδα από τις εσωτερικές ίνες τις οποίες έκλωθαν και τις ύφαιναν. Γενικώς το λινάρι λογιζόταν για πολλά χρόνια ως νήμα πολυτελείας, και η χρήση του στην αρχή διαδόθηκε ανάμεσα στα μέλη τής εύπορης τάξης. Από λινό ήταν φτιαγμένος ο γυναικείος χιτώνας που σχημάτιζε πτυχές όπως έπεφτε, κομμάτι δε ξεφτισμένου λινού υφάσματος χρησιμοποιούνταν αντί γάζας για επίδεση πληγών. Από λινάρι έφτιαχναν επίσης σχοινιά, δίχτυα αλιευτικά και θηρευτικά και το ύφασμα των ιστίων. Στη ραψωδία ν της Ὀδύσσειας οι Φαίακες επιβιβάζουν τον Οδυσσέα σε καράβι για την Ιθάκη, και η Αρήτη, η γυναίκα τού Αλκινόου, στέλνει τρεις υπηρέτριες με τρόφιμα, κρασί και ρουχισμό. Οι ναύτες παρέλαβαν τα πράγματα και ⸺ συνέχεια στον στ. 73:
κὰδ δ’ ἄρ’ Ὀδυσσῆι στόρεσαν ῥῆγός τε λίνον τε
νηὸς ἐπ’ ἰκριόφιν γλαφυρῆς, ἵνα νήγρετον εὕδοι
πρυμνῆς.
κι έστρωσαν για τον Οδυσσέα στρωσίδι και λινό σεντόνι
στο κατάστρωμα του κοίλου πλοίου εκεί στην πρύμνη,
βαθιά για να κοιμάται.

Δεμάτια λιναριού
Ἡ μορέα (← μόρον= μούρο)= μουριά.
Τὸ μέσπιλον= το μούσμουλο και η μουσμουλιά ( ←μεσαιων. μούσπουλον ← μέσπουλον ← μέσπιλον).
Ἡ μαλάχη / μολόχη= η μολόχα. Ο Αθήναιος στο έργο του Δειπνοσοφισταὶ δίνει την πληροφορία ότι ο Συρακούσιος κωμωδιογράφος Επίχαρμος (περ. 540-460 π. Χ.) έχει γράψει (58d): πραΰτερος ἔγωγε μολόχας.= Εγώ τουλάχιστον είμαι πιο μαλακός κι από τη μολόχα.
Ἡ μυρίκη= το αρ(λ)μυρίκι.
Ἡ μύρτος / ἡ μυρσίνη=η μυρτιά. Με τον χυμό από τους σκούρους καρπούς της έβαφαν τα μαλλιά τους μαύρα. Η μυρτιά συνδεόταν με τη λατρεία τού Διονύσου, και οι μυημένοι στα Ελευσίνια Μυστήρια έφεραν στο κεφάλι τους κλαδιά μυρτιάς. Σύμφωνα με τον μύθο, αρχικά ο Διόνυσος είχε τρία ιερά φυτά: την άμπελο, τον κισσό και τη μυρτιά. Με αντάλλαγμα τη μυρτιά ο ΄Αδης τού επέστρεψε τη μητέρα του, τη Σεμέλη, την οποία αναζητούσε. Στους Βατράχους τού Αριστοφάνη ο Χορός των μυστών ψάλλει προς τον Βάκχο και τον καλεί να χορέψει μαζί τους (στ. 328-330):
πολύκαρπον μὲν τινάσσων
περὶ κρατὶ σῷ βρύοντα
στέφανον μύρτων·
τινάζοντας στέφανο πολύκαρπο
στην κεφαλή σου ολοτρίγυρα
πλούσιο από μύρτα·

Κλαδιά μυρτιάς με μαύρα μύρτα
Τὸ μάραθον= το μάραθο. Μυκηναϊκή λέξη: ma-ra-tu-wo. Το τοπωνύμιο Μαραθώνας σημαίνει «τόπος όπου ανθούν τα μάραθα», και σύμφωνα με τον Αθήναιο ο ΄Ερμιππος ο κωμωδιογράφος γράφει ότι (56c):
ὥστε Μαραθῶνος τὸ λοιπὸν ἐπ’ ἀγαθῷ μεμνημένοι
πάντες ἐμβάλλουσιν ἀεὶ μάραθον εἰς τὰς ἁλμάδας.
Για να θυμούνται τον Μαραθώνα στο εξής, όλοι για το καλό
πάντα βάζουν μάραθο στις ελιές τής άρμης.
Ἡ μαστίχη= η μαστίχα. Ο Διοσκουρίδης γράφοντας για τη μαστίχα και τις ωφέλειές της παρατηρεί (Περὶ ὕλης ἰατρικῆς Α΄ 70,3):
γεννᾶται δὲ καλλίστη καὶ πλείστη ἐν Χίῳ τῇ νήσῳ.
Παράγεται δε η καλύτερη και περισσότερη στο νησί τής Χίου.
Ἡ μηλέα= η μηλιά και τὸ μῆλον= ο καρπός, το μήλο. Η λέξη μῆλον στην πραγματικότητα δηλώνει τα σαρκώδη φρούτα εξού και: μῆλον Κυδώνιον (η ονομασία προέρχεται από την πόλη Κυδωνία τής Κρήτης)= το κυδώνι· μῆλον Περσικόν= το ροδάκινο· μῆλον Μηδικόν ή κίτριον= το κίτρο· μῆλον Ἀρμενιακόν= το βερίκοκο (ήρθε από τον Καύκασο). Το μήλο ήταν σύμβολο ερωτικό, δώρο των ερωτευμένων για πρόκληση έρωτα. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω επίγραμμα που αποδίδεται στον Πλάτωνα (Παλατινὴ Ἀνθολογία V80):
Μῆλον ἐγώ· βάλλει με φιλῶν σέ τις. ἀλλ’ ἐπίνευσον,
Ξανθίππη· κἀγὼ καὶ σὺ μαραινόμεθα.
Μήλο είμ’ εγώ· σε σένα με πετάει κάποιος που σε αγαπά. Μα έλα,
Ξανθίππη, συγκατάνευσε· κι εγώ κι εσύ μαραινόμαστε.
Ὁ νάρκισσος. Προελληνική λέξη. Ο μύθος λέει ότι ο Νάρκισσος ήταν γιος τού Κηφισσού και της νύμφης Λειριόεσσας, ο οποίος κοιτάζοντας τα νερά μιας πηγής στον Ελικώνα είδε τη μορφή του που καθρεφτιζόταν και την ερωτεύτηκε. ΄Επεσε όμως άθελά του στο νερό και πνίγηκε, και τότε η γη έβγαλε ένα άνθος που πήρε το όνομά του. Νάρκισσον θαυμαστόν είδε η Περσεφόνη και μαγεμένη από τη θέα του άπλωσε τα χέρια της να τον αγγίξει, και τότε άνοιξε η γη και την άρπαξε ο θεός τού Κάτω κόσμου. ΄Ετσι, ο νάρκισσος είναι το άνθος που αποκοιμίζει τα όντα με τον ύπνο τού θανάτου και έχει τη συμβολική σημασία του στη θρησκεία των Μυστηρίων.

Νάρκισσος
Ἡ ὄρυζα= το ρύζι.2
Τὸ ὄσπριον. Και πάλι στον Αθήναιο, ο οποίος επισημαίνει (466):
μοχθηρὰ δ’ ἐστὶ τὰ βραδέως τὰ ὄσπρια τήκοντα.
Κακά [νερά] δε είναι όσα χυλώνουν τα όσπρια αργά.
Τὸ ὀρίγανον/ ἡ ὀρίγανος= η ρίγανη. Επίσης λέξη προελληνική.
Ὁ ὄροβος= το ρόβι (← ὀρόβιον, υποκοριστικό τού ὄροβος).
Ἡ πεύκη= το πεύκο. Στον πρόλογο της Μήδειας του Ευριπίδη μια παλιά παραμάνα τής κεντρικής ηρωίδας θρηνεί για τη συμφορά που έχει βρει την κυρά της. Θυμάται το ταξίδι των Αργοναυτών και εύχεται να μην είχε περάσει η Αργώ τις Συμπληγάδες πλέοντας προς την Κολχίδα και ⸺ακολουθούν οι στ. 3-4:
μηδ’ ἐν νάπαισι Πηλίου πεσεῖν ποτε
τμηθεῖσα πεύκη,[…]
μήτε στα δασωμένα τα φαράγγια τού Πηλίου να έπεφτε ποτέ
ο πεύκος ο πελεκημένος,3 […]
Τὸ πέπερι= το πιπέρι.4
Tὸ πράσον (→ πράσινος ) = το πράσο.
Ἡ πτελέα= η φτελιά. Άλλη μία Μυκηναϊκή λέξη: pte-re-wa / pe-te-re-wa.
Τὸ πήγανον= ο απήγανος. Το φυτό έχει πικρή γεύση, και στην αρχαιότητα το χρησιμοποιούσαν ως αντίδοτο σε δηλητηριάσεις.
Ἡ πιστάκη= η φιστικιά (← αντιδάνειο από το τούρκικο fistik← πιστάκιον, υποκοριστικό τού πιστάκη). Πρόκειται για ανατολικής προέλευσης λέξη. Οι ΄Ελληνες γνώρισαν τη φιστικιά από την Ανατολή μετά την κοσμοκρατορία τού Αλεξάνδρου.
Ἡ πλάτανος= το πλατάνι. Ο Στράβων παρομοιάζει τὴν Πελοπόννησον πλατάνου φύλλῳ, με πλατανόφυλλο.
Ἡ ῥόα / ῥοιά = η ροδιά και το ρόδι (←μεσαιων. ροΐδιν← μεταγεν. ῥοΐδιον, υποκοριστικό τού ῥόα / ῥοιά). Το ρόδι πιστεύεται ότι πέρασε από την Ανατολή στη Δύση και στην Ελλάδα. Συνδέεται με τον θάνατο, καθώς ο θεός τού Κάτω κόσμου κατά τη μυθολογία (Ὁμηρικὸς Ὕμνος εἰς Δημήτραν στ. 372):
ῥοιῆς κόκκον ἔδωκε φαγεῖν μελιηδέα λάθρῃ […]
έδωσε [στην Περσεφόνη] να φάει ένα γλυκό σπυρί ροδιού, χωρίς αυτή να το καταλάβει […]
΄Ετσι την έδεσε μαγικά με τον ΄Αδη, και έκτοτε την εξουσίαζε για πάντα. Επίσης ρόδια άφηναν πάνω στους τάφους (πρβ. τους σπόρους ροδιού που βάζουμε στα κόλλυβα). Το ρόδι ωστόσο με τα πολλά σπυριά ήταν για τους αρχαίους και σύμβολο ευγονίας, όπως και για μας, και εξ αυτού ιερός καρπός τής ΄Ηρας, της θεάς τού γάμου, και της Αφροδίτης.

Ἡ ῥαφανίς-ίδος / ἡ ῥάφανος= το ραπάνι (←μεταγεν. ῥαπάνιον / ῥαφάνιον, υποκορ. τού ῥάφανος ).5
Τὸ ῥόδον= το ρόδο, το τριαντάφυλλο. Προελληνικής, κατ’ άλλους περσικής καταγωγής λέξη που τη συναντούμε ήδη στη Γραμμική Γραφή Β: wo-do-we = ῥoδόεν, wo-di-jo = ῥόδιος. Ο Αθήναιος παραθέτει την πληροφορία τού Θεοφράστου για τα ῥόδα, (682b):
τῶν δὲ ῥόδων […] πολλαί εἰσι διαφοραί, τὰ μὲν γὰρ πλεῖστα αὐτῶν [εἰσὶν] πεντάφυλλα, τὰ δὲ δωδεκάφυλλα, ἔνια δ’ ἐστὶ καὶ ἑκατοντάφυλλα περὶ Φιλίππους.
Των ρόδων […] υπάρχουν πολλές ποικιλίες· τα περισσότερα από αυτά [είναι] πεντάφυλλα, άλλα δωδεκάφυλλα, μερικά δε είναι και εκατοντάφυλλα γύρω από τους Φιλίππους.
Ὁ σῖτος= το σιτάρι (← σιτάριον, υποκορ. τού σῖτος). Επίσης Μυκηναϊκή λέξη : si-to. Η διάδοση του σταριού, του πιο γνωστού καλλιεργούμενου φυτού και σημαντικού για τη διατροφή τού ανθρώπου, συνδέεται με τον μύθο τής Δήμητρας και την αρπαγή τής Περσεφόνης· με την πρώτη να παραδίδει κόκκους σταριού στον Τριπτόλεμο, ήρωα της Ελευσίνας και έναν από τους άρχοντες του τόπου, μετά την επιστροφή τής Κόρης από τον ΄Αδη, καθιστώντας κατά μία μυθολογική παράδοση τον Τριπτόλεμο τον πρώτο άνθρωπο που έσπειρε τον ήμερο καρπό. Η Ελλάδα έκανε και εισαγωγή σιτηρών από τον Εύξεινο Πόντο, την Αίγυπτο και τη Σικελία. Ο Θουκυδίδης αρχίζει το τέταρτο βιβλίο τής Ἱστορίας του ως εξής:
Τοῦ δ’ ἐπιγιγνομένου θέρους περὶ σίτου ἐκβολὴν […]
Το επόμενο καλοκαίρι, την εποχή που το στάρι σταχιάζει […]
Ὁ στάχυς-υος= το στάχυ.
Ὁ σόγχος και σόγκος = ο ζοχός (μεσαιωνικός τύπος) .
Ἡ συκέα / συκῆ= η συκιά.6
Ἡ σησάμη= το φυτό σουσαμιά. Τὸ σήσαμον= το σουσάμι (←μεταγεν. σησάμιον υποκορ. του σήσαμον). Η λέξη είναι σημιτικό δάνειο και στη Μυκηναϊκή Γραφή απαντά με τον τύπο sa-sa-ma. Ο αρχαιολόγος και ανασκαφέας τής Θήρας Χρ. Ντούμας υποστηρίζει ότι το σουσάμι παραγόταν στο Ακρωτήρι πολύ πριν από τη μνεία του στις πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β, καθόσον απανθρακωμένοι σπόροι βρέθηκαν μέσα σε αμφορέα της Μεσοκυκλαδικής περιόδου (2.000-1550 π. Χ.). Στους Ὄρνιθες του Αριστοφάνη ο ΄Εποπας (τσαλαπετεινός) λέει (στ.159):
ΕΠ. Νεμόμεσθα δ’ ἐν κήποις τὰ λευκὰ σήσαμα […]
ΕΠ. Μέσα στους κήπους τρώμε τα λευκά σουσάμια […]

Σουσαμιά
Τὸ σέλινον= το σέλινο. Επίσης Μυκηναϊκή λέξη: se-ri-no. Στεφάνι από σέλινο που θεωρούνταν πένθιμο κατά την αρχαιότητα ήταν το έπαθλο των νικητών στα ΄Ισθμια και τα Νέμεα, αγώνες με ταφικό χαρακτήρα. Στεφάνια από σέλινο κρεμούσαν στους τάφους, και η έκφραση σελίνου δεῖται (= χρειάζεται σέλινο) για τους βαριά αρρώστους έμεινε παροιμιώδης.
Ὁ, ἡ σπάρτος= το σπάρτο και σχοινί φτιαγμένο από σπάρτο.
Τὸ σίναπι-εως και αττικός τύπος τὸ νᾶπυ= το σινάπι. Από τον σπόρο του παρασκεύαζαν καυστικό καρύκευμα ανάλογο με τη γνωστή και σήμερα «μουστάρδα».
Ἡ σχῖνος= ο σκίνος ή μαστιχόδεντρο.
Ὁ,ἡ σχοῖνος= ο σχοίνος κ.σκοίνος, το βούρλο. Η λέξη μαρτυρείται στη Μυκηναϊκή Γραφή ως ko-i-no. Aπό το σχοῖνος σχηματίστηκε ως υποκοριστικό του το σχοινίον και χωρίς τον υποκορισμό σημαίνει «πλέγμα από ίνες σχοίνου», οιονδήποτε σχοινί, σκοινί όπως σήμερα ⸺ τα κλαδιά και οι βλαστοί του χρησιμοποιούνταν για να πλέκονται καλάθια και άλλα αντικείμενα.
Τὸ σκόροδον και συγκεκομμένο σκόρδον. Με το σκόρδο παρασκεύαζαν την σκοροδάλμην, ένα είδος καρυκεύματος, σκορδαλιάς. Στους Σφῆκες του Αριστοφάνη διαβάζουμε (στ. 679):
οὐδεὶς οὐδὲ σκορόδου κεφαλὴν τοῖς ἑψητοῖσι δίδωσιν.
κανείς δεν σου δίνει ούτε κεφάλι σκόρδο [για νοστιμιά] στα μικρά βραστά ψαράκια σου.
Το σκόρδο το είχαν και ως εξαγνιστικό μέσο. Σκόρδα, δε, έδιναν και στους πετεινούς πριν από την κοκορομαχία.
Ὁ σφένδαμος= το σφεντάμι.
Τὸ τεῦτλον.
Τὸ τρίφυλλον= το τριφύλλι (← τριφύλλιον, υποκορ. τού τρίφυλλον).
Ὁ ὑάκινθος. Η λέξη είναι υπόλειμμα της γλώσσας των Προελλήνων. Κατά τον μύθο τον ερωτεύτηκε ο Απόλλωνας, ο οποίος τον σκότωσε κατά λάθος με τον δίσκο που έριξε σε αγώνα δισκοβολίας. Στη Λακωνία πίστευαν πως ήταν θαμμένος στις Αμύκλες, στον ναό τού Απόλλωνα, και τελούσαν κάθε χρόνο τα Ὑακίνθια προς τιμήν και των δύο. Ως προσηγορικό δηλώνει το αρωματικό φυτό με τα πολυάριθμα μικρά άνθη, το ζουμπούλι.

Ὁ φάσηλος= η φασολιά και το φασόλι.
Ἡ φακέα-ῆ= η φακή. ΄Ενας Αισώπου λόγος προτρέπει: Κἂν εὐτυχήσας τῆς φακῆς μνημόνευε. Κι αν ευτυχήσεις, να θυμάσαι τις φακές.
Δηλαδή, κι αν γίνεις πλούσιος και διάσημος, να θυμάσαι τη φτώχεια που σε συντρόφευε. Σημειωτέον ότι οι φακές ήταν το χαρακτηριστικό φαγητό των Κυνικών.
Ἡ φιλύρα= η φλαμουριά. Στον Ηρόδοτο διαβάζουμε για τους Σκύθες Ενάρεες, τους ερμαφρόδιτους, ότι ισχυρίζονται πως τη μαντική τούς την έδωσε η Αφροδίτη. Και προσθέτει (ΙV 67): φιλύρης ὦν φλοιῷ μαντεύονται· δίνουν λοιπόν μαντείες με φλοιό φλαμουριάς.
Ὁ φοῖνιξ-κος=1) το φοινικόδεντρο, η χουρμαδιά, και ο καρπός του, ο χουρμάς. Επίσης Μυκηναϊκή λέξη: po-ni-ke= δοτική φοινίκει. Πρόκειται για δέντρο το οποίο εισήχθηκε από τις θερμές περιοχές τής Ανατ. Μεσογείου. 2) Το μυθικό πτηνό των αρχαίων Αιγυπτίων όμοιο με αετό, για το οποίο πίστευαν ότι προαισθανόμενο το τέλος του ανάβει φωτιά από αρωματικά ξύλα και καίγεται μέσα σ’ αυτήν, για να αναγεννηθεί κατόπιν από τις στάχτες του.
Ο Θεόφραστος υποστηρίζει (Περὶ φυτῶν ἱστορίας Β, VI, 3):
πανταχοῦ γὰρ ὅπου πλῆθος φοινίκων ἁλμώδεις αἱ χῶραι·
Παντού όπου υπάρχουν πολλά φοινικόδεντρα τα εδάφη είναι αλμυρά.

1)Όπως έχουμε ξαναπεί, οι Αθηναίοι ισχυρίζονταν με υπερηφάνεια ότι ήταν αυτόχθονες.
2)Βλ.και: https://www.periou.gr/georgia-papadaki-epeisaktes-lexeis-tis-archaias-ellinikis-glossas/
3)Από το Πήλιο πήρε ο ΄Αργος την ξυλεία και ναυπήγησε την Αργώ.
4)Βλ. το παραπάνω link.
6)Για τη συκιά και το σύκο βλ.: https://www.periou.gr/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%af%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%b4%ce%ac%ce%ba%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%ba%ce%bf%cf%86%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%83%cf%85%ce%ba%ce%b1/
