Παραμονή Χριστουγέννων· μέρα βαριά, πολύσημη. Συννεφιασμένος ουρανός, καιρός βροχερός. Η διάθεση άσχημη απ’ το πρωί, έγνοιες οικείες, συνήθεις και άλλες. Βαδίζεις αργά με τις εφημερίδες στο χέρι.
Διακρίνεται από μακριά μια ανδρική φιγούρα να ψάχνει στον κάδο των απορριμμάτων έξω από το super market. Κρατάς λίγο το βήμα. Πίσω από την πλάτη του ηλικιωμένου ρακοσυλλέκτη πλησιάζει η καθαρίστρια του Δήμου με τη σκούπα και το φαράσι στο χέρι, φορώντας το κίτρινο γιλέκο. ‘Χρόνια πολλά’, λέει στον άνθρωπο που ψάχνει στον κάδο των απορριμμάτων. ‘Καλά Χριστούγεννα’, προσθέτει με τόνο χαρούμενο στη φωνή της. Εκείνος σωπαίνει συνεχίζοντας στο έργο του. Πιο κοντά του, πλέον, εκείνη ρωτά – ‘Είστε καλά; Τι κάνετε;’. Στον πληθυντικό πάντα. Μετά από μια σύντομη παύση και χωρίς να στραφεί προς τη συνομιλήτριά του ο ηλικιωμένος κύριος απαντά: ‘Αφού περπατούμε, καλά είμαστε…’.
Βρίσκομαι σχεδόν απέναντί τους από τη άλλη πλευρά του δρόμου. Κάνω πως δεν άκουσα, δεν είδα. Συνεχίζω αργά, σχεδόν σέρνοντας το βήμα. Ντράπηκα να πω μια κουβέντα. Τι κουβέντα… Να τους συγχαρώ, να τους θαυμάσω… Συνέχισα σκεπτόμενος για πόσο λάθος πράγματα ανησυχούμε και στενοχωριόμαστε καμιά φορά.
Καλές γιορτές!
