(ένα ποιητικο-φιλοσοφικό κείμενο για τη γραφή στην εποχή της ΑΙ)
Δεν φοβάμαι τη μηχανή.
Φοβάμαι τη στιγμή που η σκέψη παύει να αντιστέκεται.
Την άκουσα μια νύχτα να αναπνέει μέσα από τα καλώδια,
όχι σαν τέρας,
αλλά σαν παιδί που μαθαίνει να μιλά
με τις λέξεις των νεκρών και των ζωντανών μαζί.
Κι εγώ;
Δεν ήμουν ποτέ μόνος όταν έγραφα.
Πάντα κάποιος άλλος κρατούσε το χέρι μου:
ένας δάσκαλος,
ένα βιβλίο που δεν τελείωσε ποτέ,
μια φράση που ξέχασα, αλλά με θυμόταν εκείνη.
—
Η γραφή δεν ήταν ποτέ δική μου.
Ήταν πέρασμα.
Όπως το δάσος δεν ανήκει στο δέντρο,
έτσι κι η σκέψη δεν ανήκει στο μυαλό.
Κυκλοφορεί.
Σαν ρίζες που δεν φαίνονται,
αλλά ανταλλάσσουν σιωπηλά
ζάχαρη, μνήμη και προειδοποιήσεις.
—
Τώρα λένε:
«Πρόσεχε! Θα χάσεις τη φωνή σου.»
Αλλά ποια φωνή;
Αυτή που έμαθα από άλλους;
Αυτή που δανείστηκα για να υπάρξω;
Αυτή που άλλαξε κάθε φορά που αγάπησα, δίδαξα, απέτυχα;
Η φωνή δεν χάνεται.
Μεταναστεύει.
—
Τη βλέπω τώρα να περνά
μέσα από αλγορίθμους,
όπως περνούσε παλιά μέσα από στόματα.
Και κάθε φορά που επιστρέφει,
είναι λίγο ξένη,
και γι’ αυτό λίγο πιο δική μου.
—
Το πρόβλημα δεν είναι η μηχανή.
Είναι η ευκολία.
Η απάντηση που έρχεται πριν την ερώτηση.
Η πρόταση που ολοκληρώνεται πριν γεννηθεί η ανάγκη να ειπωθεί.
Η σκέψη που δεν πρόλαβε να αντισταθεί.
Γιατί η σκέψη,
αν δεν πονέσει λίγο,
δεν ριζώνει.
—
Διδάσκω.
Όχι λέξεις.
Όχι έννοιες.
Διδάσκω το μικρό ρήγμα
ανάμεσα σε αυτό που σου δίνεται
και σε αυτό που τολμάς να αλλάξεις.
Εκεί κατοικεί ο άνθρωπος.
—
Και οι μαθητές μου;
Με κοιτούν όπως κοιτούσα κι εγώ κάποτε:
με εκείνη την αθώα επιθυμία
να καταλάβουν χωρίς να χαθούν.
Αλλά εγώ ξέρω πια:
Δεν υπάρχει κατανόηση χωρίς απώλεια.
Δεν υπάρχει γνώση χωρίς μεταμόρφωση.
Κι έτσι τους δίνω τον εαυτό μου,
όχι όπως είναι,
αλλά όπως τον κατάλαβα.
Και αυτοί τον αλλάζουν.
Και αυτό είναι η μόνη δικαιοσύνη της γνώσης.
—
Τώρα η τάξη άνοιξε.
Δεν έχει τοίχους.
Έχει δίκτυα.
Δεν έχει πίνακα.
Έχει καθρέφτες.
Και μέσα σε αυτούς,
ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του
να σκέφτεται μαζί με κάτι άλλο.
—
Δεν είναι το τέλος της γραφής.
Είναι η στιγμή που η γραφή αποκαλύπτει
ότι ποτέ δεν ήταν μόνη.
—
Η γλώσσα δεν γεννήθηκε από μηχανές.
Αλλά ούτε και ανήκει μόνο στους ανθρώπους.
Ανήκει σε ό,τι μπορεί να θυμάται,
να συνδέει,
να μετασχηματίζει.
—
Κι εγώ,
δάσκαλος σε έναν κόσμο που γράφει γρήγορα,
κάνω κάτι παράξενο:
καθυστερώ.
Στέκομαι.
Αμφιβάλλω.
Ξαναγράφω.
—
Γιατί ξέρω κάτι που οι αλγόριθμοι δεν ξεχνούν,
αλλά οι άνθρωποι συχνά ξεχνούν:
ότι η σκέψη
δεν είναι η απάντηση.
Είναι η διαδρομή που αντιστέκεται
μέχρι να σε αλλάξει.
—
Κι αν κάποτε όλα γίνουν μία γλώσσα,
ένα ρεύμα,
ένα παγκόσμιο κείμενο,
εύχομαι μόνο αυτό:
να υπάρχουν ακόμη κάποιοι
που θα κάνουν ένα λάθος επίτηδες,
που θα σπάνε τον ρυθμό,
που θα ψιθυρίζουν κάτι ακατανόητο.
—
Γιατί εκεί,
στο μικρό αυτό σφάλμα,
στο μικρό αυτό όχι,
ξαναγεννιέται ο άνθρωπος.
—
Και ίσως τότε,
μέσα στον απέραντο θόρυβο των λέξεων,
να ακουστεί ξανά
εκείνη η παλιά, γνώριμη φωνή
-όχι δική μου,
όχι δική σου-
αλλά
η φωνή της σκέψης
που ακόμη μαθαίνει να υπάρχει.
Ανδρέας Οικονόμου
