You are currently viewing Ανθούλα Δανιήλ: Βάλτερ Πούχνερ, Τα Επταήμερα, Εκδόσεις Τα Ποιητικά 2026

Ανθούλα Δανιήλ: Βάλτερ Πούχνερ, Τα Επταήμερα, Εκδόσεις Τα Ποιητικά 2026

Μπορεί ο Βάλτερ Πούχνερ να γεννήθηκε στη Βιέννη, το μεγαλύτερο όμως μέρος της ζωής του το έχει ζήσει στην Ελλάδα. Με μια ελαφρώς ξενίζουσα απόκλιση, μιλάει απταίστως τα Ελληνικά, όταν τον ακούς. Όταν τον διαβάζεις όμως κανένα ίχνος δεν είναι βιενέζικο και μόνο το όνομα δεν είναι Ελληνικό. Ο Πούχνερ, επομένως, κυκλοφορεί στην Αθήνα, είναι Έλληνας γράφει ελληνικά και ενδιαφέρεται για οτιδήποτε ελληνικό. Θέατρο, παράδοση, πεζογραφήματα, λογοτεχνική κριτική, δοκίμιο, συνολικά πάνω από  130 βιβλία, πάνω από 500 μελετήματα και πάνω από 1300 κριτικές είναι με μια πρόχειρη ματιά ο πλούσιος αμητός του.

Τα Επταήμερα, δεν ξέρω πια σε ποια σειρά των ποιητικών του συλλογών βρίσκονται.

Επταήμερα, συνολικά 52, όσες και οι εβδομάδες ενός χρόνου. Ο χρόνος μοιρασμένος σε τέσσερα τεταρτημόρια και κάθε τεταρτημόριο και οι εβδομάδες του και κάθε εβδομάδα τα ποιήματά της.

Αν ο μαθηματικός Αρχιμήδης ζήτησε τόπο να σταθεί τη γη για να κινήσει, ο Βάλτερ Πούχνερ που είναι ποιητής δεν έχει ανάγκη από  τόπο. Η φαντασία δεν έχει ύλη, ο τόπος είναι παντού και στη φαντασία προσβάσιμος. Κι εκείνος εμμένει να κινεί το σύμπαν.

Ανοίγονται μπροστά του  τοπία με αμμόλοφους που απομακρύνονται και αποχρωματίζονται, τα μάτια του είναι γεμάτα από άπλετο φως, τα  «χέρια ψηλαφούν της αλήθειας τη σάρκα», πορεύεται «σε χώρα εξορίας πάτριο χώμα στο νου» κι «οστά προγόνων» «λάμπει ωραία στο δρόμο μας το μάταιο».

Περιπλανώμενος στο λάμπον  ωραίο μάταιο, θα αναζητήσει αυτό που άυλο τον προκαλεί.

 

Γεμάτα τα μάτια, σαν ανοιχτά παράθυρα στο παντού, αχόρταγα συλλέγουν εικόνες και εμπειρίες. Βλέπει το κτίσμα με τα σκαλοπάτια, τον οικονόμο ή, μήπως, τον  Άγιο Πέτρο, λες και διαβάζει το βιβλίο της ζωής του

Από το τελευταίο φύλλο / του συναρπαστικού βιβλίου/ φαίνονται τα άστρα….

Είναι προφανές ότι ο ποιητής διαβάζει τον κόσμο σαν βιβλίο, τον σκηνοθετεί, το στήνει με στοιχεία από ό,τι ξέρει, από ό,τι έχει διαβάσει. Ο κόσμος σε κοσμοχαλασιά. Ο καιρός βίαιος και εχθρικός, «ο αέρας φωνή θυμωμένη» τα χαρτιά ανακατωμένα.

Το ποίημα μοιάζει με παραλήρημα, με θεϊκή έμπνευση,η οποία δανείζεται εικόνες από τη φύση των πραγμάτων, από τον χώρο   των αισθητών, από τον κόσμο των ονείρων, όπου όλα είναι συγκεχυμένα. Ωστόσο προβάλλει εμφανώς εκείνο που δεν φέρνει χαρά,  αλλά γεμίζει με αγωνία και φόβο την ψυχή για το επερχόμενο.

Στις «Εσπερολογίες» είναι καταφανές το μεταφυσικό τοπίο, η θέση του ποιητικού προσώπου, «ακουμπά το χέρι ο θεός στον αποσπερίτη» «απολαμβάνει τη θέα», «αυτός ο πλανήτης καλά έγινε· οι άλλοι;».

Πριν φτάσουμε το τελικό ερώτημα «οι άλλοι;»,οι στίχοι μας θυμίζουν την βιβλική «Γένεση» και την κρίση του θεού : «Και είδεν ο θεός τα πάντα, όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν». Εκείνο το ερώτημα όμως στο τέλος, «οι άλλοι;» υποδηλώνει την απάντηση ΌΧΙ, η οποία  δεν καταγράφεται, μοιάζει όμως με την ουρά του διαβόλου. Ο Θεός ξεκουράζεται ή κοιμάται.  Το  επιμύθιο έρχεται:

 

                          Η θέα είναι/ η μεταφυσική / της γνώσης

 

Ένα χάικου συνθέτουν αυτοί οι στίχοι, κουτσό,  παρά κάτι ελάχιστο, παρά μία συλλαβή, ίσως ισοδυναμεί με τον κόσμο όπως έγινε…

 

Το ταξίδι, μοιρασμένο σε κομματάκια  φαντάζει μακρύ και πολύ. Νέες εικόνες έρχονται να πάρουν θέση στο πάνελ, νέες σκέψεις, αναθεωρήσεις και απόψεις, γλυκές και πικρές γεύσεις:

 

     Αύρα γλυκιά στον ουρανίσκο

     κουδουνίζουν χαρούμενα τα βότσαλα

……………………………….

    δρασκελίζουν οι επιθυμίες οροσειρές

    να φτάσουν στην κοιλάδα της επαγγελίας

    στο μαντείο με τους υγρούς χρησμούς

    ………………………………………

    με σπασμούς φωνητικών χορδών

    με σεισμούς στα σπλάχνα των βράχων

    εκεί   που επωάζονται οι προφητείες

    οι πιο μαύρες για τα μελλούμενα

    των ευάλωτων εφήμερων οργανισμών

 

    Μα η ορμή χαρούμενα πηδά τα βουνά

    τόση δύναμη δεν μπορεί να πάει χαμένη

    αρτεσιανά πηδακίζουν τους βώλους σπαν

    τα χωράφια αυλακώνουν τη μάνα γη

    κι όλες οι Περσεφόνες ….οδηγούν στον Άδη

χλόη θα φυτρώσει, θα σμίξουν ζευγάρια 

θα χειροκροτήσουν οι τεθνεώτες με ενθουσιασμό

 βώλους θα παίξουν τα παιδάκια στο χώμα

 μα το χώμα είναι η χώρα των νεκρών

συνάμα και της ζωής το βασίλειο

   στην αρχή στα τέσσερα

    στο τέλος με την πλάτη.

(« Περί Πόθου και Θανής»)

 

Ο ποιητής – θεός σ’ αυτό το ποίημα παρακολουθεί την πορεία της ζωής, τη δημιουργία του ανθρώπου· σκύβει καλά να ακούσει τους ήχους,  να δει  σωστά τις εικόνες, να ερμηνεύσει τα μηνύματα,  από την αρχή μέχρι το τέλος. Στο πρώτο,δίνει τον χώρο της δημιουργίας, τη χώρα-γη στην κοιλιά της γυναίκας και την κατάληξη στην χώρα, κοιλιά της γης.

Μπουσουλώντας πάει το βρέφος (ερευνώντας της γη) , με την πλάτη πάει ο νεκρός (ανάσκελα ερευνώντας το άγνωστο). Έρωτας και θάνατος σε μια αμετάκλητη αναλογία- αλληλουχία.

 

Στη συνέχεια θα μας πει ότι «η σκιά της πέτρας» είναι μαύρη και όταν πυρακτώνεται στο ήλιο γίνεται αέρινη. Αυτή η σκιά –η ψυχή της πέτρας- είναι πιο πολύτιμη από την ίδια την πέτρα, σέρνει πίσω της «τις ιδέες και τα όνειρα… στο δρόμο προς το φως». Αυτή είναι το υλικό του ποιητή. Κι έτσι ακριβώς ή κάπως έτσι, μας το ’χει δώσει η ελληνική παράδοση, για να σταθώ μόνο σ’ αυτήν- «ἐπάμεροι· τί δέ τις; τί  δ᾽ οὔ τις; σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος», μας είπε απαισιόδοξα ο Πίνδαρος, ο Πούχνερ όμως το αλλάζει,  το πάει παρακάτω· το σαρκίο δεν έχει αξία, από τη γη ήρθε και στη γη θα καταλήξει, αξία έχει το έργο που άφησε πίσω του…

«Η μεταφυσική της θέας»… να μια διατύπωση που μας συμβουλεύει να μη στεκόμαστε σ’ αυτά που βλέπουμε μόνο, το βαθύτερο νόημά τους να αναζητούμε, την πορεία τους να παρακολουθούμε γιατί αυτά όλα, όπως

 

                  Και τα πιο ορμητικά νερά / στη θάλασσα καταλήγουν 

 

Βρισκόμαστε ήδη στην 24η εβδομάδα. Το ποίημα «Απαγγελίες» μας αναπτύσσει μια ιδέα που έχουμε ξαναδεί στον σαιξπηρικό Μάκβεθ, Πρ.  5η, σκηνή 5η·. Είμαστε όλοι ηθοποιοί που κάνουμε θόρυβο στη σκηνή κι έπειτα φεύγουμε…

Το αύριο και το αύριο και το αύριο / “Tomorrow, and tomorrow, and tomorrow”

Ζωή ’ναι φευγαλέα σκιά, φτωχός θεατρίνος, που

με στόμφο τρώει την ώρα του ’πα στη σκηνή στη σκηνή

και πια δεν ξανακούγεται· ένα παραμύθι

που λέει ένας ηλίθιος όλο αχό και πάθος

χωρίς κανένα νόημα

 

αυτά λέει ο Σαίξπηρ και μεταφράζει για μας ο Βασίλης Ρώτας, ή, προεκτείνει ο Πούχνερ: είμαστε  ο κάθε φωνακλάς στη ζωή, ο  «επαρχιώτης δάσκαλος», ο «πωλητής της λαϊκής αγοράς», ο  διαδηλωτής «στην πορεία διαμαρτυρίας». Μα, ναι,  η ζωή είναι σαν το θέατρο . παίζουμε ρόλους…

 

Κι έτσι περνούν τα Επταήμερα με του καθενός τα ενδιαφέροντα. Ο ποιητής πάντως σύμφωνα με το κατ’ εικόνα και ομοίωσιν του κόσμου εδώ έπλασε τον άλλον πέρα… έτσι

και στην πέρα γειτονιά καφενείο έχει

               στους διψασμένους για γνώση βιβλιοθήκες

               στους φιλαναγνώστες…

              στους κουρασμένους καλή ανάπαυση

 

 

Ο Πούχνερ καταθέτει τις σκέψεις του με χρονολογική τάξη, αλλά στο θέμα μέσα συχνά επικρατεί μεγάλη αταξία, κυρίως ψυχική ταραχή που δεν αποκλείει και το πικρό ή μαύρο χιούμορ. Άλλοτε με μια αμφίσημη χαρά (;) προτρέπει και  προβλέπει πως

Πιωμένοι να μπούμε στον Άδη

Καβάλα πάνω στα βαρέλια

θα κεράσουμε και τους νεκρούς

κι εκείνον τον αγέλαστο

θα πιει θα πιει ο αχόρταγος

θα κοιμηθεί

ώς την Ανάσταση

  και  άδειο   τον Άδη

  θα ξυπνήσει.

 

Με υλικό αντλημένο από την παγκόσμια διανόηση και τέχνη, μας βάζει στο κόσμο του καρναβαλιού ενός Πίτερ Μπρίγκελ, όπου το γλέντι της ζωής δεν έχει τέλος. Βεβαίως η παραπάνω εικόνα με τους γλεντοκόπους μας θυμίζει το απόφθεγμα του Οδυσσέα Ελύτη  από το Σηματολόγιο:  «Όταν η ζωή μάχεται/ οι νεκροί στον Άδη μηδίζουν». Και έτσι νεκροί και ζωντανοί καταργούν την απόσταση μεταξύ τους (όπως συχνά το έχουμε δει και σε άλλους μεγάλους ποιητές, Σικελιανό, Σεφέρη, Ρίτσο …), αλλά, για να μην ξεχνιόμαστε, ο Πούχνερ αλύπητα φέρνει ευθύς αμέσως το:

 

Τίποτα δεν είναι για πάντα / Μόνο το τίποτα έχει διάρκεια

 

Γι’ αυτό αμέσως καταφθάνει στη σκηνή ο  ψυχοπομπός των αρχαίων, ο  «ακάλεστος», παραδοσιακός πάνω στο «άτι», μοντέρνος πάνω στη  «μηχανή».

 

Σκέψεις  είναι αυτές ενός ποιητή –δημιουργού- θεού  που βλέπει τον κόσμο σαν βιβλίο και τον διαβάζει και τον ερμηνεύει και τον κρίνει με την εμπειρία, με τη γνώση, με  τη μεταφυσική της θέας, με τη διαίσθηση, με όλα εκείνα που τον οδήγησαν και τον μύησαν στο μυστικό της ζωής. Βλέπει πώς «Βίαια η φύση τέλος κι αρχή ενώνει». Και όπως εξομολογείται στο επιμύθιο του ποιήματος

Είχα ονειρευτεί κι άλλα / που δεν αντέχουν στο φως / αλλά τα πήρε όλα ο ήλιος  / η μέρα τα έκανε πέρα.

 

Η πρόθεσή του, προφανώς, δεν είναι να ωραιοποιήσει, παρά μόνο να κατανοήσει τι γίνεται πίσω από την επιφάνεια, τι είδους σχέση είναι το ερωτικό σμίξιμο,  ποιες είναι οι quasi συνδέσεις της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη, του τιμωρού Θεού της μιας και του Θεού της αγάπης της άλλης, τι γίνεται σήμερα στη γενέτειρα αυτού του Θεού.

 

Η Καινή διαθήκη δεν έχει λόγο/ ο νόμος της ερήμου πιο παλιός

Και

Παιχνίδι των αρσενικών/ πορνογραφία του θανάτου («Οι πόλεμοι»)

 

Τα Επταήμερα τρέχουν καθένα στη δική του τροχιά αλλά με την ίδια διάθεση· να διαλευκάνουν το θολό τοπίο, να φέρουν στο φως ό,τι ο ποιητής, υποψιάζεται. Όσον αφορά τη μορφή,  οι στίχοι, μετά τον αστερίσκο, στην κάθε σελίδα, είναι στίχοι- γνωμικά, στίχοι-επίμετρο, στίχοι-συμπέρασμα και στοχασμός στο τέλος του δρόμου μιας ζωής γεμάτης περιπέτειες του πνεύματος και πάθη.

 

Συμπερασματικά, ο Βάλτερ Πούχνερ κοιτάζει κατάματα τη ζωή και βλέπει τι σημαίνουν όλα εκείνα που οι απλοί άνθρωποι θεωρούν  φυσικά…

Από το τελευταίο ποίημα του τελευταίου Επταημέρου επιλέγω τους στίχους:

 

Από τη χρονολογία αλλάζει /  ένας αριθμός, ο τελευταίος·

  μερικές φορές και δύο   ….

Για τον καθένα μας η ηλικία/ απόλυτη ευθύγραμμη προσθετική /

μα σαν το ηλιακό ρολόι στις εποχές/ διαφορετικά χτυπά η καμπάνα

                                               *

                           Η ποίηση είναι μεταφυσική

 

και η συλλογή κλείνει τον κύκλο της όπως άρχισε

 

Η θέα είναι η μεταφυσική της γνώσης

 

τα μάτια του ποιητή θαυματουργημένα, ο νους εξημμένος, τα ώτα ευήκοα, μαίνονται τα μηνύματα. Ίσως τώρα η φύση είναι στην πιο καλή της ώρα, την ώρα που αποκαλύπτεται το όλον στον ποιητή, γιατί παρά τα πικρά και δύσκολα που είδε και περιέγραψε και βίωσε,  ακόμα κι εκείνα που φαντάστηκε, ο ποιητής, έχει συμφιλιωθεί με το μεγάλο άγνωστο, το οποίο προσεγγίζει με λεπτότητα και τρυφερότητα και τον μεγάλο εχθρό με ευγένεια. Δεν φοβάται κανέναν.

Είναι όμορφη η ζωή με ό,τι την ακολουθεί κι ό,τι περιλαμβάνει – καλό, κακό, ενδιάμεσο- μια γλυκιά εμπειρία, μια δυνατή περιπέτεια, μια ιδιαίτερη αίσθηση και μια συγκίνηση που, όπως λέει και ο Καβάφης,  αν είσαι από τους εκλεκτούς το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει…

 

 

 

 

  Ανθούλα Δανιήλ

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.