You are currently viewing Ανδρέας Οικονόμου: Δεν Διαβάζουμε Ποτέ Μόνοι

Ανδρέας Οικονόμου: Δεν Διαβάζουμε Ποτέ Μόνοι

Ένα σημείωμα για τον Μπόρχες, τα βιβλία και τα ίχνη των άλλων μέσα μας

Κάποτε ο Jorge Luis Borges είπε πως η ανάγνωση είναι μια δραστηριότητα «πιο ήρεμη, πιο εκλεπτυσμένη, πιο στοχαστική» από τη γραφή.

Και ίσως σε αυτή τη φράση να κρύβεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή προτίμηση ενός συγγραφέα για τα βιβλία.

Ίσως να κρύβεται μια ολόκληρη φιλοσοφία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Γιατί ο Μπόρχες δεν υπήρξε απλώς συγγραφέας.

Υπήρξε ένας άνθρωπος που έζησε μέσα στις βιβλιοθήκες όπως άλλοι ζουν μέσα σε πόλεις ή δάση. Τα βιβλία για εκείνον δεν ήταν αντικείμενα αλλά μορφές ζωής. Ο ίδιος έφτασε μάλιστα να πει πως αισθανόταν περισσότερο περήφανος για όσα διάβασε παρά για όσα έγραψε.

Ακούγεται σχεδόν παράδοξο σε μια εποχή όπου όλοι θέλουμε να αφήσουμε «το δικό μας έργο», «τη δική μας φωνή», «το προσωπικό μας αποτύπωμα».

Ο Μπόρχες όμως φαίνεται να διαισθανόταν κάτι που σήμερα μοιάζει πιο αληθινό από ποτέ:

κανείς δεν δημιουργεί μόνος.

Κάθε βιβλίο είναι γεμάτο από άλλα βιβλία.

Κάθε φράση κουβαλά σκιές προηγούμενων φράσεων.

Κάθε σκέψη έχει ήδη περάσει από χιλιάδες συνειδήσεις πριν φτάσει στη δική μας.

Αργότερα, η Julia Kristeva θα το ονομάσει «διακειμενικότητα». Θα πει πως κάθε κείμενο είναι ένα μωσαϊκό παραπομπών. Πως η γλώσσα δεν μας ανήκει πραγματικά ποτέ· απλώς περνά από μέσα μας προσωρινά.

Ο Michel Foucault θα αμφισβητήσει ακόμη και την ίδια την έννοια του «συγγραφέα», υποστηρίζοντας πως ο συγγραφέας είναι περισσότερο μια πολιτισμική λειτουργία παρά μια αυτάρκης πηγή νοήματος.

Και ο Hans Robert Jauss θα μεταφέρει το κέντρο βάρους στον αναγνώστη: κάθε εποχή, κάθε άνθρωπος, κάθε βλέμμα ξαναγράφει το ίδιο βιβλίο διαφορετικά.

Ο Μπόρχες όμως τα είχε ήδη αφηγηθεί όλα αυτά λογοτεχνικά πριν ακόμη γίνουν θεωρία.

Στο The Library of Babel φαντάζεται μια άπειρη βιβλιοθήκη που περιέχει όλα τα πιθανά βιβλία. Όλες τις πιθανές αλήθειες, όλα τα πιθανά λάθη, όλες τις πιθανές ερμηνείες. Εκεί ο άνθρωπος περιπλανιέται όχι για να βρει απλώς γνώση αλλά για να βρει προσανατολισμό μέσα στο άπειρο.

Και στο Pierre Menard, Author of the Quixote συμβαίνει κάτι σχεδόν τρομακτικό: το ίδιο ακριβώς κείμενο γίνεται διαφορετικό επειδή αλλάζει ο χρόνος, ο αναγνώστης και το πλαίσιο.

Δηλαδή:
κανένα βιβλίο δεν μένει ποτέ το ίδιο.

Αυτό ίσως είναι και το πιο συγκινητικό στοιχείο της ανάγνωσης.

Δεν διαβάζουμε μόνο λέξεις.

Διαβάζουμε ίχνη ανθρώπων.

Όταν ανοίγουμε ένα βιβλίο, δεν συναντούμε μόνο τον συγγραφέα. Συναντούμε:

  • τους ανθρώπους που επηρέασαν τον συγγραφέα,
  • τις εποχές που τον διαμόρφωσαν,
  • τους νεκρούς που μιλούν ακόμη μέσα από αυτόν,
  • αλλά και τον μελλοντικό εαυτό μας που θα επιστρέψει κάποτε στις ίδιες σελίδες διαφορετικός.

Ίσως γι’ αυτό οι μεγάλες βιβλιοθήκες προκαλούν ένα τόσο παράξενο συναίσθημα.
Δεν είναι αποθήκες χαρτιού.

Είναι πεδία ανθρώπινης συνέχειας.

Και ο Μπόρχες το γνώριζε καλύτερα από όλους, ίσως επειδή έζησε και τη μεγάλη ειρωνεία της ζωής του: ένας άνθρωπος αφιερωμένος στα βιβλία έχασε σταδιακά την όρασή του. Κι όμως, συνέχισε να βλέπει μέσα από τη μνήμη των αναγνώσεών του.

Σαν να ήθελε να μας πει ότι η αληθινή ανάγνωση δεν γίνεται με τα μάτια.

Γίνεται με τη συνείδηση.

Σήμερα, μέσα στον ασταμάτητο θόρυβο της πληροφορίας, διαβάζουμε όλο και περισσότερο αλλά κατοικούμε όλο και λιγότερο μέσα σε αυτά που διαβάζουμε. Κυνηγάμε αποσπάσματα, περιλήψεις, ταχύτητα, επιβεβαίωση. Όμως η ανάγνωση δεν ήταν ποτέ κατανάλωση. Ήταν πάντα μια μορφή σχέσης.

Γι’ αυτό και ίσως η μεγαλύτερη κληρονομιά του Μπόρχες να μην είναι τα ίδια του τα διηγήματα αλλά η στάση του απέναντι στη λογοτεχνία:

η ταπεινότητα του ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι γράφει πάντα μαζί με άλλους.

Και ότι, τελικά, δεν διαβάζουμε ποτέ μόνοι.

 

 

Ανδρέας Οικονόμου

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.