Γεωργία Πολυκανδριώτη: δυο ποιήματα
ΤΟ ΣΠΙΤΙ Τώρα ζούμε εδώ. Κατοικούμε δίπλα στη θάλασσα το φεγγάρι κλαδεύει τα κύματα. Εδώ τα μωρά είναι γέροι η πόρτα ανοιχτή οι φεγγίτες κοιτάζουν στην άλλη πλευρά. Αν…
ΤΟ ΣΠΙΤΙ Τώρα ζούμε εδώ. Κατοικούμε δίπλα στη θάλασσα το φεγγάρι κλαδεύει τα κύματα. Εδώ τα μωρά είναι γέροι η πόρτα ανοιχτή οι φεγγίτες κοιτάζουν στην άλλη πλευρά. Αν…
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ Μόλις που πρόλαβα να μπω στο μαγαζί. Έπιασε μια νεροποντή που ξέπλυνε τα πάντα. Δεν ξέρω πως να σου το πω αλλά οι άνθρωποι που κάθονταν στα…
Πού έχω θάψει τα γυμνά μου οστά; Με ποια ζάρα κοιτάω τον Κόσμο; Ποια φοβάμαι; Ποια φοβάται; Πόσα ονόματα έδωσα στο μη-όνομα; Πώς θα μπω στο ιερό της παράβασης; Πόσες…
ΤΩΡΑ Όταν οι κρίκοι αλυσίδας λύνονται δεν μένουν παρά κύκλοι. Τώρα η μοναξιά σου επιτρέπεται. Τώρα μία ζεστή βροχή λιώνει τα όρια του Κόσμου. Τώρα ανθίζουν κόκκινες ανάσες. Κι εσύ…
ΘΑΛΑΣΣΟΚΟΡΑΚΕΣ Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο ψηλοί γονείς, κατάλευκοι, με φτερούγες αγγέλου αντί για χέρια. Γέννησαν ένα αγοράκι που ήταν ολόιδιο με αυτούς. Καθημερινά πετούσαν από πόλη σε…
ΠΟΙΗΤΗΣ Ο ποιητής τυφλός μουσικός διαβάζει άγραφη παρτιτούρα, μέσα της καταργείται. ΠΟΙΗΜΑ Το ποίημα κορμός δέντρου που το τσεκούρι έχει κάνει διχάλα, τα μάτια του κοιτούν…
ΑΓΑΠΗ Η κοιλιά μου μια τρύπα ολόγυρα τέφρα θα γεννήσω ένα τέρας που το λένε Αγάπη. Επειδή σ’ αγαπώ βουτώ στο λαγούμι του πόνου βυζαίνω ραγίσματα γεμίζει το στόμα…
ΤΟ ΚΟΥΚΟΥΤΣΙ Όταν ο χρόνος φεγγάρι που στάζει κάθεται στην αυλή της και ράβει, αγάπα με λέει. Μέσα από το σκοτάδι βγαίνουν χιλιάδες γυναίκες που κατοικούν σε κουκλόσπιτα φορούν…
Η ΒΟΛΤΑ Έλα να πάμε μία βόλτα ραγίζει μέσα στο σκοτάδι σαν κούκλα πορσελάνινη το πρώτο φως, κάνω σκέτο καφέ καυτό αφρόλουτρο ροδάκινο στο παγωμένο σπίτι, ανάμεσα στα βρώμικα…
Η ΒΡΟΧΗ Η κόκκινη βροχή ήταν γυναίκα άνδρες κορμοί στον παγωμένο κήπο κλαδιά τα χέρια τους που δέονταν, εκείνη έπεφτε κι η φλούδα τους μαλάκωνε έπαιρνε χρώμα ανθρώπου σαν…
Η Σταχτοπούτα ζούσε στο παλάτι που είχε σχήμα εγκεφάλου, φτιαγμένο από λέξεις στεγνό στις εσοχές του. Το βράδυ με τη νυχτικιά της χόρευε σε δάση αχανή, πριν τα μεσάνυχτα επέστρεφε…
Στην προβλήτα της Σύρου γευματίζουν τέσσερις άνδρες και μία γυναίκα, όλοι τους συγγραφείς. Ακούω το κύμα που έπνιξε την Μαρίνα για το πάθος μιας χίμαιρας, το κλάμα του βρέφους που…